Φορεσιά των Ιωαννίνων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αστική φορεσιά των Ιωαννίνων με "πιρπιρί". Μέσα 19ου αιώνα. Συλλογή ΠΛΙ, Ναύπλιο
  • Η φορεσιά των Ιωαννίνων παρατίθεται παρακάτω όπως τη διέσωσαν οι περιγραφές της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Οι αρχόντισσες των Ιωαννίνων, με την εξαιρετική άνθηση της κεντητικής, της χρυσοχοΐας, αλλά και κάθε μορφής χειροτεχνίας πρέπει να φορούσαν μία από τις πλουσιότερες φορεσιές μέσα στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, έχοντας ως αποκορύφωμα πολυτέλειας τη φορεσιά της περιόδου του Αλή Πασά. Σύμφωνα με την καταγραφή της Αγγελικής Χατζημιχάλη, αλλά και της συνεργάτιδάς της Τατιάνας Ιωάννου- Γιανναρά εμφανίζονται τρεις παραλλαγές της γιαννιώτικης φορεσιάς. Τα χρονικά όρια που εμφανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν δεν είναι σαφή, αφού προφανώς η μετάβαση έγινε σταδιακά, ενώ οι αλλαγές αφορούν μερικά μόνο κομμάτια της φορεσιάς και όχι ολοκληρωτικές αλλαγές.

Η παλαιότερη φορεσιά των Ιωαννίνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παλαιότερη από τις τρεις παραλλαγές αποτελείται από το μεταξοκέντητο και χρυσοκέντητο ποκάμισο , το βράκο, το φουστάνι, το ζωνάρι, το κοντογούνι, το πιρπιρί, το χρυσοκέντητο κεφαλόδεμα ή το σταμπωτό μαντήλι. Στη φορεσιά σίγουρα δεν έλειπαν τα γνωστά, πολυτελή γιαννιώτικα κοσμήματα. Δεν είναι εξακριβωμένο ποια από αυτά αποτελούν παλιότερους τύπους κοσμημάτων. Το ποκάμισο ήταν ολόκληρο ραμμένο στο χέρι και είχε πλούσιο γραφτό κέντημα ολόγυρα στη λαιμόκοψη και στην τραχηλιά, με λεπτό χρυσόνημα στα σημεία που φαίνονται και κίτρινο μεταξωτό στα σημεία που δεν φαίνονται από το φουστάνι. Κάτω από τα ποκάμισα φορούσαν φαρδύ βράκο, ραμμένο από το ίδιο ύφασμα με το ποκάμισο. Ο βράκος είχε κεντήματα ανάλογα με του ποκάμισου στα ποδονάρια και δενόταν στη μέση με ζωνάρια από το ίδιο λεπτό βαμβακερό ύφασμα. Το φουστάνι εδώ δεν έχει τη σημερινή του μορφή, αλλά λειτουργεί ως καβάδι. Έχει κατακόρυφο άνοιγμα μπροστά ως το στήθος και στα μανίκια μην επιτρέποντας να φανούν τα κεντήματα του ποκαμίσου, παρά μόνο στην τραχηλιά και στα μανίκια. Το φόρεμα αυτό (αναφέρεται από την Τατιάνα Ιωάννου και ως φόρεμα και ως φουστάνι ή φ’στάνι, όπως βρέθηκε στα αρχεία της Αγγελικής Χατζημιχάλη) είναι ραμμένο από δύο διαφορετικά μεταξωτά υφάσματα σε γενικό ροδί χρωματισμό και από τη μέση και κάτω σταυρώνει ελαφρώς κλείνοντας σαν δύο ποδιές. Πάνω από το φουστάνι αυτό φορούσαν κοντογούνι με μανίκια ως τον αγκώνα, σαν ένα καβάδι κοντό, έως τη μέση, το οποίο δεν κούμπωνε. Είχε περίτεχνα σχέδια με χρυσή και ασημί μεταξωτή κλωστή στις άκρες και στα τελειώματα. Το χειμώνα πάνω από το κοντογούνι φορούσαν το πιρπιρί, η παλαιότερη μορφή του οποίου προσεγγίζει τον τζουμπέ, και φορέθηκε με την πρώτη παραλλαγή της φορεσιάς αυτής. Στα πόδια πρέπει να φορούσαν κάτι ανάλογο με τα μέστια της Παλαιάς Αθήνας. Στο κεφάλι με τη φορεσιά αυτή φορούσαν ένα είδος σκούφιας και γύρω και απάνω από αυτήν έδεναν το κεφαλομάντηλο. Το στερέωναν με τις κοτσίδες τους ολόγυρα με τρία διαφορετικά μαντήλια –ένα μαύρο, ένα ζωγραφιστό και το ουρά μαντήλι με πυκνό κέντημα- και άφηναν να φαίνεται μόνο το χρυσοκέντημα μπροστά στο μέτωπό τους.

Η δεύτερη παραλλαγή της φορεσιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεύτερη παραλλαγή έχει ποκάμισο κοντό ως τη μέση, βράκο, τουμάνι, γιλέκι χωρίς μανίκια, ζιπούνι, φουστάνι ανατολικής προέλευσης, ποδιά με ζωνάρι, πιρπιρί, φέσι με φούντα. Το ποκάμισο εδώ είναι μεταξωτό, αραχνοΰφαντο και το ονόμαζαν μπιμπιζάρι. Είναι κοντό ως τη μέση, κλειστό μπροστά, με μικρό στρογγυλό γιακά και πλατιά μανίκια διακοσμημένα με χρυσό κέντημα με πατιλέτες. Ίσως φορέθηκε αρχικά μακρύ και κόπηκε στην πορεία. Το τουμάνι, η εξωτερική βράκα, ήταν ραμμένο με βαριά μεταξωτά υφάσματα, όπως και το φουστάνι στην πρώτη παραλλαγή. Πάνω από το τουμάνι η φορεσιά είχε ένα γιλέκι χωρίς μανίκια και ένα ζιπούνι μακρυμάνικο, ενώ εδώ δεν συναντάμε φουστάνι. Στη φορεσιά της οικογένειας Βαλτινού, όπου συναντήσαμε φουστάνι κατακόρυφα ανοιχτό σαν καβάδι, το σχήμα και το ύφασμά του μαρτυρούν ανατολίτικη καταγωγή με την ονομασία κοζόκα. Η ποδιά ήταν μεταξωτή με κλαριά και λουλούδια, ενώ στο επάνω μέρος της είχε πρόσθετο κομμάτι από άλλο ύφασμα για να περνάει το ζωνάρι, το οποίο αλλάζει θέση σε σχέση με την προηγούμενη παραλλαγή. Η ίδια φορεσιά έχει και χρυσοκέντητο τερζήτικο ζωνάρι χωρίς πόρπη, το οποίο φοριόταν πάνω από το πιρπιρί.

Η τρίτη παραλλαγή της φορεσιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τρίτη παραλλαγή έχει ποκάμισο, βράκο, φουστάνι, ζωνάρι, ζώνη με πόρπες, πιρπιρί, χρυσοκέντητες γόβες, φεσάκι με φούντα και τα ανάλογα κοσμήματα. Το ποκάμισο που φαίνεται πάνω από το βράκο και το τουμάνι είναι βαμβακερό, λινό ή μεταξωτό, μπιμπιζάρι. Είναι σχετικά κοντό και τα κεντήματα του στα μανίκια και στον ποδόγυρο προσιδιάζουν τα κεντήματα που συναντούμε και σήμερα σε γιαννιώτικες πετσέτες. Η ύπαρξη περίτεχνου σχεδίου εδώ οδηγεί την Τατιάνα Ιωάννου σε εικασία ότι το φόρεμα ίσως μαζευόταν εξωτερικά σε αυτή την παραλλαγή, όπως το συναντούμε και σε άλλες φορεσιές. Το φουστάνι που φοριόταν από πάνω ήταν κοντύτερο, αλλά παραμένει στα πρότυπα του καβαδιού. Ήταν εφαρμοστό στον κορμό και φάρδαινε στη μέση, ενώ τα μανίκια του ήταν στολισμένα με χρυσή δαντέλα. Στη μέση φορούσαν ζώνη χρυσοκέντητη με τερζήτικα σχέδια και πούλιες ή ζώνη από χρυσοΰφαντα ιερατικά σειρήτια. Οι ζώνες έκλειναν μπροστά με μεγάλες πόρπες στολισμένες με δικέφαλους αετούς, φύλλα, κλαριά κτλ. Στα πόδια φορούσαν μεταξωτές χρυσοκέντητες γόβες με χαμηλό τακούνι. Τα μαλλιά τους ήταν πλεγμένα κοτσίδες μαζί με πρόσθετα μαλλιά για όγκο, τις οποίες τύλιγαν γύρω στα αυτιά, τα κλωστάρια. Άλλες φορές έδεναν το σταμπωτό μαντήλι με τις μπιμπιλιές γυρνώντας το στο κεφάλι μαζί με τις κοτσίδες σαν στεφάνι. Στην κορυφή του κεφαλιού έβαζαν το φεσάκι και το κρατούσαν στη θέση του, περνώντας μια λεπτή χρυσοκεντημένη λουρίδα κάτω από το σαγόνι. Το κεφάλι επίσης στολιζόταν με μαργαριτάρια, αλυσίδες με χρυσά νομίσματα, και στολισμένα με πολύτιμες πέτρες (διαμάντια) κοσμήματα. Ανάλογης αξίας ήταν και τα υπόλοιπα κοσμήματά τους, όπως τα περιδέραια, οι πόρπες στα ζωνάρια τους, οι καρφίτσες, τα δαχτυλίδια, τα βραχιόλια και τα σκουλαρίκια. Οι διαφορές ανάμεσα στις τρεις παραλλαγές είναι μικρές και κυρίως αφορούν το ύφασμα, τον τρόπο ραφής και τα σχέδια που έπαιρνε το κάθε κομμάτι επηρεασμένο από τα ανατολίτικα πατρόν. Ενώ στην αρχή τα σχέδια είναι μονοκόμματα, στη συνέχεια συναντούμε ραφή στη μέση, εφαρμοστά στο κορμί κομμάτια και περισσότερο ύφασμα για μεγαλύτερες πτυχώσεις και αέρα κατά το περπάτημα. Σε κάθε παραλλαγή τα υφάσματα είναι ακριβά και καλοραμμένα, ενώ και τα κοσμήματα καταδεικνύουν τον πλούτο της περιοχής.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]