Ecological Momentary Assessment

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Ecological Momentary Assessment (EMA) αποτελεί μια μέθοδο συλλογής δεδομένων που αφορούν τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις συμπεριφορές ή/και τις οργανικές λειτουργίες των ατόμων. Η μέτρηση γίνεται στο πραγματικό περιβάλλον των συμμετεχόντων μέσω της χρήσης διαφόρων τεχνικών. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά το 1994 από τους Stone και Shiffman[1] ενώ αναφέρεται και ως Experience Sampling Method.[2] Γενικά, βρίσκει εφαρμογή σε μια μεγάλη ποικιλία συμπεριφορών αλλά και πιο ειδικά σε πολλές συμπεριφορές υγείας.

Μέθοδος καταγραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταγραφή των δεδομένων μπορεί να γίνει είτε από τον ίδιο τον συμμετέχοντα είτε μέσω μιας αυτόματης διαδικασίας κυρίως μέσω συσκευών που μετράνε φυσιολογικές λειτουργίες.[3] Η καταγραφή από τον ίδιο τον συμμετέχοντα μπορεί να επιτευχθεί με τρεις τρόπους:

• Ο πρώτος αναφέρεται σε καταγραφή που έπεται ενός σήματος (ήχος ή δόνηση) το οποίο προέρχεται συνήθως από ένα ηλεκτρονικό ημερολόγιο. Το άτομο που συμμετέχει καλείται να κάνει κάποια καταγραφή αμέσως μετά το σήμα. Η συχνότητα του ειδοποιητηρίου σήματος διαφοροποιείται ανάλογα με το αντικείμενο της έρευνας και μπορεί να κυμαίνεται από μιάμιση ώρα κατά τη διάρκεια μιας οχτάωρης βάρδιας[4] μέχρι και τέσσερις[5] ή πέντε[6] φορές κατά τη διάρκεια μιας ολόκληρης μέρας. Ταυτόχρονα, ενδέχεται να υπάρχουν και τυχαίες αποκλίσεις στην ώρα της καταγραφής ώστε να αποφεύγεται κατά το δυνατόν η προβλεπτικότητα της καταγραφής.

• Ο δεύτερος τρόπος καταγραφής λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Προτιμάται, συγκριτικά με τον πρώτο τρόπο, αφού μειώνεται η πιθανότητα ο συμμετέχων εκουσίως είτε να αποφεύγει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά είτε να την αναβάλει είτε να την τροποποιεί επειδή αναμένει την έλευση του επικείμενου σήματος. Ταιριάζει δε καλύτερα σε περιπτώσεις όπου ο στόχος της έρευνας είναι να γίνει μια συνολική μέτρηση σε προκαθορισμένο χρόνο όπως για παράδειγμα η μέτρηση της ποσότητας φαγητού που καταναλώνεται ή της άσκησης που κάνει ο συμμετέχων στη διάρκεια μιας ώρας.

• Ο τρίτος τρόπος αναφέρεται στην καταγραφή δεδομένων όταν συμβαίνει μια συγκεκριμένη κατάσταση. Η χρήση του ενδείκνυται όταν οι καταστάσεις είναι διακριτές και λαμβάνουν χώρα με περιορισμένη συχνότητα (όπως το κάπνισμα ενός τσιγάρου ή η διαφωνία με τον/την σύζυγο) ενώ είναι κατάλληλος στον εντοπισμό σπάνιων καταστάσεων (όπως μια λιποθυμία ή η πτώση ενός ηλικιωμένου). Βέβαια, υπάρχει η πιθανότητα οι συμμετέχοντες να μην μπορέσουν να κάνουν την καταγραφή ενώ ταυτόχρονα υπάρχει και η δυσκολία, από μέρους των ερευνητών, να επιβεβαιωθεί η εμφάνιση μιας κατάστασης. Για τον περιορισμό αυτών των καταστάσεων είναι προτιμότερο αυτός ο τρόπος καταγραφής να συνδυάζεται με τους δυο προαναφερθέντες.

Χρήση συσκευών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταγραφή των δεδομένων γίνεται σε πραγματικό χρόνο, τη στιγμή ακριβώς που συμβαίνει μια κατάσταση μέσω ηλεκτρονικών συσκευών όπως τα PDAs (Personal Digital Assistants). Επειδή τα PDAs δεν κατασκευάζονται πλέον, έχουν αντικατασταθεί από κινητά τηλέφωνα (smartphones), tablets ή άλλες ειδικές συσκευές. Οι ερευνητές μπορούν να οργανώσουν το υλικό και να κατασκευάσουν τις ερωτήσεις τους χρησιμοποιώντας ειδικό λογισμικό[7] το οποίο είναι συνήθως απλό στη χρήση ενώ μπορεί να προσφέρεται και δωρεάν.[8] Η προσαρμογή των ερωτήσεων σε εφαρμογές συμβατές με λειτουργικά συστήματα Android μπορεί ακόμη και να αξιολογηθεί πριν γίνει η αγορά.[9] Η καθημερινή καταγραφή σε ημερολόγια μπορεί να γίνει επίσης και στους προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές των συμμετεχόντων. Ταυτόχρονα, για την συλλογή των πληροφοριών του περιβάλλοντος χρησιμοποιούνται GPS, συσκευές ήχου και κάμερες. Παράλληλα γνωστικές λειτουργίες, όπως η προσοχή και η μνήμη, μπορούν να καταγραφούν είτε από ειδικά τροποποιημένες εφαρμογές σε smartphones είτε από ειδικές συσκευές, όπως το prodiary.[10] Οι αυτόματες καταγραφές γίνονται με συσκευές καταγραφής δραστηριοτήτων όπως τα accelerometers[11] και τα pedometers.[12] Τα accelerometers[13] είναι συσκευές που τοποθετούνται πάνω στο σώμα των ατόμων (ισχίο, μηρό, κτλ) και παρέχουν πληροφορίες για την ένταση της φυσικής τους άσκησης. Τα δεδομένα καταγράφονται κατευθείαν στις συσκευές και η επεξεργασία τους λαμβάνει χώρα αφού μεταφερθούν στους υπολογιστές σε αρχεία αναγνώσιμης μορφής. Τα pedometers είναι συσκευές που καταγράφουν την βάδιση μετρώντας τα βήματα που κάνει κάποιος.

Συχνότητα μετρήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συχνότητα των μετρήσεων εξαρτάται από το αντικείμενο της έρευνας αλλά και από την αντοχή των συμμετεχόντων στο «φορτίο» των μετρήσεων στο οποίο καλούνται να ανταποκριθούν. Όταν για παράδειγμα μετρώνται γεγονότα που συμβαίνουν σπάνια η καταγραφή δεν χρειάζεται να είναι συχνή ,όμως ενδέχεται να διαρκέσει για πολλές μέρες ή και εβδομάδες. Αντίθετα, όταν μετρώνται μεταβατικές καταστάσεις όπως η διάθεση, η συλλογή των δεδομένων πρέπει να γίνεται πολύ συχνά για να φανεί η δυναμική διαδικασία της υπό μελέτης κατάστασης. Ο εντοπισμός των σχέσεων επίσης εντός των ατόμων αυξάνεται ανάλογα με τη συχνότητα των μετρήσεων. Όσο πιο μεγάλη είναι η συχνότητα των μετρήσεων τόσο πιο εύκολος θα είναι ο εντοπισμός των σχέσεων εντός των ατόμων. Βέβαια, το μέγεθος της επίδρασης ποικίλει ανάλογα με την συμπεριφορά που εξετάζεται. Παράλληλα, ο εντοπισμός των διαφορών μεταξύ των συμμετεχόντων δεν επηρεάζεται από την συχνότητα των ατομικών μετρήσεων. Τέλος, μια συχνότητα μετρήσεων που μπορεί να διατηρηθεί με σχετική ευκολία για περισσότερο από μια εβδομάδα, χωρίς την εμφάνιση σημαντικών προβλημάτων, είναι τουλάχιστον έξι φορές την ημέρα.[14][15]

Τι μετράται[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ΕΜΑ χρησιμοποιείται με επιτυχία στη μέτρηση μιας μεγάλης ποικιλίας συμπεριφορών υγείας, συναισθημάτων καθώς και ψυχολογικών διεργασιών. Ενδεικτικά θα γίνει μια αναφορά σε ορισμένες από αυτές όπως είναι η καθημερινή καταγραφή συναισθημάτων, σκέψεων, του αντιλαμβανόμενου στρες και της αίσθησης του ελέγχου για την κατανόηση της χρησιμότητας της διαχείρισης των συναισθημάτων,[16] η καταγραφή της τρέχουσας δραστηριότητας (φυσική ή καθιστική) για την κατανόηση του πλαισίου στο οποίο αυτή λαμβάνει χώρα στους ενήλικες[17] και στους εφήβους,[18] η μέτρηση του αρνητικού συναισθήματος των εφήβων για την κατανόηση της επίδρασης του στη σχέση μεταξύ γονικής επικοινωνίας και γονικού ελέγχου και υιοθέτησης του καπνίσματος,[19] η καταγραφή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο αμέσως μετά την κατανάλωση αλκοόλ για τη μελέτη της σχέσης του καπνίσματος και του αλκοόλ[20] και η συλλογή δεδομένων σε ρεαλιστικό περιβάλλον για τη μελέτη της σχέσης μεταξύ της ευαισθησίας στο άγχος και της χρήσης μαριχουάνας.[21] Το ΕΜΑ χρησιμοποιείται επίσης πολύ συχνά στην έρευνα για τις διατροφικές διαταραχές[22][23] καθώς και στη συλλογή δεδομένων για άτομα με ψυχιατρικές διαταραχές.[24][25]

Πλεονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συλλογή δεδομένων μέσω του EMA παρέχει στους ερευνητές ένα μεγάλο εύρος πλεονεκτημάτων. Συγκεκριμένα, οι ερωτήσεις που χρησιμοποιούνται μπορούν πολύ εύκολα να ελεγχθούν και να τροποποιηθούν από τους ίδιους τους ερευνητές χωρίς να απαιτείται εξειδικευμένη γνώση. Παράλληλα, υπάρχει μεγαλύτερος έλεγχος του προγράμματος, οι πληροφορίες που συλλέγονται προσδιορίζονται χρονικά με ακρίβεια ενώ παρέχονται πληροφορίες για δεδομένα που δεν συλλέχθηκαν. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη την όλο και αυξανόμενη χρήση των smartphones,τα προγράμματα μπορούν να «τρέξουν» ως εφαρμογές στα προσωπικά κινητά τηλέφωνα των συμμετεχόντων μειώνοντας σημαντικά το κόστος των ερευνών αλλά και διευκολύνοντας την προσβασιμότητα. Ένα ακόμα θετικό της χρήσης του EMA αποτελεί η ευκολία της μετατροπής των δεδομένων σε ηλεκτρονική μορφή, αφού αυτά «κατεβαίνουν» άμεσα από τις ηλεκτρονικές συσκευές σε εύκολα αναγνώσιμα αρχεία (πχ Excel, Accessκτλ) κάτι που διευκολύνει και την μετέπειτα ανάλυση τους. Ταυτόχρονα, υπάρχει μεγάλη ποικιλία στις μεθόδους συλλογής των πληροφοριών η οποία περιλαμβάνει οπτικά αναλογικές κλίμακες, κλίμακες συμφωνίας-διαφωνίας τύπου Likert, άλλες διαβαθμισμένες κλίμακες, απαντήσεις πολλαπλών επιλογών, χρονικό προσδιορισμό εμφάνισης ενός γεγονότος και αθροιστική μέτρηση πολλών συμβάντων. Επίσης, μέσα από την επεξεργασία των δεδομένων αναδεικνύονται διαφορές εντός των ατόμων αλλά και μεταξύ των ατόμων.Τέλος, οι συμμετέχοντες μπορούν να καταγράψουν στις συσκευές πληροφορίες σε μορφή ελεύθερου κειμένου ενώ προσφέρεται η δυνατότητα ηχογράφησης ομιλιών και λήψης φωτογραφιών. Η συλλογή όλων των προαναφερθέντων πληροφοριών αυξάνει την οικολογική εγκυρότητα των αποτελεσμάτων αφού γίνεται σε πραγματικό χρόνο στο ρεαλιστικό περιβάλλον των συμμετεχόντων.

Μειονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συλλογή δεδομένων μέσω του EMA είναι ή τουλάχιστον φαίνεται να είναι φορτική για τους συμμετέχοντες κάτι που δυσκολεύει τη πρόσβαση σε συγκεκριμένους πληθυσμούς και μειώνει την τήρηση των οδηγιών από τους συμμετέχοντες. Συνεπώς, περιορίζονται οι πληθυσμοί στους οποίους μπορούν να γενικευθούν τα αποτελέσματα (πρόβλημα εξωτερικής εγκυρότητας) ή εμφανίζονται προκαταλήψεις κατά την καταγραφή των δεδομένων (πρόβλημα εσωτερικής εγκυρότητας). Η πρόβλεψη της μη τήρησης των οδηγιών μπορεί να περιοριστεί μέσω της πραγματοποίησης πιλοτικής έρευνας στον εκάστοτε πληθυσμό η οποία θα αναζητά ειδικά αίτια για τη μη τήρηση των οδηγιών.

Παράλληλα, ένα ακόμα στοιχείο που ενδέχεται να επηρεάζει τα αποτελέσματα από τη χρήση του EMA είναι η αντιδραστικότητα στις μετρήσεις (απόδοση του όρου measurement reactivity) . Είναι λογικό πως οι μετρήσεις του EMA θα επηρεάζουν την συμπεριφορά δεδομένου ότι η αυτοπαρακολούθηση είναι μια από τις πιο επιδραστικές τεχνικές στη συμπεριφορική αλλαγή[26]. Μέχρι πρόσφατα οι μετρήσεις μέσω αυτοπαρακολούθησης αποτελούσαν, σε συνδυασμό με άλλες τεχνικές, μέρος μιας θεραπευτικής παρέμβασης.Το γεγονός ότι μέσω του ΕΜΑ οι πληροφορίες συλλέγονται αποκλειστικά ως μετρήσεις μπορεί να αλλοιώσει τα αποτελέσματα.Αυτή η αντιδραστικότητα στις μετρήσεις είναι κάτι που δεν έχει μετρηθεί επαρκώς. Βέβαια, αν και τα αποτελέσματα αντίστοιχων ερευνών υποδεικνύουν πως δεν υφίσταται αντιδραστικότητα στις μετρήσεις,[27][28] είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι το να σκέφτεται κάποιος συνεχώς την συμπεριφορά του ή την συναισθηματική του κατάσταση δεν θα έχει κάποια επίδραση σε αυτό που μετράται.

Τέλος, ένα επιπλέον ζήτημα που δέχεται κριτική πέραν της προαναφερθείσας εγκυρότητας, είναι η αξιοπιστία των δεδομένων που συλλέγονται από το ΕΜΑ. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές αρκετές φορές στην προσπάθεια τους να μειώσουν το φορτίο των συμμετεχόντων αφαιρούν συνεχώς ερωτήσεις. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να διατηρούνται στο τέλος πολύ λίγα στοιχεία ή ακόμα και μόνο ένα, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την παραδοσιακή άποψη της ψυχομετρίας που υποστηρίζει τη χρήση πολλών στοιχειών για την αύξηση της αξιοπιστίας. Σε ένα πρακτικό επίπεδο και με βάση την προβλεπτική εγκυρότητα ενός εργαλείου μέτρησης, οι κλίμακες με πολλά στοιχεία υπερτερούν σε σύγκριση με αυτές που αποτελούνται από ένα στοιχείο. Η χρήση μιας κλίμακας που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και μόνο σε περιπτώσεις που συντρέχουν συγκεκριμένες συνθήκες (όπως για παράδειγμα όταν τα στοιχεία μιας κλίμακας είναι πολύ ομοιογενή με δείκτες Cronbach Alphas μεγαλύτερους από .90).[29] Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι αυτά τα αποτελέσματα προέρχονται από έρευνες στο χώρο του μάρκετινγκ και όχι από δεδομένα που έχουν συλλεχθεί με ΕΜΑ.

Σύγκριση ΕΜΑ με άλλες μεθόδους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εύλογο είναι να συγκρίνει κανείς τις μεθόδους του EMAμε τη συλλογή δεδομένων μέσα από τα παραδοσιακά ερωτηματολόγια και να αναρωτηθεί ποια από τις δυο μεθόδους είναι καλύτερη. Τα ερευνητικά αποτελέσματα υποδεικνύουν μια ποικιλία στη σχέση μεταξύ τους.[30][31] Γενικά, αν η συσχέτιση είναι πολύ υψηλή τότε τα παραδοσιακά ερωτηματολόγια μπορούν να θεωρηθούν επαρκή και προτιμάται η χρήση αυτών στην έρευνα. Αντίθετα, αν η συσχέτιση είναι χαμηλή τότε είτε το αντικείμενο μέτρησης δεν είναι το ίδιο είτε είναι το ίδιο αλλά μετριέται με πολύ κακό τρόπο.

Μια εναλλακτική μέθοδος στιγμιαίας καταγραφής πληροφοριών αποτελεί η Day Reconstruction Method (DRM).[32] Σύμφωνα με αυτή την μέθοδο η μέρα χωρίζεται σε διακριτές ενότητες όπως για παράδειγμα «παίρνοντας πρωινό», «μετακίνηση», «πηγαίνοντας τα παιδιά στο σχολείο», «στη δουλειά» κοκ και οι συμμετέχοντες καλούνται να βαθμολογήσουν τα συναισθήματα τους στις αντίστοιχες ενότητες. Συγκρίνοντας την DRM με το EMA ανακύπτουν ποικίλα αποτελέσματα αναδεικνύοντας από χαμηλή και μέτρια μέχρι και υψηλή συσχέτιση μεταξύ των δυο μεθόδων.[33][34][35]

Εν κατακλείδι, το ΕΜΑ, πέραν των όποιων περιορισμών του, αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ιδιαίτερα δε όταν συνδυάζεται και με άλλες μεθόδους δύναται να προσεγγίσει πιο διεξοδικά την πολυπαραγοντική διάσταση της συμπεριφοράς των ανθρώπων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Stone, A. A., & Shiffman, S. (1994). «Ecological momentary assessment (EMA) in behavorial medicine». Annals of Behavioral Medicine 16 (3): 199-202. 
  2. Csikszentmihalyi, M., & Larson, R. (1987). «Validity and reliability of the experience-sampling method». The Journal of Nervous and Mental Disease 175 (9): 526-536. doi:10.1007/978-94-017-9088-8_3. 
  3. Johnston, D.W. (2013). Ambulatory Monitoring. In M.D. Gellman & J.R. Turner (Eds.) Encyclopedia of Behavioral Medicine. New York: Springer. σελίδες 77–79. ISBN 978-1-4419-1005-9. 
  4. Johnston, D.W., Jones, M.C., Charles, K., McCann, S.K., & McKee, L. (2013). «Stress in nurses: stress-related affect and its determinants examined over the nursing day». Annals of Behavioral Medicine 45: 348-356. doi:10.1007/s12160-012-9458-2. 
  5. Gallagher, M.W., Schoemann, A.M., & Pressman, S.D. (2011). «Mastery beliefs and intraindividual variability of anxiety». Cognitive Therapy and Research 35: 227-231. doi:10.1007/s10608-010-9327-x. 
  6. Smyth, J.M., Zawadzki, M.J., Santuzzi, A.M., & Filipkowski, K.B. (2014). «Examining the effects of perceived social support on momentary mood and symptom reports in asthma and arthritis patients». Psychology & Health 29 (7): 813-831. doi:http://dx.doi.org/10.1080/08870446.2014.889139. 
  7. «saa2009.com». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Ιουλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουλίου 2015. 
  8. «experience-sampling.org». 
  9. «xs.movisens.com». 
  10. «camntech.com». 
  11. Schwerdtfeger, A.R., Friedrich-Mai, P., & Gerteis, A.K.S. (2015). «Daily positive affect and nocturnal cardiac activation». International Journal of Behavioral Medicine 22: 132-138. doi:10.1007/s12529-014-9396-4. 
  12. Arbour, K.P., & Ginis, K.A.M. (2009). «A randomised controlled trial of the effects of implementation intentions on women’s walking behavior». Psychology and Health 24: 49-65. doi:10.1080/08870440801930312. 
  13. Troiano, R.P., Berrigan, D., Dodd, K.W., Mâsse, L.C., Tilert, T., & McDowell, M. (2008). «Physical activity in the United States measured by accelerometer». Medicine & Science in Sports & Exercise 40: 181-188. doi:l0.l249/mss.0b013e31815a5lb3. 
  14. Fuller-Tyszkiewicz, M., Skouteris, H., Richardson, B., Bloe, J., Holmes, M., & Mills, J. (2013). «Does the burden of experience sampling method undermine data quality in body imagine research?». Body Image 10: 607-613. 
  15. Stone, A.A., Broderick, J.E., Schwartz, J.E., Shiffman, S., Litcher-Kelly, L., & Calvanese, P. (2003). «Intensive momentary reporting of pain with an electronic diary: reactivity, compliance, and patient satisfaction». Pain 104: 343-351. 
  16. Juth, V., Dickerson, S.S., Zoccola, P.M., & Lam, S. (2015). «Understanding the utility of emotional approach coping: evidence from a laboratory stressor and daily life». Anxiety, Stress, & Coping 28 (1): 50-70. doi:http://dx.doi.org/10.1080/10615806.2014.921912. 
  17. Liao, Y., Intille, S.S., &Dunton, G.F. (2015). «Using ecological momentary assessment to understand where and with whom adults’ physical and sedentary activity occur». International Journal of Behavioral Medicine 22: 51-61. doi:10.1007/s12529-014-9400-z. 
  18. Gorely, T., Marshall, S.J., Biddle, S.J.H., & Cameron, N. (2007). «Patterns of sedentary behaviour and physical activity among adolescents in the United Kingdom: project STIL». Journal of Behavioral Medicine 30: 521-531. doi:10.1007/s10865-007-9126-3. 
  19. Richmond, M.J., Mermelstein, R.J., &Wakschlag, L.S. (2013). «Direct observations of parenting and real-time negative affect among adolescent smokers and nonsmokers». Journal of Clinical Child & Adolescent Psychology 42 (5): 617-628. doi:10.1080/15374416.2012.738452. 
  20. Piasecki, T.M., Wood, P.K., Shiffman, S., Sher, K.J., & Heath, A.C. (2012). «Responses to alcohol and cigarette use during ecologically assessed drinking episodes». Psychopharmacology 223: 331-344. doi:10.1007/s00213-012-2721-1. 
  21. Buckner, J.D., Zvolensky, M.J., Smits, J.A.J., Norton, P.J., Crosby, R.D., Wonderlich, S.A., & Schmidt, N.B. (2011). «Anxiety sensitivity and marijuana use: an analysis from ecological momentary assessment». Depression and Anxiety 28: 420-426. doi:10.1002/da.20816. 
  22. Goldschmidt, A.B., Accurso, E.C., Schreiber-Gregory, D.N., Crosby, R.D., Cao, L., Engel, S.G.,…Wonderlich, S.A. (2015). «Behavioral, emotional, and situational context of purging episodes in anorexia nervosa». International Journal of Eating Disorders 48: 341-344. doi:10.1002/eat.22381. 
  23. Hilbert, A., & Tuschen-Caffier, B. (2007). «Maintenance of binge eating through negative mood: a naturalistic comparison of binge eating disorder and bulimia nervosa». International Journal of Eating Disorders 40: 521-530. doi:10.1002/eat. 
  24. Johnson, E.I., Grondin, O., Barrault, M., Faytout, M., Helbig, S., Husky, M.,…Swendsen, J. (2009). «Computerized ambulatory monitoring in psychiatry: a multi-site collaborative study of acceptability, compliance, and reactivity». International Journal of Methods in Psychiatric Research 18 (1): 48-57. doi:10.1002/mpr.276. 
  25. Palmier-Claus, J.E., Myin-Germeys, I., Barkus, E., Bentley, L., Udachina, A., Delespaul, P.A.E.G.,…Dunn, G. (2011). «Experience sampling research in individuals with mental illness: reflections and guidance». Acta Psychiatrica Scandinavica 123: 12-20. doi:10.1111/j.1600-0447.2010.01596.x. 
  26. Michie, S., Abraham, C., Whittington, C., McAteer, J., & Gupta, S. (2009). «Effective techniques in healthy eating and physical activity interventions: a meta-regression». Health Psychology 28: 690-701. doi:http://dx.doi.org/10.1037/a0016136. 
  27. Heron, K.E., & Smyth, J.M. (2013). «Is intensive measurement of body image reactive? A two study evaluation of ecological momentary assessment suggests not». Body Image 10 (1): 35-44. doi:10.1016/j.bodyim.2012.08.006. 
  28. Leahey, T. M., Crowther, J. H., & Mickelson, K. D. (2007). «The frequency, nature, and effects of naturally occurring appearance-focused social comparisons». Behavior Therapy 38 (2): 132-143. doi:10.1016/j.beth.2006.06.004. 
  29. Diamantopoulos, A., Sarstedt, M., Fuches, C., Wilczynski, P., & Kaiser, S. (2012). «Guidelines for choosing between multi-item and single-item scales for construct measurement: a predictive validity perspective». Journal of the Academy of Marketing Science 40: 434-449. doi:10.1007/s11747-011-0300-3. 
  30. Farquharson, B., Bell, C., Johnston, D., Jones, M., Schofield, P., Allan, J.,...Johnston, M. (2013). «Nursing stress and patient care: real-time investigation of the effect of nursing tasks and demands on psychological stress, physiological stress, and job performance: study protocol». Journal of Advanced Nursing 69 (10): 2327-2335. doi:10.1111/jan.12090. 
  31. Solhan, M.B., Trull, T.J., Jahng, S., & Wood, P.K. (2009). «Clinical assessment of affective instability: comparing EMA indices, questionnaire reports, and retrospective recall.». Psychological Assessment 21: 425-436. doi:http://dx.doi.org/10.1037/a0016869. 
  32. Kahneman, D., Kruger, A.B., Schkade, D.A., Schwartz, N., & Stone, A.A. (2004). «A survey method for characterizing daily life experience: the day reconstruction method». Science 306: 1776-1780. doi:10.1126/science.1103572. 
  33. Dockray, S., Grant, H., Stone, A.A., Kahneman, D., Wardle, J., & Steptoe, A. (2010). «A comparison of affect ratings obtained with ecological momentary assessment and the day reconstruction method». Social Indicator Research 99: 269-283. doi:10.1007/s11205-010-9578-7. 
  34. Blysma, L.M., Taylor-Clift, A., & Rottenberg, J. (2011). «Emotional reactivity to daily events in major and minor depression». Journal of Abnormal Psychology 129: 155-167. doi:10.1037/a0021662. 
  35. Kim, J., Kikuchi, H., & Yamamoto, Y. (2013). «Systematic comparison between ecological momentary assessment and day reconstruction method for fatigue and mood states in healthy adults». British Journal of Health Psychology 18: 155-167. doi:10.1111/bjhp.12000.