Αντιόπη η Βοιωτή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


«Δίας και Αντιόπη», έργο του Αντουάν Βαττώ, Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι (1715).

Η Αντιόπη αυτή ήταν θυγατέρα του ποτάμιου θεού Ασωπού κατά την Οδύσσεια (λ 260) ή, σύμφωνα με άλλους μύθους, του βασιλιά της Θήβας Νυκτέα και της Πολυξούς (Απολλόδ. Γ 10,1, Ευστάθ. 1682, 43).

Ο θεός Δίας ερωτεύθηκε την Αντιόπη όταν την είδε κάποτε να κοιμάται και μεταμορφώθηκε σε Σάτυρο για να την κατακτήσει (Οβιδίου «Μεταμορφώσεις», VI 110 κ.ε.). Εγκαταλείποντας τότε τη Βοιωτία, η Αντιόπη πήγε στη Σικυώνα και παντρεύτηκε τον βασιλιά της, τον Εποπέα. Λίγους μήνες αργότερα γέννησε δύο γιους: τον Αμφίονα (από τον Δία) και τον Ζήθο (από τον Εποπέα). Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η Αντιόπη δεν βρήκε ποτέ καταφύγιο στην Κορινθία, αλλά γέννησε κάτω από δραματικές και περιπετειώδεις συνθήκες, καταδιωκόμενη από τον πατέρα της, τον Ασωπό ή τον Νυκτέα, επειδή είχε μείνει έγκυος από τον Δία. Την είχε συλλάβει ο θείος της ο Λύκος μετά από όρκο που είχε δώσει στον πατέρα της πριν τον θάνατο του τελευταίου (εκδοχή Νυκτέα), και την πήγαινε στη Θήβα. Στον δρόμο την έπιασαν οι πόνοι του τοκετού και οι συνοδοί της αναγκάσθηκαν να την αφήσουν να γεννήσει σε μια σπηλιά τους δίδυμους Αμφίονα και Ζήθο. Ο Λύκος εγκατέλειψε μόνα τα νεογέννητα σε φαράγγι του Κιθαιρώνα και έφυγε με τη μητέρα τους στη Θήβα. Τα τέκνα ανατράφηκαν από κάποιο βοσκό και μεγάλωσαν χωρίς να μάθουν τις συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκαν. Κάποτε η Αντιόπη κατάφερε να δραπετεύσει και να τα βρει, αλλά εκείνα δεν ήθελαν να την αναγνωρίσουν ως μητέρα τους και την κράτησαν μάλιστα αιχμάλωτη σε καλύβα. Μόνο με τη βοήθεια του Δία μπόρεσαν να την αναγνωρίσουν, οπότε μετά τιμώρησαν σκληρά τους διώκτες της, τον Λύκο και τη σύζυγό του Δίρκη, και εγκαταστάθηκαν με τη μητέρα τους στη Θήβα, όπου έγιναν θρυλικοί ήρωες της Βοιωτίας.