Αδελφότης Θεολόγων «Η Ζωή»

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αδελφότης Θεολόγων «Η Ζωή» ιδρύθηκε το 1907 στην Αθήνα από τον Ιερομόναχο της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου, Ευσέβιο Ματθόπουλο. Αποτελεί Ορθόδοξη χριστιανική αδελφότητα μοναστικώς οργανωμένη.[1]

Σκοπός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στόχος της Αδελφότητας είναι αφ' ενός "η αμοιβαία βοήθεια των μελών προς ηθικήν αυτών προαγωγήν και η διάδοση των χριστιανικών αρχών και αληθειών μεταξύ του λαού μέσα από την οργάνωση κηρυγμάτων και την έκδοση και διάδοση δημοσιευμάτων ηθικοπλαστικών", όπως δηλωνόταν χαρακτηριστικά στο καταστατικό της Αδελφότητας.[2] Η Ζωή διακατεχόταν από την ιδέα της μεταβολής της κοινωνίας σε βασιλεία του Θεού ή με άλλα λόγια επεδίωκε την «πλήρη ορθόδοξη θρησκειοποίηση της ελληνικής κοινωνίας».[3] Μεγάλη προσπάθεια κατέβαλε στην κατεύθυνση "μιας επαρκούς και πιο τονισμένης διδασκαλίας γύρω από την Ευχαριστία και την Εκκλησία"[4], σε συνέχεια των αγώνων των Κολλυβάδων των περασμένων αιώνων, και λόγω της μαζικότητας που αργότερα έλαβε το κίνημά της, η ευχαριστιακή θεολογία και πράξη επανήλθε στο προσκήνιο.[5]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αδελφότητα ιδρύθηκε το 1907 ως αστικό σωματείο[6] από τον ιερομόναχο Ευσέβιο Ματθόπουλο, υποτακτικό του Ιγνάτιου Λαμπρόπουλου, και ομάδα ορθοδόξων θεολόγων, που είχε συνδεθεί μαζί του πνευματικά. Ιδρυτικά της μέλη ήταν οι Παναγιώτης Τρεμπέλας, Δημήτριος Παναγιωτόπουλος, Ιωάννης Κολιόπουλος και Διονύσιος Φαραζουλής. Ο Ματθόπουλος είχε έρθει στην Αθήνα μετά το θάνατο του γέροντά του, για να σπουδάσει φιλολογία και συνδέθηκε με τους μαθητές του Ιγνάτιου Λαμπρόπουλου και την κίνηση του Μακράκη. Το 1884 μετά τα σιμωνιακά ο Ματθόπουλος απέστη από τον Μακράκη και άρχισε με ευλογία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος κηρυκτικές περιοδείες στην Ελλάδα, στη Σμύρνη και αλλού. Το 1907 συγκρότησε μια ομάδα από κληρικούς και λαϊκούς θεολόγους με το όνομα Ζωή με σκοπό τον πολλαπλασιασμό και τη συνέχιση του κηρύγματος.[7] Συγκροτήθηκε σε μια ιδιότυπη μοναστική κοινοβιακή κοινότητα, με μέλη κυρίως λαϊκούς θεολόγους, συνεπτυγμένα γύρω από έναν άγαμο κληρικό-πνευματικό και συμβίωναν σε δικό τους κοινοβιακό κτήριο της οδού Ιπποκράτους.[8] Για τις λατρευτικές ανάγκες των μελών της διέθετε δύο ναούς, έναν στο κοινοβιακό της κτήριο στην Ιπποκράτους κι ένα στο κτήμα της στην Αγία Παρασκευή.[9] Το 1911 εξέδωσε το περιοδικό "Ζωή", το οποίο συνεχίζει να εκδίδεται μέχρι σήμερα.

Η επίδραση της αδελφότητας ήταν κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες από την ίδρυσή της σχετικά περιορισμένη. Το 1926 οργάνωσε τα πρώτα της κατηχητικά σχολεία. Παράλληλα, οργανώθηκαν κατηχητικές συνάξεις για όλες τις ηλικίες, με κυριότερες τους κύκλους μελέτης Αγίας Γραφής[10]. Το 1929, με αφετηρία το Σύλλογο Εσωτερικής Ιεραποστολής Απόστολος Παύλος ξεκινά την ανάπτυξη ενός δικτύου ενώσεων και σωματείων, που διευρύνεται μέχρι τα τέλη του 1950: δημιουργούνται φοιτητικά σωματεία, σωματεία διπλωματούχων, γονέων, επαγγελματικά, με βάση το φύλο, τη θέση μέσα στην οικογένεια. Έτσι ιδρύεται ο Ακαδημαϊκός Κοινωνικός Σύνδεσμος (1933), που το 1945 μετονομάστηκε σε Χριστιανική Φοιτητική Ένωση, η Χριστιανική Ένωση Επιστημόνων (1937)[11] και η Χριστιανική Ένωση Εργαζομένης Νεολαίας (1946).[12][13] Παράλληλα, προχώρησε στην έκδοση θεματικών εκδόσεων, όπως της Ζωής του Παιδιού, των Ακτίνων, της Ελληνοχριστιανικής Αγωγής.[12] Το 1940 η Αδελφότητα διηύθυνε 494 κατηχητικά σχολεία, με 60.000 μαθητές και μαθήτριες. Η τάση ήταν αυξητική με αποτέλεσμα η Αδελφότητα να έχει ιδρύσει έως το 1952 περίπου 2.000 κατηχητικά σχολεία. Την ίδια περίοδο, το έντυπο της Ζωής έφτανε σε κυκλοφορία τα 165.000 αντίτυπα.[14]

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, η Ζωή παράλληλα με το πνευματικό της έργο, οργάνωσε και συσσίτια για τα παιδιά των μεγάλων πόλεων.[15][16]

Μεταξύ των παραγόντων που συνέβαλαν στην απήχηση της Αδελφότητας ήταν η χρήση της δημοτικής στο κήρυγμα, η αντίθεση στους «ρουτινιάρηδες κληρικούς της διοικούσας Εκκλησίας και στον έκλυτο βίο μερικών ιεραρχών» με την προβολή του ήθους και της ευπρέπειας των μελών της αδελφότητας. Η απήχησή της φάνηκε και στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όταν κάποιοι επίσκοποι υιοθέτησαν την πρακτική της εκφώνησης των μυστικών ευχών της λειτουργίας κατά το παράδειγμα της Ζωής.[17] Για πολλούς, επίσης, η ένταξη στο έργο της Αδελφότητας αποτελούσε μια νοηματοδότηση της ζωής τους. Ο Χρήστος Γιανναράς αναφέρει: «Κι όμως παρά τη θρησκευτική μονομέρεια, θα μου ήταν δύσκολο να αρνηθώ ότι χαρήκαμε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια μέσα στην Ομάδα.[...]Ακόμα και τη στράτευσή μας δεν την εισπράτταμε αρνητικά: έδινε ένα νόημα στην καθημερινότητά μας, μιαν εγρήγορση, γύμναζε τις όποιες ικανότητές μας [...] Η σύγκριση με τα άλλα παιδιά, στη γειτονιά ή στο σχολείο, μας έκανε να νιώθουμε πραγματικά ευεργετημένοι. Εμείς δεν γνωρίσαμε ποτέ την ερημιά και τη βαρεμάρα της μοναξιάς του Σαββατοκύριακου[...]».[18]

Παράλληλα, από τα χρόνια ήδη του μεσοπολέμου, αλλά με αποκορύφωμα στα χρόνια του Εμφυλίου, η κίνηση της Ζωής αντιμετωπίστηκε ως πνευματικό αντίβαρο απέναντι στον κομμουνισμό.[19] Η Ζωή χρησιμοποιήθηκε από την κυβερνητική πλευρά ως βασικός εκφραστής της αντικομμουνιστικής ιδεολογίας. Έτσι το 1948 ιδρύεται από την οργάνωση και σε συνεργασία με τον βασιλιά Παύλο ο σύλλογος Ελληνικόν Φως που αναλαμβάνει "την πνευματική καθοδήγηση του αντικομμουνιστικού αγώνος".[20][21] Τα περιοδικά Ζωή και Ακτίνες διανέμονταν στο στράτευμα.[22]

Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο της θρησκείας Αλέξανδρο Γουσίδη, η Ζωή είχε οργανωθεί προπολεμικά σε βάση εθνική και κλειστή σε επαγγελματικές ομάδες. Έτσι δεν μπορούσε να διαχύσει τις αξίες της σε όλη την ελληνική κοινωνία περιοριζόμενη σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, όπως η οικογένεια, οι εκπαιδευτικοί, οι έμποροι, οι τεχνίτες.[23] Αυτό το κενό ήλθε να καλύψει ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης, συνεργάτης της Αδελφότητας, ο οποίος με τη σύσταση του συλλόγου Ελληνικόν Φως προσπάθησε να απευθυνθεί προς τα μορφωμένα μέλη της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και στη διεθνή κοινότητα. Με το έργο του Προς ένα χριστιανικό πολιτισμό, που εκδόθηκε στα ελληνικά και τα αγγλικά, θέλησε να προβάλει το αίτημα για ένωση όλων των χριστιανών και των κοινωνιών τους πάνω στη βάση της βίωσης των χριστιανικών αξιών. Η ροπή αυτή προς ενοποίηση δεν ήταν άσχετη με το όλο κλίμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή στον κόσμο την περίοδο του Ψυχρού πολέμου (ΝΑΤΟ, ΟΗΕ, Οικουμενική Κίνηση). Όμως αυτό που διαπιστωνόταν από τον Τσιριντάνη ήταν για την ελληνική κοινωνία μια διάκριση μεταξύ θρησκευτικών αξιών και νέων κοινωνικών θεσμών: η εκκοσμίκευση είχε επιδράσει στις προσωπικές ζωές των ανθρώπων και στην καθημερινότητά τους. Αν κατά την ίδρυση της Ζωής σημειώθηκαν επιτυχίες στην προσωπική ζωή των ανθρώπων, πλέον αυτό στα τέλη της δεκαετίας του '50 ετίθετο σε αμφισβήτηση από τους συνεργάτες της Αδελφότητας. Ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης, για παράδειγμα, ίδρυσε δική του οργάνωση με όργανο το περιοδικό Συζήτησις από τις στήλες του οποίου εξέφραζε τη δυσφορία του για τη χαμένη ευκαιρία του Χριστιανισμού να λάβει ηγετική παρουσία στο ιστορικό γίγνεσθαι μεταπολεμικά.[24]

Το αδιέξοδο αυτό έφερε την οργάνωση στο πρόβλημα της επιστροφής στην ορθόδοξη παράδοση, για να διατηρηθεί ή να επεκταθεί παραπέρα. Δεν μπορούσε να στηριχθεί ούτε στην προσαρμογή των μεθόδων, ούτε στο απολογητικό και ηθικό κήρυγμα, αλλά στην αλήθεια της θεολογίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα πρεσβύτερα μέλη διαφωνούσαν με την προοπτική του ανοίγματος στη σύγχρονη κοινωνία, όπως επεδίωκε ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης. Συγκυριακά προέκυψε το θέμα της διαθήκης του πρώην προϊσταμένου της Ζωής Σεραφείμ Παπακώστα, ο οποίος είχε αφήσει διαθήκη με την οποία όριζε για διάδοχό του στη θέση του προϊσταμένου της Αδελφότητας τον πατέρα Ηλία Μαστρογιαννόπουλο. Τα πρεσβύτερα μέλη της Αδελφότητας όμως απέκρυβαν αυτή τη διαθήκη προκειμένου οι ίδιοι να διαχειρίζονται την εξουσία.[25]

Η κρίση έλαβε τη μορφή κριτικής ιδεών, τακτικής και προσώπων. Η Αδελφότητα είχε πάψει να είναι μια παρουσία ανθρώπων γύρω από ένα ηγέτη, αλλά μεταβλήθηκε σε σύστημα ιδεών στο οποίο μετέχουν άτομα. Τρεις γενιές συγκροτούσαν την οργάνωση εκείνη την περίοδο: η προπολεμική με ανεπτυγμένη τη συλλογική συνείδησή της, η μεταπολεμική με ατομική συνείδηση και η μεσοπολεμική διχασμένη και μετέωρη ανάμεσα στις δύο.[26] Έτσι, το 1959, 63 μέλη από την προπολεμική γενιά, ανάμεσα στους οποίους και τα ιδρυτικά μέλη της Ζωής, έφυγαν από την Αδελφότητα και τον επόμενο χρόνο ίδρυσαν την Αδελφότητα Θεολόγων «Ο Σωτήρ». Στη Ζωή παρέμεινε η μεσοπολεμική γενιά, ενώ η μεταπολεμική αποχώρησε επίσης από την Αδελφότητα για να ιδιωτεύσει, να μονάσει ή να ακολουθήσει τον προσωπικό της ποιμαντικό δρόμο.[26]

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημιουργία της Ζωής από την αρχή δέχτηκε ποικίλες επικρίσεις από πολιτικούς και εκκλησιαστικούς άνδρες. Σε δύο μάλιστα περιπτώσεις, το 1914 και το 1923, η Αδελφότητα οδηγήθηκε στην Ιερά Σύνοδο, κατηγορούμενη ότι ενθαρρύνει το κήρυγμα από τις γυναίκες, εισάγει καινοτομίες στη Θεία Ευχαριστία, αποκλίσεις από τα μυστήρια[12][27] και παρακίνηση των μελών της σε "αμετάπειστον αγαμίαν"[28]. Η "Ζωή" αθωώθηκε και στις δύο περιπτώσεις, ενώ τη δεύτερη, η απόφαση λήφθηκε παμψηφεί και αντί ψόγου αποδόθηκε έπαινος στην Αδελφότητα για το έργο της[29]. Τις καταγγελίες είχε κάνει ο τότε μητροπολίτης Καλαβρύτων Τιμόθεος,[30], ο οποίος τη δεύτερη φορά ανακάλεσε. Η παμψηφής συνοδική απόρριψη των κατηγοριών θεωρήθηκε ως έκφραση της θείας ευλογίας προς την Αδελφότητα[31].

Νεότερες ιστορικές μελέτες των Έφη Γαζή και Θεοδόση Τσιρώνη, ωστόσο, αναφέρουν ως λόγους, για τους οποίους η Ιερά Σύνοδος δεν προχώρησε στην καταδίκη της οργάνωσης τους εξής: α) την ενασχόληση της διοικούσας Εκκλησίας με το νέο σχέδιο νόμου για τη διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, κάτι που αποτελούσε βασική προτεραιότητα για τους ιεράρχες[32], β) το γεγονός ότι ο νέος αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α΄ δεν ήθελε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο ενόψει και του παλαιοημερολογητικού ζητήματος, αλλά και άλλων νέων ρήξεων που απειλούσαν την Εκκλησία[33], γ) την όλη παρουσία της Αδελφότητας, που παρουσίαζε ενδιαφέρον για την τότε διοίκηση της Εκκλησίας και απέβλεπε «σε νέες συμμαχίες εντός νέων κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών».[34] Οι συγγραφείς δε διασαφηνίζουν αν οι κατηγορίες κατά της Αδελφότητας ήταν όντως ευσταθείς. Ο Πολύκαρπος Καραμούζης αποδίδει τη διαμάχη μεταξύ Ζωής και διοικούσας Εκκλησίας στη μεταξύ τους προσπάθεια για καταξίωση στη συνείδηση της Εκκλησιαστικής κοινότητας: οι Επίσκοποι προέβαλαν τον θεσμικό τους ρόλο, ενώ η Ζωή το χαρισματικό της χαρακτήρα.[35]

Έντονη κριτική στο ήθος, τη νοοτροπία και τις πρακτικές της αδελφότητας άσκησε ο καθηγητής της Φιλοσοφίας και πρώην μέλος της, που αποχώρησε το 1964, Χρήστος Γιανναράς, στην αυτοβιογραφία του «Καταφύγιο Ιδεών», που πρωτοεκδόθηκε το 1987. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κριτική έχει επιδείξει η πλειονότητα των ελληνικών Μ.Μ.Ε.[36] Ιδιαίτερα, μετά τη Μεταπολίτευση, η αδελφότητα δέχτηκε έντονη κριτική και αμφισβητήθηκε η ίδια η εκκλησιολογική της οντότητα. Ο πιο συνήθης χαρακτηρισμός της είναι ως παρεκκλησιαστικής, χαρακτηρισμός που δηλώνει πως δρούσε παράλληλα με την Εκκλησία, με σκοπό είτε να την υποκαταστήσει είτε να την ενισχύσει στο έργο της. Ο χαρακτηρισμός αυτός όμως έχει αποκρουσθεί από τα μέλη της οργάνωσης αυτής ως παραπλανητικός και μη ανταποκρινόμενος στην θρησκευτική τους αυτοσυνειδησία[37].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γαζή (2011), σελ. 264, υποσ. 4. Όπως επισημαίνει η ιστορικός Έφη Γαζή, «Μέχρι σήμερα, η αδυναμία πρόσβασης στο Αρχείο της Αδελφότητος Θεολόγων Η Ζωή έχει αποτέλεσμα την αποκλειστική εξάρτηση των μελετών για την Αδελφότητα από δευτερογενείς πηγές, μαρτυρίες και δημοσιευμένα έργα».
  2. Σιγανού (2008), σελίδες 103–104.
  3. Σιγανού (2008), σελ. 104.
  4. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, εκδ. "Άρτος Ζωής", Αθήναι, σελ. 166
  5. Σύλλογοι και Αδελφότητες στο Σώμα του Ζώντος Χριστού, Σταύρος Μποζοβίτης, Αθήνα, εκδ. "Σωτήρος"
  6. Καραμούζης (2004), σελ. 310, υποσ. 229. Mε την υπ' αριθμ. 7125/21-10-1929 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών εγκρίθηκε το καταστατικό της και αναγνωρίσθηκε ως σωματείο.
  7. Τσάκωνας (1988), σελίδες 265–266.
  8. Καραμούζης (2004), σελίδες 310–311.
  9. Ι[ωάννης]Θ. [Κολιτσάρας], «Ζωή (Αδελφότης, περιοδικόν)», στο: Μεγάλη Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, τομ.3 (1968),σελ.38
  10. Ι[ωάννης]Θ. [Κολιτσάρας], «Ζωή (Αδελφότης, περιοδικόν)», στο: Μεγάλη Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, τομ.3 (1968),σελ.38-40
  11. Χριστιανικὴ Ἕνωση Ἐπιστημόνων (ΧΕΕ) [1]
  12. 12,0 12,1 12,2 Τσάκωνας (1988), σελ. 267.
  13. Σιγανού (2008), σελίδες 104–105.
  14. Γαζή (2011), σελίδες 306–307.
  15. Βλέπε την αυτοβιογραφική μαρτυρία του λογοτέχνη Γιώργου Ιωάννου στο: Γιώργος Ιωάννου, «Ο Χριστός αρχηγός μας...» , Η πρωτεύουσα των προσφύγων-Πεζογραφήματα, εκδ.Κέδρος, Αθήνα, 1984, σελ.113-181
  16. Φειδάς (1992), σελ. 176.
  17. Τσάκωνας (1988), σελίδες 268–269.
  18. Γιανναράς (2000), σελ. 65.
  19. Μαντζαρίδης (1990), σελίδες 313–314.
  20. Σιγανού (2008), σελ. 106.
  21. Γιανναράς (2000), σελ. 100 κ.εξ.
  22. Γαζή (2011), σελ. 307.
  23. Γαζή (2011), σελίδες 273–274.
  24. Γιανναράς (1992), σελ. 381.
  25. Γιανναράς (2000), σελ. 230.
  26. 26,0 26,1 Γουσίδης (1993), σελίδες 100–126.
  27. Γιανναράς (2000), σελίδες 153–154.
  28. Γαζή (2011), σελ. 281.
  29. Στράγκας (1970), σελ. 1215.
  30. Καραμούζης (2004), σελ. 330.
  31. Σύλλογοι και Αδελφότητες στο Σώμα του Ζώντος Χριστού, Σταύρος Μποζοβίτης, Αθήνα
  32. Έφη Γαζή, όπ.π., και Θεοδόσης Τσιρώνης, Εκκλησία πολιτευομένη. Ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1913-1941), εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2010, σελ.191 κ.εξ.
  33. Έφη Γαζή, όπ.π., σελ. 282
  34. όπ.π.
  35. Καραμούζης (2004), σελίδες 330–331.
  36. Γιανναράς (2000), σελίδες 288–289, δείτε αποσπάσματα δημοσιευμάτων του Τύπου την εποχή της διάσπασης.
  37. Μαντζαρίδης (1990), σελ. 313.

Βιβλιογραφία - Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γαζή, Έφη (2011). «Πατρίς θρησκεία, οικογένεια». Ιστορία ενός συνθήματος. 1880–1930. Αθήνα: Πόλις. ISBN 9789604353071. 
  • Γιανναράς, Χρήστος (1992). Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα. Αθήνα: Δόμος. ISBN 960-7217-54-3. 
  • Γιανναράς, Χρήστος (2000). Καταφύγιο ιδεών. Αθήνα: Ίκαρος. ISBN 978-960-7721-55-6. 
  • Γουσίδης, Αλέξανδρος (1993). Οι Xριστιανικές οργανώσεις. Η περίπτωση της αδελφότητος θεολόγων η "Ζωή": Κοινωνιολογική προσέγγιση. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς Π.Σ.. ISBN 978-960-242-098-0. 
  • Καραμούζης, Πολύκαρπος (2004). Κράτος, εκκλησία και εθνική ιδεολογία στη νεώτερη Ελλάδα (κλήρος, θεολόγοι και θρησκευτικές οργανώσεις στο μεσοπόλεμο. Διδακτορική διατριβή. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Τμήμα Κοινωνιολογίας. σελ. 301–350. http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/15577. 
  • Μαντζαρίδης, Γεώργιος (1990). Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη. σελ. 302–314. ISBN 978-960-343-298-2. 
  • Σιγανού, Μαρία (Ιούνιος 2008). «Ιδεολογικές συνιστώσες του θρησκευτικού λόγου στο εμφύλιο πόλεμο: Το παράδειγμα της Ζωής». Τα Ιστορικά (Μέλισσα) (Τόμος 25/Τεύχος 48): σελίδες 103–124. 
  • Στράγκας, Θεόκλητος (1970). Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών. Τόμος Β΄. Αθήναι. 
  • Τσάκωνας, Δημήτριος (1988). Ιδεαλισμός και Μαρξισμός στην Ελλάδα. Αθήνα: Κέδρος. 
  • Τσιρώνης, Θεοδόσης (2010). Εκκλησία πολιτευομένη. Ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1913–1941). Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο. ISBN 978-960-458-257-0. 
  • Φειδάς, Βλάσιος (1992). «Θρησκευτικές οργανώσεις». Εκπαιδευτική και Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Τόμος 21 – Θρησκείες. Εκδοτική Αθηνών. σσ. 175–176. 
  • Ψιλόπουλος, Γ. (1966). «Le mouvement «Zoï» dans l’Église orthodoxe de Grèce». Revue des science Religieuses (Καθολική Θεολογική Σχολή, Πανεπιστήμιο Στρασβούργου) (40/3): 258–289. 
  • Γιώργος ΙωάννουΟ Χριστός αρχηγός μας...» , Η πρωτεύουσα των προσφύγων-Πεζογραφήματα, εκδ.Κέδρος, Αθήνα, 1984, σελ.113-181
  • Ι[ωάννης]Θ. [Κολιτσάρας], «Ζωή (Αδελφότης, περιοδικόν)», στο: Μεγάλη Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, τομ.3 (1968),σελ.38-40

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Απόστολος Αλεξανδρίδης, «Ένα φαινόμενο της νεοελληνικής θρησκευτικής ζωής: οι χριστιανικές οργανώσεις», Το Σύνορο, τχ. 39 (φθινόπωρο 1966), σελ. 193-204 [2]
  • Χριστιανικὴ Ἕνωση Ἐπιστημόνων (ΧΕΕ) [3]
  • Χριστιανική Ένωση Εργαζέμενης Νεολαίας [4]
  • Ἀλέξανδρος Τσιριντάνης[5]
  • Demetrios Konstantelos, «The Zoe movement in Greece»[6]
  • Vasilios Makrides,«Orthodox in the service of Antikommunism: The Religious Organisation Zoe during the Greek Sivil War» ,The Greek Civil War: Essays on a Conflict of Exceptionalism and Silences [7]