Ασερά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με το όνομα Ασερά εννοείται η θηλυκή θεότητα των αρχαίων Ισραηλιτών, αυτή που ο Φίλων ταυτίζει με τη Γη. Οι Ισραηλίτισσες και οι Καναανίτισσες (κατ' άλλους Χαναναίες) έφτιαχναν καρβέλια με τη μορφή της, που ευλογούντο και τρώγονταν τελετουργικά, ένας πρόδρομος δηλαδή του άρτου της κοινωνίας. Τα είδωλά της βρίσκονταν κάτω από κάθε πράσινο δέντρο, χαράζονταν σε ζωντανά δέντρα ή σκαλίζονταν ως πάσσαλοι σε βωμούς κατά μήκος των δρόμων. Οι ακατέργαστες, γκροτέσκες πήλινες απεικονίσεις της ως δέντρο της ζωής εξελίχθηκαν αργότερα στην εξευγενισμένη μορφή της σύριας Αρτέμιδας. Οι αρχαίες ιεροτελεστίες της γονιμότητας (υποτιμημένες σήμερα ως πορνικές λατρείες) που συνδέονταν με τη λατρεία της Ασερά, εξασφάλιζαν τη συνέχεια των μητρογραμικών προτύπων διαδοχής. Το εβραϊκό εικονοκλαστικό ιερατείο τελικά ξερρίζωσε την Ασερά, αντικαθιστώντας τον μητροκεντρικό πολιτισμό με την πατριαρχία. Η Ιουδαιοχριστιανική κληρονομιά του νόμου των Λευιτών θεωρείται σήμερα πηγή της παρούσας ανισότητας των δύο φύλων.



Ταυτότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ασερά ήταν η αγαπημένη θεά των αρχαίων Ισραηλιτών, παρά το κάλεσμα των ιερέων τους να παραμείνουν πιστοί στον Γιαχβέ. Οι βιβλικοί προφήτες την καταδικάζουν επανειλημμένα με το όνομα Αστορέθ, καθώς η κατάληξη –ορέθ συνδέεται με εβραϊκά σύμβολα που προστέθηκαν για να συσχετίσουν το όνομα με τη λέξη μποσέθ, που σημαίνει ντροπή. Η χρήση αυτού του ονόματος, πιθανός συνδυασμός του Ασερά και του Αστάρτη, φαίνεται πως προκάλεσε αρκετή σύγχυση στους σύγχρονους λόγιους. Ήταν, επίσης, η οικιακή θεά των Εβραίων και των Καναανιτών (δηλ. των Παλαιστινίων). Αυτός ο τύπος της Ασερά φθάνει στο χρονικό βάθος των 4.000 χρόνων. Είναι η θεά που λατρεύτηκε από τον βασιλιά Σολομώντα, και ήταν γνωστή ως «Κανιγιάτου Ελιμά», δηλαδή «εκείνη που δίνει ζωή στους θεούς».

Η Ασερά (από το εβραϊκό אשרה) θεωρείται γενικά ταυτόσημη με την ουγγαριτική θεότητα Αθιράτ, μια μείζονα σημιτική μητέρα θεά που εμφανίζεται περιστασιακά στις Ακκαδικές πηγές ως Ασράτουμ/Ασράτου και στις ανάλογες χιττιτικές ως Ασερτού ή Ασερντού. Στα ουγγαριτικά κείμενα (πριν το 1200 Π.Κ.Ε.) η Ατιράτ ονομάζεται τρεις φορές ατρτ υμ και ατιράτ γιαμμί, η «Ατιράτ της Θάλασσας» ή πληρέστερα 'Εκείνη που περπατά στη θάλασσα'. Διάφοροι σχολιαστές θεωρούν πως προέρχεται από την Ουγγαριτική ρίζα -ατρ 'δρασκελίζω', συνώνυμη με την εβραϊκή ρίζα 'σρ με το ίδιο νόημα.

Στα συγκεκριμένα κείμενα η Ατιράτ είναι η σύζυγος του θεού Ελ και υπάρχει μια αναφορά στους εβδομήντα γιους της Ατιράτ, πιθανώς οι ίδιοι με τους εβδομήντα γιους του Ελ. Ωστόσο, η Ατιράτ διακρίνεται ξεκάθαρα από την Αστάρτ (τη γνωστή μας Αστάρτη), με την οποία συνήθως συγχέεται. Ένα άλλο όνομά της είναι Ελάτ (θηλυκό του Ελ) και Κοντές (Αγιότης). Ανάμεσα στους Χιττίτες τούτη η θεότητα εμφανίζεται ως Ασερντού ή Ασερτού, η σύζυγος του Ελκουνίρσα και μητέρα 77 ή 88 γιων. Στην Αίγυπτο, από τη 18η δυναστεία αρχίζει να εμφανίζεται μια θεά σημιτική που ονομάζεται Κονσού ('Αγιότης'), εξισωμένη με την τοπική αιγυπτιακή θεά Άθωρ. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι πρόκειται για την Ατιράτ/Ασρατού, με το ουγγαριτικό της όνομα Κοντές. Η Κονσού δεν φαίνεται να είναι ούτε η Αστάρτ ούτε η Ανάτ, καθώς και οι δύο αυτές θεότητες εμφανίζονται εικονογραφικά διαφορετικές και εμφανίζονται επίσης σε μία τουλάχιστον απεικόνιση μαζί με την Κονσού.

Στην Περσική, την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο, εξαιτίας της γενικής τάσης συγκρητισμού, αλλά και της ειδικής σε ό,τι αφορούσε στις θεές, η Ατιράτ/Αστρούμ εξαφανίστηκε, τουλάχιστον ως προεξέχουσα θεότητα με αναγνωρίσιμο όνομα. Οι βιβλικές αναφορές υποδεικνύουν ότι μια θεά Ασερά λατρευότασν στο Ισραήλ και την Ιουδαία ως Θεά του Ουρανού, προς την οποία έντονα αντιτίθεται ο Ιερεμίας. Αλλά η λέξη Ασερά επίσης αναφέρεται σε κάποια ράβδο (πόλο). Για τους Φοίνικες γείτονες των Εβραίων, οι υψηλές λίθινες στήλες δήλωναν την ιερή παρουσία μιας θεότητας και η Ασερά ίσως είναι η πανάρχαια ανάμνησή τους. Ή η λέξη Ασερά σημαίνει πιθανώς ζων δένδρο ή άλσος και συνεπώς σε ένα διαφορετικό εννοιολογικό πλαίσιο σημαίνει ιερό. Αυτές οι χρήσεις έχουν προκαλέσει σχετική σύγχυση στους βιβλικούς μεταφραστές.

Πολλές παλαιότερες μεταφράσεις αποδίδουν την Ασερά ως «άλσος». Υπάρχει ακόμα διαφωνία μεταξύ των μελετητών ως προς το βαθμό στον οποίο η Ασερά (ή διάφορες θεές που ταξινομούνται ως Ασερά) λατρευόταν στο Ισραήλ και την Ιουδαία και ως προς το εάν μια τέτοια θεά ή κατηγορία θεαινών είναι απαραιτήτως ταυτόσημη με τη θεά Ατιράτ /Ασρατού. Το γεγονός ότι η επιγραφή που ανακαλύφθηκε αναφέρεται στον Γιαχβέ...και την Ασερά «του» εγείρει αμφιβολίες για το εάν η Ασερά ήταν απλώς λατρευτικό αντικείμενο παρά θεά, γιατί στα εβραϊκά, τα προσωπικά ονόματα δεν παίρνουν επιθέματα όπως το «του». Επομένως, σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό η αναφορά στην «Ασερά του» θα μπορούσε να υποδεικνύει ότι εξετάζουμε κάποιο αντικείμενο, μάλλον, παρά ένα πρόσωπο. Όμως, ο Γουΐλιαμ Ντέβερ (William Dever) υποστηρίζει ότι είναι πιθανώς ανόητο να επικαλείται κανείς ένα αντικείμενο, εκτός και αν αυτό το αντικείμενο λειτουργεί ως σύμβολο που αντιπροσωπεύει μια πραγματική θεία δύναμη. Υποστηρίζει ότι εάν πούμε πως η Ασερά είναι απλώς «αντικείμενο», τότε δεν έχει δύναμη, καμία αποτελεσματικότητα, καμία δυνατότητα να προστατεύσει ή να ευλογήσει. Έχει σημασία μόνο αν υποθέσει κανείς ότι είναι σύμβολο μιας ιεροφάνειας. Ο Κ. φαν ντερ Τουρν (K. van der Toorn) με τη σειρά του επίσης θεωρεί ότι τέτοιες απόψεις για την καταλληλότητα του επιθέματος δεν στέκουν. «Το επιχείρημα ότι τα ονόματα δεν μπορούν να έχουν επίθεμα είναι άκυρο: οι θεότητες είναι δυνατόν να εξατομικευθούν συνδεόμενες με κάποιον τόπο, μια ομάδα ανθρώπων ή μια σχετική θεότητα'.

Οι περισσότερες από τις 40 αναφορές στην Ασερά στη Βίβλο προέρχονται από πηγές που εκδόθηκαν από τον Δευτερονομιστή. Στη μελέτη της Τίλντε Μπίνγκερ (Tilde Binger) διαπιστώνεται ότι υπάρχει εχθρότητα για τη θέα Ασερά ως «μια ξύλινη ανεικονική στήλη κάποιου είδους, ζων δένδρο ή σύνηθες άγαλμα». Όταν ο νεαρός μεταρρυθμιστής Ιεζεκίας ο υιός του Άχαζ ανέβηκε στο θρόνο της Ιουδαίας (περίπου κατά τον 7ο αιώνα Π.Κ.Ε.): "Εσήκωσε τους υψηλούς τόπους και εσύντριψε τα αγάλματα και κατέκοψε τα δάση». Με άλλα λόγια στην Παλαιά Διαθήκη καταγράφεται εκτός των άλλων και μια αναίτια συστηματική αποψίλωση του φυσικού τοπίου, εκτός και αν θεωρήσουμε ότι η λέξη άλσος είναι παρερμηνεία της λέξης Ασερά.

Ασερά και Αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο επιγραφές «Ο Γιαχβέ της Σαμάρειας/ο φύλακας και η Ασερά του» σε όστρακα πίθου βρέθηκαν στον αρχαιολογικό τόπο ενός καραβανσεράι του 8ου αιώνα Π.Κ.Ε. στο Κουντιλλέτ Αζρούντ (Εβρ. Χορβάτ Τεμάν) στο Νεγκέβ. Από έναν αρχαιολογικό τόπο δυτικά της Χεβρώνας, που ταυτίζεται με τη βιβλική Μακεντά σε μια επιγραφή –προΐόν λαθρανασκαφής- διαβάζουμε: «Ευλογημένος να είναι ο Ουριγιάχου από τον Γιαχβέ και την Ασερά του, από τους εχθρούς του Εκείνος τον έσωσε!». Αν και απαγορευμένη από τους Εβραίους, η λατρεία των θεαινών συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής στο Ισραήλ στην κρυμμένη μορφή της ιερής πορνείας, έως ότου ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας έκλεισε τους οίκους μετά τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό.

Στο νεοεκδοθέν βιβλίο του, Είχε ο θεός σύζυγο; (Did God Have a Wife?), ο αρχαιολόγος William G. Dever ενημερώνει ουσιαστικά το αρχείο της μητριαρχικής λατρείας. Θεωρεί ότι το 90% των ανθρώπων της αρχαίας Παλαιστίνης –της δεύτερης χιλιετίας και των πρώτων αιώνων της πρώτης χιλιετίας Π.Κ.Ε.- ζούσαν σε διεσπαρμένες και απομονωμένες αγροτικές κοινότητες ακόμα και μετά από την ανάδυση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας μιας ενωμένης μοναρχίας. Αυτές οι κοινότητες ασκούσαν μια θρησκεία αρκετά διαφορετική από τη μονοθεϊστική, πατριαρχική, και κανονιστική θρησκεία που βρίσκουμε στην Παλαιά Διαθήκη και τις εβραϊκές γραφές. Χαρακτηριζόταν μάλλον από αυτό που έκαναν οι άνθρωποι, παρά από αυτό που σκέπτονταν. Ήταν πολυθεϊστική, αδέσμευτη από γραπτούς κανόνες και κυρίως ήταν μητριαρχική.

Η κύρια θεά τους ήταν η Ασερά, σύζυγος του ανώτερου των αρχαίων θεοτήτων της περιοχής. Στο πάνθεον αυτών των θεοτήτων συμμετείχαν οι Σαπς (ήλιος), Γιαρίχ (σελήνη), Αστάρτη (ανδρόγυνος) και Ανάτ (πολεμιστής), μερικές των οποίων προσδιορίζονταν ενίοτε ως Ασερά. Η λατρεία της Ασερά επιβεβαιώνεται από το αρχαιολογικό αρχείο, που μας επιτρέπει να επανερμηνεύσουμε ακατανόητα προηγουμένως εδάφια των αρχαίων κειμένων. Αυτά τα κείμενα περιλαμβάνουν φυσικά και την ίδια τη Βίβλο, η οποία παρέχει άφθονα στοιχεία προσπαθειών καταστολής ή εξάλειψης πληροφοριών για τη διαδεδομένη λατρεία της Ασερά και άλλων πολυθεϊστικών πρακτικών.

Η Ασερά ήταν κεντρική θεότητα, στην οποία όφειλαν λατρεία τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες. Οι εβραϊκές καββαλιστικές γραφές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μιας πρώιμης θεάς, της Σεκινά, και πιστοποιούν την ιερή πράξη της σεξουαλικής ένωσης της Σεκινά και του Γιαχβέ αρκετά περιγραφικά. Φυσικά, η ύπαρξη μιας μητριαρχίας, προηγούμενης χρονικά των πατριαρχικών θεοτήτων σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς γίνεται συνήθως αποδεκτή, ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν τη μια Μεγάλη Μητέρα ως αρχική θεότητα όλων των υπόλοιπων. Το νέο, ωστόσο, είναι η ανακάλυψη ότι η μητριαρχία ήταν τόσο σταθερά εδραιωμένη στη γη των τριων μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών του κόσμου. Ο αναφέρει στοιχεία της λαϊκής θρησκείας της θεάς σε λατρευτικά ιερά σε όλη την Παλαιστίνη, και τη λατρεία της θεάς σε ειδώλια τερακότας, σε τυποποιημένα εμβλήματα της θηλυκής λατρείας και στις πολλές καλυμμένες βιβλικές αναφορές στην Ασερά.

Τα ειδώλια απεικονίζουν μια θηλυκή μορφή με τα μεγάλα στήθη και τυποποιημένο εικονιστικά ηβικό τρίγωνο. Η Βίβλος αναφέρεται στα ιερά της ως «υψηλοί τόποι» χαρακτηρισμένοι από την Ασερά –που μεταφράζονται χαρακτηριστικά ως «άλση» ή ξύλινοι πόλοι, αλλά θεωρούνται πλέον σύμβολα της θεάς. Η Ασερά ταυτιζόταν πλήρως με τα δέντρα -ενσωμάτωση της σοφίας στην αρχαία Καναανιτική θρησκεία- και πολλές απεικονίσεις την παρουσιάζουν να αναπτύσσεται από έναν κορμό δέντρου.

Αυτό που προκαλεί περισσότερο την ιουδαιοχριστιανική πίστη είναι ο ισχυρισμός του Ντέβερ ότι τα ιερά κείμενά τους είναι προϊόν μιας μικρής, αλλά αυξανόμενης λογοτεχνικής και θεολογικής ελίτ της Ιερουσαλήμ. Ο μονοθεϊσμός βάσει αυτής της υπόθεσης είναι μεταγενέστερη ανάπτυξη, πιθανώς της ύστερης Περσικής ή Ελληνιστικής περιόδου, αρκετά μετά τη βαβυλώνια αιχμαλωσία και συνεπώς προβολή των συγγραφέων και συντακτών της Βίβλου. Κάτι τέτοιο βέβαια έρχεται σε αντίθεση με τη συμβατική κατανόηση των βιβλικών κειμένων, τα οποία περιγράφουν την ιστορία της γένεσης της ανθρωπότητας από έναν αρσενικό Θεό, τον Γιαχβέ, την αποκλειστική καθοδήγηση ενός εκλεκτού λαού στη δημιουργία ενός έθνους και του κοινού πεπρωμένου ενός νομαδικού αγροτικού λαού που έγινε γνωστός με το όνομα Ισραηλίτες.

Η γονιμότητα της Καναάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H ράβδος (πόλος) της Ασερά (πληθ. αρσ. ασερίμ) είναι πιθανώς κάποιο ραβδί ή δένδρο φυτευμένο προς τιμήν της θεάς και αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις στη Βίβλο (Έξοδος, Δευτερονόμιο, Κριταί, Βασιλέων Α΄- Β΄, στον Ησαΐα και τον Ιερεμία). Οι πόλοι κατασκευάζονταν -λειτουργούσαν και ως αποτροπαϊκά σύμβολα για τυμβωρύχους- μάλλον από ξύλο τις περισσότερες φορές, όπως φαίνεται από την εντολή του Θεού στον Γεδεών να κόψει τον πόλο της Ασερά που βρισκόταν δίπλα στον βωμό του Βάαλ και να χρησιμοποιήσει το ξύλο για πύρινη προσφορά. Ο Γεδεών φοβόταν τόσο την οικογένειά του και τους συμπολίτες του, που πήρε μαζί του δέκα από τους υπηρέτες του και το έκοψε τη νύκτα. Στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται φανερό ότι ο Θεός δεν συμπαθούσε τις ράβδους της Ασερά και είναι γενικώς εμφανής η προσπάθεια καταστροφής των συμβόλων της. Στο Δευτερονόμιο, ιστ΄ 21, αναφέρεται «Ου φυτεύσεις σεαυτώ άλσος, παν ξύλον, παρά το θυσιαστήριον του Θεού σου ου ποιήσεις σεαυτώ».

Για να κατανοήσουμε την εξελισσόμενη φύση της έννοιας του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, είναι ουσιαστικό να εξετάσουμε τον ευρύτερο και αρχαιότερο τομέα των Καναανιτικών θεοτήτων της Συρίας-Παλαιστίνης, γιατί εκεί θα βρούμε όχι μόνο τον «Θεό πίσω από το Θεό», τον αρχαίο των ημερών που λατρεύτηκε από τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και αναζωογονήθηκε από τον Δανιήλ και τους αποκαλυπτικούς, αλλά και αρχέτυπα που μας οδηγούν πίσω στους θεούς και τις θεές της γονιμότητας, από τους οποίους προήλθαν αρχικά οι έννοιες της θεότητας.

Οι Σημίτες διαιρούνται γενικά στους ανατολικούς, που αντιπροσωπεύονται από τους Ασσύριους και τους Βαβυλώνιους και τους δυτικούς που χωρίζονται ανάμεσα στους νότιους στην Αραβία και την Αιθιοπία και τους βόρειους στην Παλαιστίνη και τη Συρία. Ο όρος κα-να-να-ούμ χρησιμοποιείτο από τους γηγενείς από το 3500 Π.Κ.Ε., (Aubet). Η εβραϊκή λέξη κανα'ανί σήμαινε έμπορος, αλλά το αρχικό νόημα πιθανώς προήλθε από το ακκαδικό κιναχχού το κοκκινοβαμμένο μαλλί.

Κεντρική θεότητα για τους Σημίτες ήταν ο Ελ, ο αρχαίος πατέρας-θεός δημιουργός και η σύζυγός του, η Ατιράτ ή Ασερά. «Και οι δύο ήταν αρχέγονες υπάρξεις, καθώς υπήρχαν ανέκαθεν». Ο Ελ, του οποίου το όνομα σήμαινε απλά «ο Θεός» ήταν ο δημιουργός και ο γεννήτορας, ο επόπτης της σύλληψης, εκείνος που γέννησε τους θεούς, που αποκαλείτο επίσης Ταύρος Ελ ως συνέχεια του αρχαίου θεού-ταύρου της γονιμότητας. Η Ασερά και ο Ελ καθίστανται έτσι σύμβολα του ιερού γάμου του θηλυκού και του αρσενικού, του ταύρου και της γήινης θεάς. Ο Ελ υποτίθεται βγήκε από τη θάλασσα για να ζητήσει από δύο θεές, πιθανώς η μία ήταν η Ατιράτ και η άλλη η Ανάτ, να επιλέξουν αν ήθελαν να είναι σύζυγοί του ή κόρες του. Επέλεξαν το πρώτο. Απόγονοί τους ήταν ο Σαχήρ και ο Σαλήμ, το άστρο του πρωινού και το άστρο του δειλινού.

Πολλά από τα αρχέτυπα που αναγνωρίζουμε σήμερα ως Γιαχβέ έχουν την προέλευσή τους στον Ελ. Είναι ο αρχικός Θεός δημιουργός -ο «δημιουργός των δημιουργημένων πραγμάτων»- κάτι που περιλαμβάνει σίγουρα τη γονιμότητα, αλλά μπορεί επίσης να περιλάβει τη δημιουργία του ουρανού και της γης όπως με τους μεσοποτάμιους Μαρντούκ και Τιαμάτ, η μυθολογία των οποίων προέρχεται εν μέρει από τους αρχαιότερους Καναανιτικούς μύθους. Ο Ελ ήταν ο προαιώνιος, ο πατέρας και κριτής. Ήταν μια βασιλική και ευγενική μορφή, αγαθοεργή αλλά όχι μη εξελίξιμη. Ήταν ο θεός των διαταγμάτων και ο πατέρας του βασιλιά. «Ήταν ευθύνη του η εξασφάλιση εκείνης της ισορροπίας μεταξύ όλων των συγκρουόμενων και ανταγωνιστικών δυνάμεων». Έτσι έγινε σεβαστός από τους άλλους θεούς – «Η εντολή σου Ελ είναι σοφή, η σοφία σου είναι αιώνια». «Δεν ήταν τυχαίο το ότι αποκλήθηκε ο Ελ «ευγενικός και αγαθοεργός» - ένα πρότυπο που θυμίζει πιθανώς τον «Αλλάχ τον φιλεύσπλαχνο, τον συμπονετικό» του Ισλαμισμού. Όχι ότι ο Ελ ήταν ανίκανος να θυμώσει, καθώς η καταπάτηση του κανόνα στην κοινότητα... θα μπορούσε να τον προκαλέσει, και τότε προέτρεπε τις γειτονικές δυνάμεις να εισβάλλουν και να κατακτήσουν. Για να αποτρέψει τέτοιες καταστροφές ο βασιλιάς έπρεπε να εκτελέσει τις κατάλληλες ιεροτελεστίες εξευμενισμού και να προσφέρει τις ανάλογες θυσίες».

Η Ασερά, η προέλευση της οποίας διαφέρει από εκείνη της Αστάρτης, ήταν η «εν σοφία Κυρία των Θεών» και αποκαλείτο από τους Σουμέριους Ασνάν «η δύναμη όλων των πραγμάτων», μια «ευγενική και όμορφη κυρά» Οι Καναανίτες την ονομάζουν «Αυτή που γεννά τους Θεούς» ως «Κυρία που διασχίζει τη θάλασσα» είναι θεά και της θάλασσας και της Σελήνης. Αν και στην Παλαιά Διαθήκη ταυτίζεται με τα άλση, γεγονός που υποδηλώνει ότι αντλεί την πανάρχαια καταγωγή της από τις προϊστορικές περιόδους του ανιμισμού, φαίνεται πως εξαρχής συμβολίζει την προαιώνια σοφία του Πνεύματος και συνεπώς εκείνη τη δύναμη που βοηθά τον Ελ στη σοφή διακυβέρνηση του κόσμου. Είναι, λοιπόν, η δύναμη που βάζει τάξη στο χάος και τούτο υποδηλώνεται στο θαλάσσιο συμβολισμό της. Η θάλασσα είναι η μήτρα της ζωής. Η Ασερά είναι η αιώνια θηλυκή δύναμη της σχηματοποίησης και της διαμόρφωσης.

Αν και η Καναανιτική μυθολογία διαφέρει από πόλη σε πόλη, η ανακάλυψη των εκτεταμένων αρχείων του έπους του Κερέτ στην Ουγγαρίτ, μας δίνει μια λεπτομερή άποψη των Καναανιτικών θεών και θεαινών, που χρονολογείται από τον συγγραφέα Ελιμελέκ περίπου το 1370 Π.Κ.Ε. Είναι η εποχή κατά την οποία οι βασιλείς κυβερνούσαν παραδοσιακά ως μεσάζοντες των θεών για τη διατήρηση της γονιμότητας της γης. Από αυτή την άποψη ο κεραύνιος Ελ-ταύρος ανήκει στους γονιμοποιούς θεούς που στέκουν δίπλα στη χθόνια-σεληνιακή Μεγάλη Μητέρα και αφομοιώνει τις ιδιότητές της, αφού σε τελική ανάλυση από εκείνην εξαρτάται η παγκόσμια ευφορία.

Με τη γέννηση των νέων θεών και των θεαινών η Ασερά και ο Ελ δεν είναι πλέον οι πρωταγωνιστές του κοσμικού δράματος. Όπως συμβαίνει με τη σουμεριακή και πολλές άλλες μυθολογίες αναπτύσσεται μια κοσμική προσπάθεια για υπεροχή, που εξελίσσεται συνήθως σε θανάσιμο αγώνα. Από εδώ εξυφαίνεται η πλοκή του κοσμικού δράματος και η τραγική γονιμότητα των θεών της Καναανιτικής μυθολογίας. Η διατήρηση της κοσμικής τάξης ενάντια στα ταραχώδη ύδατα του χάους και η άγονη εποχή του θανάτου και του αγώνα, που συνδέεται με τις νέες θεότητες που προκύπτουν από τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Η Ασερά, ως εκπρόσωπος της Μεγάλης Μητέρας υπήρξε θύμα αυτών των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών. Αν και η Παλαιά Διαθήκη διακρίνεται για την έντονη πολεμική της ενάντια στον Βάαλ, την Ασερά και την Αστάρτη, ορισμένα από τα κοινωνικά στοιχεία και τις πρακτικές των Εβραίων γίνονται ίσως καλύτερα κατανοητά, μέσα στο εννοιολογικό πλαίσιο της Καναανιτικής μυθολογίας και ιδιαίτερα της λατρείας της Ασερά, ενός απωθημένου αρχέτυπου στο συλλογικό ασυνείδητο που βρίσκει τους δικούς του δρόμους για να κάνει έκδηλη την παρουσία του.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Aubet, Maria E., The Phoenicians and the West, Cambridge University Press, New York, 1987, 1993.
  • Bayley Harold, The Lost Language of Symbolism, Trafalgar Square (1996)
  • Berlinerblau Jacques, «Official Religion and Popular Religion in Pre-Exilic Ancient Israel», στο 23d annual Rabbi Louis Feinberg Memorial Lecture in Jewish Studies, Department of Judaic Studies, University of Cincinnati (May 11, 2000)
  • Binger Tilde, Asherah: Goddesses in Ugarit, Israel and the Old Testament (1997)
  • Cohn, Norman Cosmos Chaos, Bath University Press, (Avon 1993)
  • Dever W. G., Did God Have a Wife? Archeology and Folk Religion in Ancient Israel , William B Eerdman Publishing Company, (2005)
  • Eliade Mircea, Πραγματεία πάνω στην Ιστορία των Θρησκειών, Χατζηνικολής, (Αθήνα, 1981)
  • Gordon, Cyrus H., «Poetic Legends and Myths from Ugarit» στο Berytus 25 (1977)
  • Keel & Uehlinger, Gods, Goddesses and Images of God in Ancient Israel (1992)
  • Pritchard James, ed., The Ancient Near East: Supplementary Texts and Pictures Relating to the Old Testament, Princeton University Press, Princeton, 1969.
  • Weinfeld, Moshe, «Kuntillet Ajrud Inscriptions and their Significance», στο Studi Epigrafici e Linguistici, 1 (1984).

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]