Ωχρινοτροπίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ωχρινοτροπίνη ή ωχρινοποιητική ορμόνη ή ωχρινοτρόπος ορμόνη (διεθνής όρος:LH) είναι μία ορμόνη που σχετίζεται με τη γυναικεία αναπαραγωγική διαδικασία. Υπάγεται στις γοναδοτροπίνες. Στις γυναίκες η εν λόγω ορμόνη δρα συνεργικά με την FSH (θυλακιοτρόπος) για τη ρύθμιση της ανάπτυξης του ωοθυλακίου και το σχηματισμό του ωχρού σωματίου. Τα επίπεδα της ορμόνης πρέπει να είναι υψηλά στα μέσα του κύκλου. Τότε προκαλείται ωορρηξία. Αξίζει να σημειωθεί ότι στους άνδρες η ορμόνη αυτή ελέγχει την ανάπτυξη των διάμεσων κυττάρων που εκκρίνουν την τεστοστερόνη.


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Alan E. Read, D. W. Barritt, R. Langton Hewer, Σύγχρονη Παθολογία, εκδ. Λίτσας.