Ωχρινοτροπίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η ωχρινοτρόπος ορμόνη ή ωχρινοποιητική ορμόνη ή ωχρινοτροπίνη (διεθνής όρος:LH- Lutenizing hormone) είναι μία ορμόνη που σχετίζεται με τη γυναικεία αναπαραγωγική διαδικασία. Υπάγεται στις γοναδοτροπίνες όπως και η ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH- Follicular Stimulating Hormone). Είναι υπεύθυνη για τη στεροειδογένεση στις ωοθήκες, την ανάπτυξη και την ωρίμανση των ωοθυλακίων. Στις γυναίκες η εν λόγω ορμόνη δρα συνεργικά με την FSH (θυλακιοτρόπος) για τη ρύθμιση της ανάπτυξης του ωοθυλακίου και το σχηματισμό του ωχρού σωματίου. Η αιχμή της LH στα μέσα του εμμηνορυσιακού κύκλου, προκαλεί την ωοθυλακιορρηξία 24-36 ώρες μετά. Στους άνδρες η ορμόνη αυτή ελέγχει την ανάπτυξη των διάμεσων κυττάρων που εκκρίνουν την τεστοστερόνη.


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Alan E. Read, D. W. Barritt, R. Langton Hewer, Σύγχρονη Παθολογία, εκδ. Λίτσας.