Φορεσιά του Ασβεστοχωρίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η παραδοσιακή γυναικεία ενδυμασία του Ασβεστοχωρίου.

Η φορεσιά του Ασβεστοχωρίου συναντάται στο χωριό Ασβεστοχώρι, που βρίσκεται 12 χλμ. ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Η φορεσιά του Ασβεστοχωρίου, με βαριά και πλούσια κεντημένα υφάσματα ονομάζεται αλλιώς και «τα παϊζάνικα» ή «παεζάνα».[1][2] Η ονομασία αυτή φαίνεται να προήλθε είτε από το γαλλικό «paysant» (χωρικός- αγρότης) ή από το τούρκικο «πασβάντ» (νυχτοφύλακας). Περίπου στα 1812 εγκαταστάθηκαν στο χωριό Θεσσαλοί και Αγραφιώτες που είχαν τη δική τους φορεσιά, αποτελώντας ξεχωριστή κοινότητα με δικά τους ήθη και έθιμα.

Στη φορεσιά του Ασβεστοχωρίου χαρακτηριστικό κομμάτι αποτελεί ο σαγιάς, το κατακόρυφα ανοιχτό μπροστά φόρεμα, ενώ και εδώ συναντούμε πολυποίκιλα σχέδια, περίτεχνα δείγματα της ελληνικής κεντητικής με ιδιόρρυθμες βελονιές. Η «φουσκωτή βελονιά», με την οποία κεντούσαν τα μανίκια και τον ποδόγυρο του ποκαμίσου, το πεσκίρι και το τσουμπέρι, ήταν ένας από τους δυσκολότερους τρόπους κεντήματος. Η ίδια βελονιά συναντάται επίσης στα Δωδεκάνησα με την ονομασία «η φουσκωτή βελονιά της Ρόδου». Η Ασβεστοχωρίτισσα είχε την καθημερινή, τη γιορτινή, και τη νυφική της φορεσιά, καθεμία από τις οποίες ξεχώριζε από τα χρώματα του σαγιά –άσπρο για το νυφική σαγκία, κίτρινο μουσταρδί για το δευτεριάτικο σαγιά και πράσινο ή γαλάζιο για τον καθημερινό σαγιά.

Η φορεσιά του Ασβεστοχωρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φορεσιά του Ασβεστοχωρίου αποτελείται από τα πουκάμισα, το σαγιά ή τη σαγκία, τα ραγκαβίτσα, το πόες ή τη ζώνη, το πιλένο ή ποδιά, την καπούτα, το μαντήλι της ποδιάς, τις κάλτσες και τα παπούτσια.

Τα πουκάμισα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τα πουκάμισα, που υφαίνονταν από χοντρό βαμβακερό ύφασμα, μόνες τους φύτευαν, καλλιεργούσαν και έγνεθαν το βαμβάκι, ύφαιναν το ύφασμα και το έραβαν. Τα καθημερινά και γιορτινά πουκάμισα ξεχώριζαν στη ραφή τους από τα νυφικά. Τα δύο πρώτα ήταν βαμμένα γαλάζιο σκούρο, ενώ το νυφικό πουκάμισο παρέμενε ολόλευκο. Όλα τα πουκάμισα είχαν το ίδιο σχήμα και ήταν ραμμένα στο χέρι με το τριπογάζι, ενώ ένα κατακόρυφο άνοιγμα μπροστά σχημάτιζε την τραχηλιά, το γκερντί, που ήταν εσωτερικά φοδραρισμένο με μπουχασί. Τα πουκάμισα είχαν κεντήματα στην τραχηλιά, στα μανίκια, στον ποδόγυρο και στις ραφές των λαγκιολιών ( περισσευούμενα κομμάτια υφάσματος που τοποθετούνταν για να έχει όγκο και φάρδος το ρούχο από τη μέση και κάτω ). Ξεχώριζαν τα γιορτινά πουκάμισα, τα οποία διέθεταν έναν πλούτο κεντημάτων. Μάλιστα, το χρώμα και το σχέδιο των κεντημάτων διαφοροποιούταν καθώς ανάλογα με την περίσταση, έπρεπε να φορεθεί μαζί με επενδυτή διαφορετικού χρώματος.[1]

Το κέντημα της τραχηλιάς, ήταν όμοιο για όλα τα πουκάμισα, ονομαζόταν «λειτουργιές» και αποτελούταν από μια κατακόρυφη λωρίδα κεντημένη με κρεμεζιές, άσπρες και κίτρινες μεταξωτές κλωστές και τη βελονιά με το σταυρουδάκι. Στα υπόλοιπα κεντημένα σημεία του πουκαμίσου υπήρχαν άλλα κεντήματα, εξίσου περίτεχνα και ίδια για όλα τα πουκάμισα.

Ο σαγιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σαγιάς ή σαγκία είναι και σε αυτή τη φορεσιά το κομμάτι που την χαρακτηρίζει. Είχε διαφορετικό χρώμα και κέντημα, ανάλογα με την περίσταση. Η νυφιάτικη σαγκία ήταν πάντα άσπρη, από πλάτυνο, απολυτό ύφασμα και με διαφορετικά κεντήματα από τους άλλους σαγιάδες. Ο δευτεριάτικος, ο σαγιάς που φορούσαν για πρώτη φορά τη Δευτέρα μετά την Κυριακή του γάμου τους, ή ο γιορτινός ήταν πάντα κίτρινος, ενώ ο καθημερινός ήταν λαδοπράσινος ή γαλάζιος. Ήταν όλοι όμοια ραμμένοι, σχεδόν εφαρμοστοί μέχρι τη μέση και σε γραμμή άλφα από εκεί και ως τον ποδόγυρο. Τα μανίκια τους ήταν κάθετα ραμμένα στον κορμό και έφταναν ως τον αγκώνα. Εσωτερικά ήταν φοδραρισμένα με τσόχα ή μπουχασί για να σχηματίζουν τα μανικέτια, όταν αναδιπλώνονταν. Το κέντημα στα μανίκια γίνεται πάνω στην κόκκινη τσόχα ή το μπουχασί, δηλαδή στα μανικέτια. Της άσπρης, νυφικής σαγκίας τα μανικέτια παίρνουν την ονομασία τους από τα σχέδια των κεντημάτων, τα κόλακ. Ο σαγιάς είναι κοντύτερος από το πουκάμισο τόσο ώστε να επιτρέπει τα κεντήματα του να φανούν. Επίσης, στο Ασβεστοχώρι χρησιμοποιούνταν και σαγιάδες πορτοκαλί χρώματος.[3]

Τα υπόλοιπα κομμάτια της φορεσιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καπούτα, το χωρίς μανίκια, εξωτερικό, μάλλινο κομμάτι της φορεσιάς ήταν ραμμένο από ειδικούς τεχνίτες και αγορασμένο από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν καφέ για τις νέες κοπέλες και μαύρο, γρίζο, για τις ηλικωμένες. Την φορούσαν μόνο έξω από το σπίτι.

Τα ραγκαβίτσα ήταν τα κατωμάνικα, τα οποία φορούσαν δύο-δύο σε κάθε χέρι. Το εσωτερικό ήταν κόκκινο με πολύχρωμα λουλούδια- κεντήματα, ενώ το εξωτερικό ήταν άσπρο με λίγο κέντημα στις άκρες. Το πόες, το κόκκινο, μάλλινο ζουνάρι ήταν μια στενή υφασμένη λωρίδα από τις ίδιες τις Ασβεστοχωρίτισσες. Τοποθετούταν πάνω από το πουκάμισο και το σαγιά, στη μέση για να τις σφίγγει. Το πιλένο ήταν η μάλλινη ποδιά με τα τρία χρώματα –πράσινο, κόκκινο και γαλάζιο σκούρο- που τοποθετούνταν πάντα στην ίδια σειρά. Ήταν φτιαγμένη από δύο κομμάτια ύφασμα, ενωμένα μεταξύ τους. Έδενε στη μέση με πλεχτό μάλλινο κορδόνι.Η χρυσοκέντητη ζώνη φοριόταν τις γιορτινές μέρες πάνω από το ζωνάρι και την ποδιά και έκλεινε μπροστά με το μεγάλο και λεπτεπίλεπτα δουλεμένο κλεικουτήρι.

Το μαντήλι της ζώνης ήταν μικρό, τετράγωνο, κεντημένο στο γύρο και στις γωνίες με πολύχρωμες κλωστές. Το στερέωναν, διπλωμένο στα τέσσερα, ανάμεσα στη χρυσοκέντητη ζώνη και το ζωνάρι, αφήνοντας τις γωνίες του να πέφτουν προς τα έξω, στολίζοντας το ασημένιο κλεικουτήρι.

Οι κάλτσες έφταναν ως τα γόνατα και ήταν πάντα κόκκινες γι’αυτό τις ονόμαζαν τούρτσε. Ήταν πλεγμένες στο χέρι με τα μπολκάτα και τα παπούτσια ήταν μαύρα, δερμάτινα, με λίγο τακούνι.

Κεφαλόδεσμος και κοσμήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κεφαλόδεσμος είναι η κουκούντα[2] ή κουκούλα και αποτελείται από ένα μικρό φεσάκι, το τσουτσούλι, το ντουλπάνι, το πισκίρι ή την κάρπα και το τσουμπέρι. Ο κεφαλόδεσμος στολίζεται με τα μαγγούρια, τη φούντα, το γκιουρντένι του κεφαλιού, τα σκουλαρίκια και την κίτκα. Η ονομασία του κεφαλόδεσμου ( κουκούντα ) οφείλεται στον ομώνυμο κύλινδρο που αποτελεί εξάρτημα του κεφαλοκαλύμματος.[2]

Ο στολισμός της φορεσιάς ολοκληρώνεται με το γκιουρντένι του στήθους ή την πλάκα, το κλεικουτήρι και την αλυσίδα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Άννα Γουήλ - Μπαδιεριτάκη, Το γυναικείο παραδοσιακό πουκάμισο της ηπειρωτικής Ελλάδας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 1980, 61-62.
  2. 2,0 2,1 2,2 «Τσουτσούλι με κουκούντα , εξάρτημα του κεφαλοκαλύμματος της παεζάνας». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Οκτωβρίου 2012. 
  3. «Επτά Ημέρες, Η ενδυμασία στη νεότερη Ελλάδα, Η Καθημερινή, 14 Μαΐου 2000, σελ. 14» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 4 Σεπτεμβρίου 2012. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]