Γιδοβύζι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιδοβύζι
Ενήλικο γιδοβύζι
Ενήλικο γιδοβύζι
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αιγοθηλόμορφα (Caprimulgiformes)
Οικογένεια: Αιγοθηλίδες (Caprimulgidae) [2]
Υποοικογένεια: Αιγοθηλίνες (Caprimulginae) [3]
Γένος: Αιγοθήλης (Caprimulgus) (Linnaeus, 1758) Μ
Είδος: C. europaeus
Διώνυμο
Caprimulgus europaeus (Αιγοθήλης ο ευρωπαϊκός)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Caprimulgus europaeus dementievi
Caprimulgus europaeus europaeus
Caprimulgus europaeus meridionalis
Caprimulgus europaeus plumipes
Caprimulgus europaeus sarudnyi
Caprimulgus europaeus unwini

Το Γιδοβύζι είναι νυκτόβιο πτηνό της οικογενείας των Αιγοθηλιδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Caprimulgus europaeus και περιλαμβάνει 6 υποείδη. [4]

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Caprimulgus europaeus meridionalis (Hartert, 1896), αλλά κατά τη μετανάστευση πιθανόν να υπάρχει ανάμιξη πληθυσμών με το Caprimulgus europaeus europaeus (Linnaeus, 1758)

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους Caprimulgus, αλλά και του γένους Aegotheles της Ωκεανίας, μεταφράζονται στα ελληνικά με την ίδια ακριβώς λέξη: Αιγοθήλης. Άλλωστε, η πρώτη ονομασία είναι το αντίστοιχο της δεύτερης, μόνο που είναι λατινική: căprĭmulgus, i, m. caper-mulgeo [5] και, σημαίνει «αυτός που θηλάζει την αίγα (κατσίκα)» παλαιότατη ονομασία βασισμένη στις ανθρώπινες δοξασίες (βλ. Κουλτούρα).

Με τη συγκεκριμένη, όμως, μετάφραση προκύπτει το εξής πρόβλημα: δεν υπάρχει τρόπος να διαχωριστούν τα 2 γένη ονοματολογικά στην ελληνική γλώσσα, δηλαδή η ονομασία Αιγοθήλης σημαίνει τόσο το γένος Caprimulgus όσο και το Aegotheles. Κανονικά, η λέξη Αιγοθήλης πρέπει να είναι η απόδοση μόνο του όρου Aegotheles, οπότε το πρόβλημα μεταφέρεται στην απόδοση του Caprimulgus, με την τεχνητή λέξη «Καπρίμουλγος» να είναι μάλλον αδόκιμη και υπερβολική.

Στην ελληνική βιβλιογραφία, επειδή τα δύο γένη είναι γεωγραφικά απομακρυσμένα μεταξύ τους, έχει επικρατήσει -λανθασμένα- η απόδοση του Caprimulgus με το Aιγοθήλης, αλλά με την υποσημείωση «στον ευρωπαϊκό ή ελλαδικό χώρο». [6]. Αντίθετα, η απόδοση των δύο αντίστοιχων οικογενειών Caprimulgidae και Aegothelidae, μπορεί κάλλιστα να γίνει με τους όρους Καπριμουλγίδες και Αιγοθηλίδες, αλλά το πρόβλημα με τα γένη παραμένει.

Στο παρόν λήμμα, δεν υφίσταται πρόβλημα απόδοσης του γένους, λόγω της χρήσης της κοινής ονομασίας Γιδοβύζι, η δε απόδοση της ονομασίας των οικογενειών μπορεί να λυθεί με την παράθεση των όρων Καπριμουλγίδες και Αιγοθηλίδες, δίπλα στα λήμματα (βλ. και Ταξινομοπλαίσιο).

Η αγγλική του ονομασία Nightjar έχει «ηχητική» ετυμολογία και προέρχεται από το χαρακτηριστικό τριλιστό κάλεσμα του πουλιού, που ακούγεται κατά τη διάρκεια της νύχτας (βλ. Φωνή).

Γεωγραφική κατανομή υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική εξάπλωση του Caprimulgus europaeus. Πορτοκαλί: καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής Μπλε: περιοχές διαχείμασης Μπλε στίξεις: πιθανές περιοχές διαχείμασης

Το Caprimulgus europaeus είναι αποκλειστικά είδος του Παλαιού Κόσμου και το μοναδικό που απαντάται στην Ευρώπη. Είναι πλήρως μεταναστευτικό και έρχεται στην ήπειρο, μόνο για να αναπαραχθεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ η διαχείμαση όλων των υποειδών πραγματοποιείται στην Αφρική εκτός από ένα υποείδος που διαχειμάζει τόσο στην Αφρική όσο και στην ινδική υποήπειρο.

Η φθινοπωρινή μετανάστευση για τις περιοχές διαχείμασης ξεκινάει από τον Ιούλιο (Αύγουστο για το ευρωπαϊκό υποείδος) και, ήδη μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου (Σεπτεμβρίου για το ευρωπαϊκό υποείδος), τα περισσότερα πουλιά έχουν αναχωρήσει. Η εαρινή επιστροφή στα εδάφη αναπαραγωγής αρχίζει στα μέσα Απριλίου και έχει ολοκληρωθεί μέχρι το δεύτερο δεκαήμερο του Μαΐου.

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από την Ισλανδία και τις Φερόες, τη Γκάνα, τη Σιέρρα Λεόνε και τις Σεϋχέλλες. [1]

Στην Ελλάδα, το γιδοβύζι είναι καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης , αλλά διέρχονται και άτομα που είναι μεταναστευτικά. [7]

Αρ. Υποείδος Καλοκαιρινές Περιοχές αναπαραγωγής Περιοχές διαχείμασης
1 Caprimulgus europaeus dementievi ΒΑ Μογγολία, Ν Βαϊκάλη ΝΑ Αφρική
2 Caprimulgus europaeus europaeus Κ, Δ και Β Ευρώπη προς Α μέχρι Κ και Β Σιβηρία και από το Β Καζακστάν μέχρι τη Βαϊκάλη Κ και Ν Αφρική
3 Caprimulgus europaeus meridionalis Ν Ευρώπη και Β Αφρική από Ισπανία, Μαχρέμπ, νησιά Μεσογείου, προς Κριμαία, Καύκασο και Κασπία Δ, Κ και Ν Αφρική
4 Caprimulgus europaeus plumipes ΒΔ Κίνα (Τιεν Σαν) προς ΝΔ και Ν Μογγολία ΝΑ Αφρική
5 Caprimulgus europaeus sarudnyi Δ Σιβηρία προς Κ Ασία (Καζακστάν, Κιργιζία) Α και ΝΑ Αφρική
6 Caprimulgus europaeus unwini Ιράκ και Τρανσκασπία προς Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν και Κίνα (Τιεν Σαν), Δ Λεκάνη Ταρίμ, Δ και Β Πακιστάν ΝΑ Αφρική και ΒΔ Ινδία

Πηγές: [4][8]

(σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντάται στην Ελλάδα)

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γιδοβύζι προτιμάει τα ξηρά, ζεστά, ανοικτά τοπία με επαρκή ποσότητα εντόμων κατά τις νυχτερινές πτήσεις. Στην Ευρώπη, οι προτιμώμενοι οικότοποι περιλαμβάνουν ερεικώνες, αμμώδη πευκοδάση με μεγάλα ξέφωτα και περιοχές με πτεριδόφυτα. Εμφανίζεται επίσης, ιδιαίτερα στη νότια και νοτιοανατολική Ευρώπη, σε βραχώδεις, αμμώδεις ανοικτούς χώρους με μακί και, μερικές φορές σε αμμοθίνες με χαμηλή βλάστηση. Στην κεντρική Ευρώπη δείχνει προτίμηση σε πιο υποβαθμισμένα περιβάλλοντα, όπως ζώνες στρατιωτικής εκπαίδευσης ή εγκαταλελειμμένα ορυχεία. Στη βόρεια Αφρική, οι εκεί πληθυσμοί προτιμούν βραχώδεις, με αραιούς θάμνους, περιοχές. Κλειστές, δασικές περιοχές, γενικά αποφεύγονται από όλα τα υποείδη, όπως και τα καθαρά ερημικά τοπία, εκτός από το υποείδος C. e plumipes, που μπορεί να απαντάται στις περιφερειακές περιοχές της ερήμου Γκόμπι. Σε γενικές γραμμές, το είδος αγαπάει τα ζεστά σημεία των πεδινών περιοχών, αλλά κάτω από ευνοϊκές συνθήκες τροφής, μπορεί να αναπαράγεται σε υποαλπικά τοπία. Στην Ασία, τα εκεί υποείδη μπορεί να απαντώνται πάνω από τα 3000 μέτρα, ενώ στις περιοχές διαχείμασης, ακόμη και στα όρια της γραμμής-χιόνος στα 5000 μέτρα, περίπου.

Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τις περιοχές αναπαραγωγής, το γιδοβύζι δεν αποφεύγει τους ανθρώπους. Μάλιστα, οι περιφερειακοί μικροί οικισμοί με ελαφρή κτηνοτροφία και η επακόλουθη προσέλκυση εντόμων, αποτελούν αρκετές φορές ιδανική λύση.

Στην Ελλάδα απαντάται συνήθως στις παρυφές των δασών, ανοικτές θαμνώδεις περιοχές με διάσπαρτα δένδρα και ημιερημικές τοποθεσίες. [7]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικο γιδοβύζι στη θέση κουρνιάσματος

Το γιδοβύζι ανήκει σε μία μεγάλη τάξη πτηνών που περιλαμβάνει μερικά από τα πιο «περίεργα» μέλη του ιπτάμενου κόσμου, αν και το συγκεκριμένο είδος δεν ανήκει στις πιο ακραίες περιπτώσεις. Πάντως, τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά του, οι συνήθειες και η φωνή του, το κάνουν εύκολα αναγνωρίσιμο στην παρατήρηση πεδίου, αν και είναι ευκολότερο να το ακούσει κάποιος παρά να το δει.

Είναι μετρίου μεγέθους πτηνό με σταχτόγκριζο-καφετί χρώμα, που έχει δύο κύρια μορφολογικά χαρακτηριστικά: μεγάλo, ευρέως πεπλατυσμένο κεφάλι στην άνω επιφάνεια [9] και ακόμη μεγαλύτερο, ασυνήθιστα δυσανάλογο του ράμφους του, στοματικό άνοιγμα. Το όλο σύνολο, δίνει στο γιδοβύζι μία, τρόπος του λέγειν, «όψη ερπετού» που, σε συνδυασμό με το νυχτερινό του κάλεσμα, έδωσε πάτημα σε σωρεία θρύλων και παραδόσεων (βλ. Κουλτούρα).

Οι πτέρυγες είναι πολύ μεγάλες σε σχέση με το μήκος σώματος, αλλά ταυτόχρονα, οξύληκτες. Το μαύρο, ίσιο ράμφος είναι μικρό μεν, αλλά πεπλατυσμένο και φέρει χαρακτηριστικές μακριές, σκληρές τρίχες (σμήριγγες) στην βάση του. Στην εμπρόσθια περιοχή του λαιμού (throat), φέρει χαρακτηριστική λευκή ταινία, ενώ τα κοντά και αδύνατα [10] πόδια είναι καφεκόκκινα και φέρουν επιμηκυσμένο μεσαίο δάκτυλο που, πάντως, δεν διακρίνεται από μακριά.

Το αρσενικό διαφέρει από το θηλυκό στο ότι, φέρει τρεις λευκές κηλίδες στην άκρη των πτερύγων (πρωτεύοντα ερετικά) [11] και στα πηδαλιώδη φτερά της ουράς, ενώ η λευκή ταινία στο λαιμό είναι πιο θαμπή. Στα νεαρά αρσενικά άτομα, οι περιοχές αυτές στις πτέρυγες έχουν ακόμη καφετί χρώμα, ενώ το γενικότερο παρουσιαστικό τους θυμίζει εκείνο των θηλυκών.

  • Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι λευκές κηλίδες στις άκρες των πτερύγων δεν είναι ορατές όταν το αρσενικό βρίσκεται στο έδαφος, αλλά φαίνονται έντονα όταν, κατά τη διάρκεια της ερωτοτροπίας, υπερίπταται του θηλυκού κάνοντας πτήσεις επίδειξης και, με αυτό τον τρόπο, χρησιμεύουν ως αναπαραγωγικά «σήματα». [12]

Γενικότερα, το πτέρωμα με τις χαρακτηριστικές ραβδώσεις θυμίζει έντονα εκείνο του -κατά πολύ μικρότερου- στραβολαίμη (Jynx torquilla), οι πτέρυγες εκείνες των χελιδονιών, ενώ η εξαιρετικά βελούδινη «αίσθηση» του πτερώματος φέρνει στο νου εκείνη των Γλαυκόμορφων, υπενθυμίζοντας την στενή συγγένεια μεταξύ των δύο τάξεων.

Ένα ακόμη αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αποτελούν οι οφθαλμοί του που, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας είναι μεγάλοι και στρογγυλοί, την ημέρα «μετατρέπονται» σε γραμμοειδείς σχισμές (slits), προφανώς για να συμμετέχουν στο όσο το δυνατόν επιτυχημένο καμουφλάζ του, όταν κάθεται. [13]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (24-) 27 έως 28 (-30)εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 53 έως 61 εκατοστά
  • Βάρος: 51 έως 97 γραμμάρια [14]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κρανιακό σχεδιάγραμμα ενήλικου ατόμου

Η διατροφή του αποτελείται από διάφορα ιπτάμενα έντομα, με την πλειοψηφία των θηραμάτων να είναι Λεπιδόπτερα και Κολεόπτερα, τα οποία προτιμώνται ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής. Από τα Λεπιδόπτερα, πάλι, δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στις νυχτοπεταλούδες (moths), που άλλωστε, αφθονούν κατά τις νυκτερινές ώρες που κυνηγάει το γιδοβύζι. Επιπλέον, περιλαμβάνονται Δίπτερα, Εφημεροπτέρα, Ημίπτερα και Υμενόπτερα στο διαιτολόγιο. Στα στομάχια νεκρών ατόμων, που έχουν εξεταστεί, έχουν βρεθεί κατά καιρούς ψήγματα άμμου ή ψιλό χαλίκι, αλλά και φυτικά υπολείμματα, που πιθανώς ήσαν τυχαία.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γιδοβύζια είναι, κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου, πτηνά ενεργά στο λιγοστό φως (crepuscular) ή/και νυκτόβια, με τη δραστηριότητά τους να αρχίζει αμέσως μετά την δύση του ηλίου και να τελειώνει την αυγή. Όταν η επάρκεια της τροφής είναι μεγάλη, το πουλί μπορεί να αναπαυθεί από το κυνήγι κατά τα μεσάνυχτα, κάνοντας μεγάλα διαλείμματα.

Η πτήση του θυμίζει λίγο εκείνη του γερακιού, αλλά τα γρήγορα φτεροκοπήματά του έχουν χαρακτηριστεί σαν εκείνα μιας νυχτοπεταλούδας. Πετάει με επιδεξιότητα, ιδιαίτερα όταν αλλάζει κατεύθυνση με μεγάλη ευκολία, ενώ συχνά αιωρείται ακίνητο στον αέρα, όπως κάνουν πολλά γεράκια (hovering). [13] Όταν κινείται στο έδαφος, κουνάει συχνά την ουρά του δεξιά-αριστερά, ιδιαίτερα όταν είναι εξιταρισμένο. Η πτήση του είναι κανονικά «σιωπηλή», αλλά όταν ερωτοτροπεί κτυπάει τις φτερούγες του μεταξύ τους, με ένα τρόπο που θυμίζει χειροκρότημα (sic) (clapping). [13]

Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, το γιδοβύζι ποτέ δεν κυνηγάει έντομα με το στόμα ανοικτό, απλώς το τεράστιο άνοιγμά του, επιτρέπει στο πουλί να συλλαμβάνει τη λεία του εν πτήσει με μεγάλη ευκολία, «σαρώνοντας» τον αέρα. Ο τρόπος που συλλαμβάνει τα έντομα θυμίζει έντονα εκείνον του μυγοχάφτη, ενώ πολύ σπάνια μπορεί να κυνηγάει τη λεία του στο έδαφος.

Ενήλικο γιδοβύζι

Περνά τη μέρα συνήθως πάνω στο έδαφος, αλλά και πάνω σε πέτρες ή κορμούς δέντρων ή σε κλαδιά, πάντοτε όμως, με το σώμα τοποθετημένο κατά μήκος του αντικειμένου, για καμουφλάζ. Μάλιστα, κατά την αναπαραγωγική περίοδο, επισκέπτεται το ίδιο σημείο ανάπαυλας για εβδομάδες, ενώ είναι εξαιρετικά δύσκολο να το δει κανείς, ακόμη και άν περάσει από δίπλα του, διότι μοιάζει με ξερό κλαδί ή φλοιό δένδρου. Μένει εντελώς ακίνητο και, βλέπει έχοντας τα μάτια μισόκλειστα, από μικρά σχισμοειδή ανοίγματα που αφήνει με τα βλέφαρά του. Όταν ο παρείσακτος πλησιάζει, παραμένει «παγωμένο» μέχρι και την τελευταία στιγμή και μόνον όταν προσεγγιστεί σε απόσταση λίγων εκατοστών, το πουλί πετά ξαφνικά, με μία απότομη κραυγή (alarm croak), αλλά μετά από 20 έως 40 μέτρα προσγειώνεται και πάλι.

Το είδος είναι ελάχιστα κοινωνικό και, σπάνια σχηματίζει μικρές ομάδες (κυρίως κατά την αποδημία), [13] ενώ ακόμη και στις περιοχές διαχείμασης κάθεται μόνο του. Στα γιδοβύζια αρέσει πολύ να λιάζονται, αλλά και να κάνουν «λουτρά» με χώμα.

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γιδοβύζια, εκτός των άλλων στοιχείων που τα κάνουν ξεχωριστά στον κόσμο των πτηνών, έχουν και ιδιόρρυθμη φωνή που, μάλιστα, είναι εκείνη που καθιστά αντιληπτή την παρουσία τους, αφού έτσι κι αλλιώς είναι δραστήρια τη νύχτα και είναι πολύ δύσκολο να τα δει κάποιος κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το χαρακτηριστικό αυτό κάλεσμα ακούγεται το σούρουπο και τη νύχτα, κατά τη διάρκεια των ανοιξιάτικων και καλοκαιρινών μηνών. [13] Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο τρίλισμα, που έχει περιγραφεί ως ένα διαρκές βουητό τσουουoυρ, αλλά με απότομες αλλαγές στη συχνότητά (pitch) του, το οποίο έχει δώσει και την αγγλική ονομασία στο πουλί.

Σε καταγραφές που έχουν πραγματοποιηθεί, φαίνεται ότι παράγεται με την υποβοήθηση της κάτω σιαγόνας του ράμφους, η οποία πάλλεται, ενώ ταυτόχρονα διαστέλλεται η εμπρόσθια επιφάνεια του λαιμού σε σημείο που να απλώνονται τα καλυπτήρια φτερά της περιοχής. Συνήθως αρθρώνεται από το σημείο-καμουφλάζ του πτηνού, ένα κλαδί ή πεσμένο κορμό ή πέτρα, σπάνια από εκτεθειμένο σημείο (perch).

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γιδοβύζια είναι ικανά προς αναπαραγωγή από το καλοκαίρι του 2ου έτους της ηλικίας τους, αλλά συνήθως φωλιάζουν ένα χρόνο αργότερα. Τα αρσενικά έρχονται περίπου 10 ημέρες νωρίτερα από τα θηλυκά, διαλέγουν την περιοχή φωλιάσματος και την υπερασπίζονται πολύ σκληρά από τα άλλα αρσενικά. Οι σκηνές επίδειξης προς τα θηλυκά είναι, αρκετές φορές, εντυπωσιακές και περιλαμβάνουν κατακόρυφες πτήσεις, με τις πτέρυγες σε σχήμα ‘V’ και την ουρά ανοιγμένη για να φαίνονται τα λευκά σημάδια της. Τότε είναι που τα αρσενικά κτυπάνε τα φτερά τους με ένα ιδιαίτερο τρόπο που θυμίζει «χειροκρότημα».

Νυχτερινή φωτογραφία όπου διακρίνεται το εξαιρετικά μεγάλο στόμα του
Caprimulgus europaeus

Αναπαράγονται σε περιοχές με σχετικά αραιή βλάστηση (βλ. Βιότοπος), αλλά με φυτική κάλυψη επαρκή για προστασία, συνήθως σε ερεικώνες, ενώ πολύ σπάνια φωλιάζουν κοντά σε ακτές. [15] Η εποχή φωλιάσματος ξεκινάει συνήθως στα μέσα Μαΐου και η γέννα μπορεί να είναι διπλή, συμβαίνει δηλαδή δύο φορές μέσα σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο. Συνήθως οι βόρειοι πληθυσμού γεννάνε μία φορά, ενώ δύο φορές οι νοτιότεροι.

Φωλιά δεν υφίσταται, αφού το θηλυκό γεννάει κατ’ευθείαν πάνω στο έδαφος ή πάνω σε ξερά φύλλα [12] και, μάλιστα, πολλές φορές όταν επωάζει τα αυγά, τα «ρολάρει» κάτω από το σώμα της όταν αλλάζει θέση. [15]

Η γέννα αποτελείται σχεδόν πάντοτε από 2 αυγά, που εναποτίθενται σε διάστημα 36 ωρών μεταξύ τους, κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η επώαση, που διαρκεί 18 ημέρες, ξεκινάει από το πρώτο αυγό και, πραγματοποιείται και από τους δύο γονείς, κυρίως όμως από το θηλυκό που επωάζει περισσότερο κατά τη διάρκεια της ημέρας. [15] Όταν υπάρξει παρενόχληση της φωλιάς, το θηλυκό προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή του εισβολέα «κουλουριάζοντας» το σώμα της και βγάζοντας κραυγές. Πολύ σπάνια έχουν παρατηρηθεί 3 ή και 4 αυγά, αλλά μάλλον πρόκειται περί «εμπλοκής» δεύτερου θηλυκού στο σημείο φωλιάσματος.

Η εκκόλαψη πραγματοποιείται με διάστημα 1-2 ημερών μεταξύ των νεοσσών, οι οποίοι είναι αρκετά ανεπτυγμένοι (semiprecocial) και, μάλιστα, έχουν ανοικτά μάτια από την εκκόλαψή τους ενώ, αν υπάρξει ανάγκη, μπορεί να μετακινηθούν από τη φωλιά με τη βοήθεια των γονιών τους. Το διαιτολόγιό τους περιλαμβάνει αποκλειστικά έντομα και, μπορεί να περιλαμβάνει μέχρι και 10 νυχτερινές σιτίσεις από αυτά. Η αποβολή των συστατικών που δεν χωνεύονται πραγματοποιείται στο περιβάλλον της φωλιάς πράγμα που, πολλές φορές, προδίδει τη θέση της. Οι νεοσσοί επιτηρούνται στενά από τους γονείς τους και, μετά από δύο εβδομάδες, περίπου, αναλαμβάνει τη φροντίδα τους το αρσενικό, με το θηλυκό να ετοιμάζεται για τη δεύτερη γέννα. Είναι ικανοί προς πτήση στις 16-18 ημέρες, ενώ ανεξαρτητοποιούνται στις 31-34 ημέρες, περίπου. [15]

Στην Ελλάδα, το γιδοβύζι έρχεται από τον Απρίλιο για να αναπαραχθεί σε όλη τη χώρα και, μένει μέχρι τον Οκτώβριο, περίπου, οπότε αναχωρεί για τις αφρικανικές περιοχές διαχείμασης. [7]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως συνέβη και με άλλους κυνηγούς ιπτάμενων εντόμων, οι πληθυσμοί του είδους μειώθηκαν σε πολλά μέρη της Ευρώπης, ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα. Αυτό, στις περιοχές αναπαραγωγής, οφειλόταν ιδίως στην καταστροφή των οικοτόπων και την περαιτέρω εντατικοποίηση χρήσης εντομοκτόνων, αλλά και στις περιοχές διαχείμασης, η αυξανόμενη χρήση εντομοκτόνων και φυτοφαρμάκων φαίνεται να τις επηρεάζει όλο και περισσότερο. Σε ορισμένες περιοχές, ωστόσο, το είδος δείχνει ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια με τη χρήση δευτερογενών ενδιαιτημάτων, σημαντική ανάκαμψη. Σε όλη την Ευρώπη, το είδος έχει χαρακτηριστεί ως D (μειούμενο, Declining). Στη Γερμανία, Ελβετία, Ολλανδία, Τσεχία και Αυστρία, το γιδοβύζι εμφανίζεται στην Κόκκινη Λίστα.

Μέτρα διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στους ερεικώνες, όπου συνήθως αναπαράγονται τα γιδοβύζια, θα ήταν ωφέλιμη μία καλή αναλογία παλαιών ώριμων φυτών με μικρά κενά, σε περιοχές μακριά από τις ενοχλήσεις. Επίσης λίγα δένδρα για την επισκόπηση του χώρου (περίπου 10 δένδρα ανά εκτάριο)[εκκρεμεί παραπομπή]
  • Σε περιοχές που τα ρείκια απουσιάζουν ή σπανίζουν, οι πυκνές φτέρες μπορεί να παρέχουν εναλλακτική λύση για πρώιμες φωλιές , κατά την περίοδο αναπαραγωγής, αλλά θα χρειαστεί προσοχή για να μη κατακλυστεί γρήγορα η περιοχή από τα φυτά. Πρέπει, ωστόσο, να αποφευχθεί ο έλεγχος των πτεριδοφύτων με μηχανικά μέσα, λόγω της όχλησης από το θόρυβο.
  • Χρειάζεται διαχείριση της πρόσβασης, παρέχοντας προκαθορισμένες διαδρομές που θα οδηγήσει τους επισκέπτες μακριά από τις περιοχές ωοτοκίας.

Γενικά, η IUCN, έχει χαρακτηρίσει το είδος ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC), παγκοσμίως, αλλά με καθοδικές τάσεις. [1], ενώ για την Ελλάδα τα στοιχεία είναι ανεπαρκή.

Κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λαϊκές ονομασίες του είδους (βλ. Άλλες ονομασίες) φανερώνουν και τη γνώμη που είχαν σχηματίσει οι άνθρωποι γι’αυτό. Πίστευαν δηλαδή ότι, πλησίαζαν στους στάβλους κατά το σούρουπο και, βύζαιναν τα αιγοπρόβατα -κυρίως τις κατσίκες-, με αποτέλεσμα να μην έχουν γάλα το πρωί ή/και να αρρωσταίνουν. Η αλήθεια είναι, ότι όντως τα πουλιά πλησιάζουν τα συγκεκριμένα ενδιαιτήματα, όχι όμως για να «αρμέξουν» τα ζώα, αλλά γιατί εκεί υπάρχει πολύ μεγάλη συγκέντρωση από ιπτάμενα έντομα, κυρίως νυχτοπεταλούδες που έλκονται από τις -συνήθως κρεμασμένες στα χωριά- λάμπες λαδιού και, που αποτελούν το κύριο θήραμά τους.

Το αφύσικα μεγάλο στόμα τους ενίσχυε αυτό το θρύλο, πράγμα που δεν συνέβαινε μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μάλιστα, στο Ηνωμένο Βασίλειο ή όψη ερπετού που εμφανίζει, του έχει δώσει τη λαϊκή ονομασία «ιπτάμενο βατράχι» (flying toad).

Το ίδιο ισχύει και για τη μυστηριώδη τριλιστή φωνή του, που προκαλούσε δέος στους νυχτερινούς διαβάτες των βρεττανικών αγροτικών περιοχών και το έλεγαν «πουλί-φάντασμα» (Ghost-fowl), ή «το αδράχτι της Jenny» (Jenny’s spinner).

  • Τέλος υπάρχει επίσης, μία εν μέρει λανθασμένη άποψη ότι το γιδοβύζι πέφτει σε χειμερία νάρκη. Αυτό έχει αποδειχθεί μόνο για ένα είδος που απαντάται στην αμερικανική ήπειρο, το Phalaenoptilus nuttallii και, όχι για το ευρωπαϊκό γιδοβύζι. Πάντως η συγκεκριμένη συμπεριφορά, έχει αποσπάσει το επιστημονικό ενδιαφέρον και, φαίνεται ότι πολλά μέλη της οικογενείας, έχουν την ικανότητα να διατηρούν σε χαμηλά επίπεδα, πολλές από τις ζωτικές τους λειτουργίες (αναπνοή, θερμοκρασία, καρδιακό ρυθμό), μια κατάσταση αδράνειας όμως, και όχι νάρκης. Θεωρείται μία αποτελεσματική μέθοδος διατήρησης ενέργειας, σε περιόδους κακών καιρικών συνθηκών, οπότε υπάρχει ανεπάρκεια τροφής. [16]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο τo Γιδοβύζι απαντάται και με τις ονομασίες Γιδοβύζης, Γιδοβύζα, Γιδοβυζάστρα, Βυζάστρα, Λαγοβυζάστρα, Προβατοβύζι, Αιγοβυζάστρα, Βυζανιάρης, Βυζάστακας, Πλάνος (Κυκλάδες), Νυκτοβάτης, Νυχτοπάτης (Αττική), Κάτσουλας, Χλούφτης (Κρήτη), Καμπούρης (Μάνη), Νυχτοπούλι, Νυχτοχελίδονο, Νυχτογέρακο. [17]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 BirdLife International (2012). Caprimulgus europaeus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 29 Μαρτίου 2014.
  2. βλ. Ονοματολογία
  3. Howard and Moore, p. 240
  4. 4,0 4,1 Howard and Moore, p. 242
  5. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.2:760.lewisandshort
  6. Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, σ. 218-22
  7. 7,0 7,1 7,2 Όντρια, σ. 140
  8. BirdLife International and NatureServe (2012). «Caprimulgus europaeus: Χάρτης γεωγραφικής κατανομής». IUCN. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22689887. Ανακτήθηκε στις 29 Μαρτίου 2014. 
  9. Όντρια, σ. 139
  10. Harrison
  11. Heinzel et al, p. 214
  12. 12,0 12,1 Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 Bruun, p. 178
  14. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob7780.htm
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 Harrison, p. 204
  16. Πάπυρος–Λαρούς Μπριτάνικα
  17. Απαλοδήμος, σ. 45

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 4 , λήμμα «Αιγοθηλόμορφα» (μετάφραση Π.Μπρούσαλη)
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • AERC TAC. 2003. AERC TAC Checklist of bird taxa occurring in Western Palearctic region, 15th Draft. Available at: http://www.aerc.eu/DOCS/Bird_taxa_of _the_WP15.xls.
  • Cramp, S.; Perrins, C. M. 1977-1994. Handbook of the birds of Europe, the Middle East and Africa. The birds of the western Palearctic. Oxford University Press, Oxford.
  • Dowsett, R. J.; Forbes-Watson, A. D. 1993. Checklist of birds of the Afrotropical and Malagasy regions. Tauraco Press, Li
  • Sibley, C. G.; Monroe, B. L. 1990. Distribution and taxonomy of birds of the world. Yale University Press, New Haven, USA.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα  European Nightjar της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα  Grauammer της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).