The Allman Brothers Band

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
The Allman Brothers Band
Allman Brothers Band 13 Mar 2010.jpg
Οι Allman Brothers Band το 2010
Προέλευση Μαίηκον (Τζόρτζια), Η.Π.Α
Παρουσία 1969 - 1976, 1978 - 1982, 1989 - σήμερα
Μουσικά είδη Southern Rock, Country Rock, Blues, Country Rock
Εταιρίες Capricorn, PolyGram, Arista, Epic, Sanctuary
Ιστοσελίδα [1]
Μέλη
Γκρεγκ Όλμαν
Μπατς Τρακς
Γουόρεν Χέινς
Οτέιλ Μπέρμπριτζ
Τζέι Τζόχανσον
Μαρκ Κουινόουνς
Πρώην μέλη
Ντουέιν Όλμαν
Ντίκι Μπετς
Νταν Τόλερ
Τζακ Πίρσον
Τζίμι Χέρινγκ
Μπέρι Όκλεϊ
Λαμάρ Ουίλιαμς
Ντέιβιντ Γκόλντφλιζ
Άλεν Γούντι
Φράνκι Τόλερ
Τσακ Λιβέλ
Μάικ Λόλερ
Τζόνι Νιλ

Οι Allman Brothers Band είναι αμερικάνικο ροκ συγκρότημα από το Μαίηκον της Τζόρτζια. Γνώρισαν μεγάλη επιτυχία το 1971 με το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ "At Fillmore East", το οποίο θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ζωντανούς δίσκους όλων των εποχών. Διαλύθηκαν το 1976 για δύο χρόνια και ξανά στις αρχές της δεκαετίας του '80, ενώ από το 1989 και έπειτα συνεχίζουν να κυκλοφορούν σποραδικά άλμπουμ και να περιοδεύουν, κυρίως στη Βόρεια Αμερική.
Το περιοδικό "Rolling Stone" τους κατέταξε 53ους στη λίστα με τους εκατό σπουδαιότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών.[1]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αδέλφια Ντουέιν και Γκρεγκ Όλμαν ξεκίνησαν να ασχολούνται με τη μουσική στις αρχές της δεκαετίας του '60, δημιουργώντας τους House Rockers το 1963. Το συγκρότημα εξελίχθηκε στους Allman Joys με τον μπασίστα Μπομπ Κέλλερ και το ντράμερ Μέιναρντ Πόρτγουντ. Η μοναδική τους ηχογράφηση ήταν μία διασκευή στο "Spoonfull" του Γουίλι Ντίξον. Στη συνέχεια, τα δύο αδέλφια έγιναν μέλη των Hourglass ηχογραφώντας μαζί τους δύο δίσκους, το 1968, πριν επιστρέψουν στο Τζάκσονβιλ όπου διέμεναν για να ενταχθούν στους 31st February, με τους οποίους κυκλοφόρησαν το σινγκλ "In The Morning When I'm Real" στις αρχές του 1969.

Ο Ντουέιν Όλμαν το 1971

Μετά από αρκετές πρόβες, τα δύο αδέλφια δημιούργησαν τους Allman Brothers Band με τον κιθαρίστα Ντίκι Μπετς, τον μπασίστα Μπέρι Όκλεϊ, τους ντράμερ Μπατς Τρακς και Τζέι Τζόχανσον, ενώ ο Γκρεγκ Όλμαν ανέλαβε το ρόλο του βασικού κιθαρίστα και ο Ντουέιν Όλμαν έπαιζε κιθάρα, πιάνο και ανέλαβε τα φωνητικά. Το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο "The Allman Brothers Band" κυκλοφόρησε στις 4 Νοεμβρίου 1969 γνωρίζοντας μικρή επιτυχία, ενώ περιείχε το κομμάτι "Whipping Post" το οποίο στις ζωντανές τους εμφανίσεις αποτελούσε όχημα για αυτοσχεδιασμό.[2]
Ακολούθησε το "Idlewild South" ανεβαίνοντας στο Top-40 του Billboard, ενώ το σινγκλ "Revival" μπήκε στο Hot-100. Οι ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος άρχισαν να αποκτούν μεγάλη φήμη για το υψηλό επίπεδο τεχνικής και απόδοσης τους, κάτι που επιβεβαιώθηκε στο φεστιβάλ "Isle Of Wight" του 1970.[3] Στη συναυλία τους στο "Fillmore East" όπου άνοιγαν την εμφάνιση των Canned Heat, το κοινό δεν επέτρεψε στο συγκρότημα να φύγει από τη σκηνή μέχρι τις 3:30 το πρωί, με αποτέλεσμα το πρώτο όνομα να μην καταφέρει να παίξει εκείνο το βράδυ.[4]
Τον Μάρτιο του 1971, εμφανίστηκαν και πάλι στο "Fillmore East" της Νέας Υόρκης ηχογραφώντας το άλμπουμ "At Fillmore East", το οποίο κυκλοφόρησε τέσσερις μήνες αργότερα και μπήκε στο αμερικάνικο Top-20. Το συγκρότημα βρισκόταν σε συνεχή ποιοτική και εμπορική ακμή, αλλά η τραγωδία τους χτύπησε όταν στις 29 Οκτωβρίου 1971 ο Ντουέιν Όλμαν έχασε τη ζωή του σε ατύχημα με μοτοσυκλέτα.[5]
Το συγκρότημα αποφάσισε να επιμείνει στην προσπάθεια του κυκλοφορώντας το "Eat a Peach", στο οποίο περιλαμβάνονται κάποια μέρη κιθάρας τα οποία είχε γράψει ο Ντουέιν Όλμαν πριν το θάνατο του. Μερικούς μήνες αργότερα, ο Όκλεϊ σκοτώθηκε σε άλλο ένα ατύχημα, με τους Allman Brothers να τον αντικαθιστούν με τον Λαμάρ Ουίλιαμς, ενώ στο συγκρότημα εντάχθηκε και ο κιμπορντίστας Τσακ Λιβέλ. Η νέα σύνθεση ηχογράφησε το δίσκο "Brothers and Sisters" ο οποίος σκαρφάλωσε στην κορυφή των αμερικάνικων τσαρτ, ενώ το σινγκλ "Ramblin' Man" έφθασε στη δεύτερη θέση του καταλόγου επιτυχιών.[6]

Ο Γκρεγκ Όλμαν το 1975

Οι διαφορές ανάμεσα στα μέλη του συγκροτήματος δημιούργησαν έριδες οι οποίες οδήγησαν τους Allman Brothers στη διάλυση το 1976. Πιο πριν, οι Γκρεγκ Όλμαν και Ντίκι Μπετς ξεκίνησαν σόλο καριέρες, ενώ ο πρώτος παντρεύτηκε την Σερ, με την οποία χώρισε αρχικά λίγες ημέρες αργότερα, ενώ αφού τελικά αποφάσισαν να παραμείνουν μαζί, χώρισαν το 1979.[7]
Το συγκρότημα κυκλοφόρησε το χρυσό "Win, Lose or Draw" τον Αύγουστο του 1975, αλλά κατά τη διάρκεια της περιοδείας για την προώθηση του δίσκου, ο μάνατζερ τους Σκούτερ Χέρινγκ συνελήφθη με κατηγορίες για κατοχή ναρκωτικών, με τον Όλμαν να καταθέτει εναντίον του στην εκδίκαση της υπόθεσης.[8] Οι Allman Brothers διαλύθηκαν με τον Ντουέιν Όλμαν να κυκλοφορεί δύο προσωπικούς δίσκους, τον Μπετς να σχηματίζει τους Great Southern Band και τους Τρακς και Τζόχανσον να δημιουργούν τους Sea Level.
Ο Όλμαν αποφάσισε να ενώσει τις δυνάμεις του με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος ηχογραφώντας το "Enlightened Rogues" το οποίο έγινε χρυσό. Η συγκεκριμένη σύνθεση περιελάμβανε πέραν των Όλμαν, Μπετς και Τρακς, τον κιθαρίστα Νταν Τόλερ, τον μπασίστα Ντέιβιντ Γκόλντφλιζ, το ντράμερ Ντέιβιντ Τόλερ και τον κιμπορντίστα Μάικ Λόλερ. Το συγκρότημα συνέχισε με τα λιγότερο επιτυχημένα "Reach for the Sky" και "Brothers of the Road" πριν διαλυθεί και πάλι στις αρχές του 1982.

Ο Μπέρι Όκλεϊ το 1972

Το 1989, οι Allman Brothers Band επανενώθηκαν με τους Γουόρεν Χέινς στην κιθάρα, Τζόνι Νιλ στα πλήκτρα και τον Άλεν Γούντι στο μπάσο, μαζί με τους Όλμαν, Μπετς, Τρακς και Τζόχανσον. Το συγκρότημα υπέγραψε στην "Epic Records" και κυκλοφόρησε το "Seven Turns", για να ακολουθήσουν τα "Shades of Two Worlds" και "Where It All Begins", με το ντράμερ Μαρκ Κουινόουνς.
Το 1995 εντάχθηκαν στο Rock and Roll Hall of Fame[9] και την επόμενη χρονιά κέρδισαν βραβείο "Grammy" για την καλύτερη ορχηστρική ροκ εκτέλεση με το τραγούδι "Jessica". Το 1997, ο Χέινς έδωσε τη θέση του στον Τζακ Πίρσον και ο Γούντι στον Οτέιλ Μπέρμπριτζ, με τον ανεψιό του Μπατς Τρακς, Ντέρεκ, να αντικαθιστά τον Πίρσον δύο χρόνια αργότερα.
Για την καλοκαιρινή τους περιοδεία του 2000, τις εμφανίσεις τους άνοιγαν οι Hot Tuna, με τον Χέινς να επιστρέφει στο συγκρότημα την επόμενη χρονιά. Το 2003 κυκλοφόρησαν το δίσκο "Hittin' the Note" μπαίνοντας στο Top-40 της πατρίδας τους, με το συγκρότημα να λαμβάνει υποψηφιότητα για βραβείο "Grammy" για το δωδεκάλεπτο "Instrumental Illness".[10] Από το 2005 και έπειτα, οι Allman Brothers διοργανώνουν το δικό τους φεστιβάλ "Wanee Music Festival" στη Φλόριντα.[11]
Το 2008, το συγκρότημα αναγκάστηκε να ακυρώσει τις ζωντανές του εμφανίσεις λόγω προβλήματος ηπατίτιδας που αντιμετώπισε ο Όλμαν συνεχίζοντας μετά την αποθεραπεία του, ενώ την επόμενη χρονιά γιόρτασαν την τεσσαρακοστή τους επέτειο.
Το 2012 έλαβαν βραβείο Γκράμι για τη συνολική τους προσφορά.[12]

Δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στούντιο ηχογραφήσεις
Έτος Άλμπουμ Η.Π.Α.
Flag of the United States.svg
[13]
Επίπεδο βράβευσης
[14]
1969 The Allman Brothers Band 188
1970 Idlewild South 38
1972 Eat a Peach 4 Πλατινένιος
1973 Brothers and Sisters 1 Πλατινένιος
1975 Win, Lose or Draw 5 Χρυσός
1979 Enlightened Rogues 9 Χρυσός
1980 Reach for the Sky 27
1981 Brothers of the Road 44
1990 Seven Turns 53
1991 Shades of Two Worlds 85
1994 Where It All Begins 45 Χρυσός
2003 Hittin' the Note 37
Συλλογές
  • Beginnings (1973)
  • The Road Goes On Forever (1975)
  • The Best of The Allman Brothers Band (1981)
  • The Allman Brothers Band (1982)
  • Dreams (1989)
  • A Decade of Hits 1969–1979 (1991)
  • The Fillmore Concerts (1992)
  • Ramblin' Man (1992)
  • Hell & High Water: The Best of the Arista Years (1994)
  • Legendary Hits (1995)
  • Mycology: An Anthology (1998)
  • 20th Century Masters - The Millennium Collection: The Best of the Allman Brothers Band (2000)
  • Martin Scorsese Presents the Blues: The Allman Brothers (2003)
  • Stand Back: The Anthology (2004)
  • The Essential Allman Brothers Band: The Epic Years (2004)
  • Gold (2005)
  • Playlist + Plus (2008)
Ζωντανές ηχογραφήσεις

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα