Φιλόθεος Χατζής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Κύπριος Μητροπολίτης και Εθνομάρτυρας, Φιλόθεος Χατζής.

Ο Φιλόθεος Χατζής, τον οποίο έφερε απο την αφανεία στην επιφάνεια η έρευνα που πραγματοποίησε ο Δρ. Ηρακλής Ζαχαριάδης, Πρόεδρος του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων (Ε.Π.Ο.Κ.), Εκδότης της Εφημερίδας "Κυπριακός Ελληνισμός" και Μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου "Παρνασσός", καταγόταν από κάποιο χωριό της Λευκωσίας (Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 13, σελίδα 247 - Λευκωσία 1950), (Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκης, τόμος 12ος, Αθήνα 1931, σελίδα 621, Πέτρου Γεωργαντζή «Οι Αρχιερείς και το εικοσιένα», Ξάνθη 1985, σελ. 39 κ.α).

Στα τέλη του 17ου αιώνα -περίπου 1790- όντας νεαρός, έφυγε από την Κύπρο και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για να εκλεγεί (Δευτερεύων των Διακόνων),όπου τελικά και υπηρέτησε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο -ως Δευτερεύων των Διακόνων- του κυπριακής καταγωγής Πατριάρχη Γερασίμου του Γ΄ (1794 – 1797), το οποίο σημαίνει ότι ήταν καλής μόρφωσης και επιβραβεύτηκε λόγω της πίστης και της αφοσιωμένης διακονίας του.

Το 1795 οι κάτοικοι της Δημητσάνης ζήτησαν με γράμμα τους από τον Πατριάρχη Γεράσιμο τον Γ΄ να αντικαταστήσει τον Μητροπολίτη Αμβρόσιο (1767– 1795),ο οποίος τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς είχε υποβάλει παραίτηση λόγω γήρατος και δεν είχε αφήσει καλές εντυπώσεις κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του. Από τους ιστοριογράφους της εποχής κατηγορείτο ως νωθρός, απαίδευτος και αδιάφορος για την πνευματική ανάπτυξη του ποιμνίου του. Για όλους αυτούς και άλλους λόγους οι Δημητσανίτες είδαν την παραίτηση του Αμβρόσιου με ανακούφιση. Μία χαρακτηριστική περικοπή είναι από γράμμα που έστειλε ο δάσκαλος της Σχολής Δημητσάνης στον Άνθιμο Καρακάλλο -πρώην Μεθώνης- στην Τεργέστη με ημερομηνία 30-10-1795. Του γράφει μεταξύ άλλων "...λοιπόν προσμένομεν τον νέον αρχιερέα μας, με τον ερχομό του οποίου ελπίζομεν να εξυπνήση η αποκοιμισμένη μας εκκλησία...".

Πραγματικά, μόλις παραιτήθηκε ο Αμβρόσιος, ανέθεσαν σε δύο Δημητσανίτες στην Κωνσταντινούπολη, ήτοι στον Μητροπολίτη Σμύρνης ΓΡΗΓΟΡΙΟ (μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη) και στον μεγαλέμπορο ΝΙΚΗΤΑ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ, "νὰ ἐκλέξουν Ἂξιον Ἀρχιεπίσκοπον, ὁποῖον ἢθελεν εὓρουν εὒλογον εἲτε ἰδικόν μας, εἲτε ξένον». Τον άξιο Επίσκοπο πολύ γρήγορα βρήκαν στο πρόσωπο του Κύπριου Φιλόθεου Χατζή. Ο Πατριάρχης Γεράσιμος ο Γ´ αγγέλλει   τον Νοέμβριο του 1795 ως  νέο «Αρχιεπίσκοπο» της Μεγάλης τού Χριστού Εκκλησίας τον Δευτερεύοντα των Διακόνων δηλαδή τον Φιλόθεο Χατζή. (Τάσου Γριτσόπουλου, "Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης", σελίδα 242, όπου δημοσιεύεται ολόκληρη η επιστολή προς τους πατέρες της Σταυροπηγιακής Μονής του Τιμίου Προδρόμου, η οποία βρισκόταν στην επισκοπική περιφέρεια της Δημητσάνης, για την εκλογή του Φιλόθεου  με αυτά τα λόγια: «Ἐπειδὴ ὁ θεοφιλέστατος ἀρχιεπίσκοπος Δημητσάνης συνάδελφος  ἀγαπητὸς κυρ Ἀμβρόσιος παραιτήσατο  οἰκειοθελῶς τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν ἔνθερμο αὐτοῦ παράκλησιν καὶ κοινὴ αἴτησιν τῶν τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ Χριστιανῶν, διὰ κανονικῶν ψήφων καὶ Συνοδικῆς ἐκλογῆς, προετιμήθη τῶν ἄλλων ὁ ἡμέτερος Δευτερεύων τῶν διακόνων κυρ Φιλόθεος καὶ δὴ ἡμετέρας ἀδείας ἐχειροτονήθη ἀρχιερεὺς γνήσιος, νόμιμος καὶ κανονικὸς καὶ ἀπεκατεστάθη ἀρχιεπίσκοπος τῆς ἐπαρχίας ταύτης, κατὰ τὴν κανονικὴ διατύπωσιν, ὡς Ἄξιος καὶ Τίμιος καὶ Δόκιμος ἀναφανείς καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ κατὰ διαφόρους καιροὺς πιστὸς ἐκδουλεύσας -καὶ παρὰ τῇ ἡμῶν μετριότητι χρόνους ἱκανοὺς διατρίψας καὶ ἐξυπηρετήσας εὐγνωμόνως καὶ εὐπειθῶς...».

Λίγο αργότερα, δηλαδή τον Ιανουάριο του 1796, ο Πατριάρχης Γεράσιμος, με σχετικό Σιγίλιο, ακύρωνε την ένωση της Αρχιεπισκοπής Δημητσάνης με τη Μητρόπολη Λακεδαιμονίας και την ανασύσταινε ως Μητρόπολη, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο την παλιά της αίγλη.

Περίοδος αρχιερατείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φιλόθεος ποίμανε τους κατοίκους της μητροπολιτικής του περιφέρειας Δημητσάνης για 26 χρόνια, έχοντας ως μοναδικό γνώμονα του έργου του τις αρχές του Ευαγγελίου και την καλλιέργεια των ελληνοχριστιανικών γραμμάτων. Όπως σημειώνεται (Ἰδέ Χρυσανθακόπουλου – Φωτάκου «Βίοι Πελοποννησίων και των ἒξωθι τῆς Πελοποννήσου ἐλθόντων», Αθήνα 1888, σελ. 295) «ἦτο ἐκ τῶν ἡσυχοτέρων Ἀρχιερέων καὶ πολὺ ἐκκλησιαστικός...»

Ο Φιλόθεος είχε καλή μόρφωση. Επί πλέον δε ήταν αγαθός, τίμιος, ευσεβής και προοδευτικός. Η επαρχία του, Γορτυνία, τον τιμούσε ειλικρινά για τα προτερήματά του αυτά. Αληθινός πνευματικός πατέρας ο Φιλόθεος φρόντισε όσο μπορούσε για την πνευματική ανάπτυξη  και καλλιέγεια του ποιμνίου του.

Τί έκανε ο Φιλόθεος και ήτο τόσο αγαπητός; Ένα από τα πρώτα του έργα, μετά την εγκατάστασή του στη Δημητσάνα, ήταν η ανέγερση του ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ, το οποίο ανακάλυψα ότι πρόκειται για ένα διατηρημένο κτήριο απέναντι από το Δημαρχείο. Με τη συμβολή των Μονών και των Εκκλησιών της επαρχίας κατάφερε σύντομα να υλοποιήσει το όραμά του αυτό (Τάσου Γριτσοπούλου, όπ.π., σελ. 243-245, όπου δημοσιεύεται το σχετικό έγγραφο για την ανέγερση Επισκοπικού Μεγάρου).

Ακολούθως επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στην παιδεία τόσο της επισκοπικής του περιφέρειας όσο και των υπολοίπων περιοχών. Κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες και κόπους, ώστε οι Σχολές της εποχής, σε όλη την επαρχία της Αρκαδίας, να εξακολουθήσουν να λειτουργούν και να μορφώνουν το υπόδουλο γένος. Σώζεται Σιγίλιο γράμμα του Πατριάρχη Καλλινίκου του Ε΄(1801-1806, 1808-1809), το οποίο τον διορίζει, μαζί με Επίσκοπο Αμυκλών Νικηφόρου Κουγιά(1779-1816), έφορο στην Ελληνική Σχολή της Βυτίνης. (Π. Παπαζαφειρόπουλου «Περὶ τῆς ἐν Βυτίνη Ἑλληνικῆς Σχολῆς τῶν πρώτων αὐτῆς διδασκάλων καὶ τῆς ἐν αὐτῇ καταρτιζομένης βιβλιοθήκης»,  Ναύπλιον 1858, σελ. 32, 34).

Όπως και σε μία άλλη πόλη της Γορτυνίας, στη Στεμνίτσα, ο Φιλόθεος υπηρέτησε, μαζί με τον Χριστιανουπόλεως Γερμανό Ζαφειρόπουλο (1807-1821), ως Επίτροπος  Πατριαρχικός και Συνοδικός Έξαρχος. (Βασιλείου Γ. Ἀτέση «Ἐθνομάρτυρες Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» Θεολογία, τόμος Μ.Β. Ἀθῆνα 1971 σελ. 8-9).

Ιδιαίτερο βέβαια ήταν το ενδιαφέρον του για τη φημισμένη Σχολή της Δημητσάνης. Τη Σχολή αυτή ενίσχυε με πολλούς τρόπους, ούτως ώστε να συνεχίσει τη λειτουργία της. Επειδή όμως οι οικονομικοί πόροι της Δημητσάνης ήταν περιορισμένοι, ο Φιλόθεος ζήτησε το 1816, συνεπικουρούμενος από τους προκρίτους της πόλης, την έγκριση του Πατριαρχείου, ώστε να συνδεθεί άμεσα η Σταυροπηγιακή Μονή Φιλοσόφου με τη Σχολή της Δημητσάνης. (Ευθυμίου Καστόρχη: «Περί της εν Δημητσάνη Σχολής και περί των καθιδρυτών και πρώτων αυτής διδασκάλων», Αθήναι 1846, σελ. 66-71). Έτσι, τα έσοδα της Μονής από τα διάφορα κτήματά της θα χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη των εξόδων συντήρησης της Σχολής. Ο τότε Πατριάρχης Κύριλλος ο ΣΤ΄ (1813-1818) και η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενέκριναν τη σύνδεση αυτή και με την έκδοση Σιγιλίου, τον Ιούλιο του 1816, όρισαν ως έφορο της Σχολής τον Παλαιών Πατρών Γερμανών (1806-1826). Σημειώστε ότι τόσο ο Παλαιών Πατρών Γερμανών όσο και ο Εθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄(1797-1798, 1806-1808, 1818-1821) ήταν απόφοιτοι της Σχολής αυτής.

Ζωηρόν ενδιαφέρον  επέδειξε και για τις Μονές που βρίσκονταν στην επαρχία του. Σώζεται γράμμα του προς τον Μητροπολίτη Γερμανό, με το οποίο τον παρακαλεί να επιτρέψει στον μοναχό της Ιεράς Μονής φιλοσόφου Νεκτάριο, να περιέλθει στην επισκοπική του περιφέρεια και να συλλέξει λάδι για τις ανάγκες της Μονής. (Ἀρχιμανδρίτου Θεοφίλου Σιμόπουλου «Μάρτυρες καὶ Ἀγωνισταὶ Ἱεράρχες», Ἀθῆνα 1971, σελ. 385-394, ὅπου δημοσιεύεται ὁλοκληρο τὸ γράμμα).

Ο Μητροπολίτης Δημητσάνης μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανών, που και αυτόν τον μύησε ο Αντώνιος Πελοπίδας από τη Στεμνίτσα, και με χρήματα της εκκλησίας πρωτοστάτησε στην εγκατάσταση και λειτουργία των μπαρουτόμυλων Δημητσάνης (γενέτειρας του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄). Με το μπαρούτι αυτό τροφοδοτούσαν όλη την επανάσταση. Ο Λοΐζος Φιλίππου στο βιβλίο του «Κύπριοι Αγωνισταί», σελ. 140, αναφέρει: «Εἰς τὴν ἐπαρχία του κατορθώνει ἕνα μοναδικὸν φαινόμενον καθ’ ὅλον τὸν Ἑλληνισμό. Πρὸ τοῦ ἀγῶνος σύσσωμος ἡ Δημητσάνα ἐμυήθη εἰς τὰ τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐξυπηρέτησε κατὰ τρόπον μοναδικὸν τὸν ἀγῶνα, διότι διευκολύνθη ἡ κατασκευὴ καὶ ἀποθήκευση τῆς ἀναγκαίας πυρίτιδος ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν Νικολάου καὶ Σπυρίδωνος Σπηλιωτόπουλου».

Πρέπει δε να αναφέρω ότι πριν από την έναρξη της επανάστασης λειτουργούσαν 14 μπαρουτόμυλοι, που παρήγαγαν μεγάλες ποσότητες πολεμοφοδίων. (Ιωάννου Φιλήμονος «Φιλική Εταιρεία», Ναύπλιον 1834, σελ. 368-376). Αντιλαμβάνεται κανείς ότι όλος ο πληθυσμός δούλευε στους μπαρουτόμυλους αυτούς, υπό την καθοδήγηση των αδελφών Σπηλιωτόπουλου.

Θα αναρωτηθεί εύλογα λοιπόν ο αναγνώστης μας από πού βρισκόταν τόση πρώτη ύλη;  Αυτή  λοιπόν, μαζευόταν από διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως από τη Γορτυνία ο άνθρακας, από τη Μονεμβασιά και τη Μάνη το νίτρο και το θειάφι και με επεξεργασία του αγριόχορτου οι «σφάκες». Στη συνέχεια το μπαρούτι αποθηκευόταν στα Μοναστήρια της περιοχής, σε ειδικές κρυψώνες, και μόλις σήμανε η επανάσταση, διοχετεύτηκε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας (Τάσου Γριτσόπουλου: «Η μπαρούτι της Δημητσάνας», Ελληνική Κύπρος, αριθμ. 24, Λευκωσία 1951, σελ. 94.). Ο Φιλόθεος Χατζής αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην παραγωγή της πυρίτιδας και στην προετοιμασία του αγώνα (Λοϊζου Φιλίππου:«Κύπριοι Αγωνισταί», Λευκωσία 1953, σελ. 140-141). Δεν στάθηκε όμως εδώ∙ μαζί με τους αδελφούς Σπηλιωτόπουλου και πολλούς προύχοντες της Δημητσάνας ίδρυσαν τη λεγόμενη «Ιερά Αδελφότητα», για τη μεταξύ τους καλύτερη συνεργασία. (Μύρωνος Χριστοφίδη: «Κύπριοι κληρικοί από το εξωτερικό», Τάιμς οφ Σάιπρους - τόμος Δ΄, αριθμ.41, Λευκωσία 1959, σελ. 24 και Χρ. Ν. Κωνσταντόπουλου). Όλα τα υλικά που μάζευαν οι κάτοικοι τα πλήρωνε η Εκκλησία της Αγίας Κυριακής, η οποία υπαγόταν στη Μητρόπολη Δημητσάνης. Ιθύνων νους ήταν πάντα ο εμπνευσμένος κύπριος Μητροπολίτης Δημητσάνης, Φιλόθεος Χατζής.

Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι χωρίς αυτούς τους μπαρουτόμυλους η πορεία της επανάστασης θα ήταν διαφορετική∙ διότι οι 150 οκάδες μπαρούτι που παράγονταν, αποτελούσαν τη βασικότερη πηγή ανεφοδιασμού σε πολεμοφόδια. Χαρακτηριστικό της σημασίας που απέδιδαν οι Δημητσανίτες στη συνέχιση της λειτουργίας των μπαρουτόμυλων και στην κατασκευή των φυσιγγίων ήταν και η θυσία εκ μέρους τους μεγάλου αριθμού βιβλίων για την παραγωγή πολεμοφοδίων∙ δηλαδή, σε περίοδο αδυναμίας εύρεσης χαρτιού, οι κάτοικοι προσέφεραν τα βιβλία της μεγάλης και ιστορικής βιβλιοθήκης της πόλης τους και αυτό για να μη διακοπεί ο ανεφοδιασμός των ελληνικών σωμάτων που αγωνίζονταν για την ελευθερία.

Εκτός από μεγάλος πατριώτης ήταν και χρηστός ανήρ, κατά τον Τρύφωνα Ευαγγελίδη (Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΚΔ΄, σελίδα 97) και ο Φωτάκος γράφει για τον Χατζή: «Ὁ ἐπίσκοπος αὐτὸς ἦταν ἐκ τῶν ἡσυχοτέρων ἀρχιερέων καὶ πολὺ ἐκκλησιαστικός, σεβόμενος ἀπὸ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν τῆς Καρυταίνης».

Και όντως∙ πώς να μην θαυμάσει ο μελετητής αυτή την καταπληκτική «ὁμοθυμία» των κατοίκων της Δημητσάνης! Εργάζονταν όλοι από κοινού με ένθεο ζήλο, τρία ολόκληρα χρόνια πριν από την Επαναστάση, προετοιμάζοντας το έδαφος για ένα μεγαλειώδες εγχείρημα, το οποίο ακόμη ήταν νεφελώδες, αόριστο και λίαν επικίνδυνο.  Η επιτυχία αυτή οφείλεται εξ ολοκλήρου στην εμπνευσμένη ηγετική και εθνεγερτική φυσιογνωμία του Φιλόθεου Χατζή.

Πάντως, ένα είναι βέβαιο στη συνείδησή μας. Κάθε φορά που μελετούμε άγνωστες πτυχές τής Ελληνικής Επαναστάσεως διαπιστώνουμε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι αυτή υπήρξε έργον τής Θείας του Κυρίου Πρόνοιας. Ας ενθυμηθούμε απλώς τον τρόπο με τον οποίο σώθηκε η Επανάσταση στο συνέδριο τού Λάυμπαχ από τους δηκτικούς όνυχας του Μέττερνιχ, με τη δυναμική αντίδραση τού υπουργού των Εξωτερικών τής Ρωσίας Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο Φιλόθεος Χατζής τόσο πολύ αγάπησε τη Δημητσάνα που συνδέθηκε μαζί της και με συγγενικούς δεσμούς, γιατί τη θεωρούσε δεύτερη πατρίδα του. Συγκεκριμένα κάλεσε και έφερε τον αδελφό του από την Κύπρο, τον Γεώργιο Χατζή ή Χατζηγεώργιο και τον πάντρεψε με την αδελφή του κηπουρού του Παναγιώτη (Μπαξεβάνου). Αγόρασε επίσης κήπο στο Παλιοχώρι. Όλα αυτά δείχνουν ότι ο Φιλόθεος Χατζής αγάπησε πραγματικά την επαρχία και τους κατοίκους της (Χρονικά των Αρκάδων, τόμος Δ΄-1977, του ιστοριοδίφη Χρ. Γ. Κωνσταντόπουλου).

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Πελοπόννησο, ο τοπικός διοικητής κάλεσε στην Τριπολιτσά, όπου ήταν η έδρα του, αρκετούς Αρχιερείς και προύχοντες δήθεν «προς σύσκεψιν» (Πέτρου Γεωργαντζή  ό.π.π., σελ. 300-304).

Τότε ακούστηκαν αρκετές φωνές, ότι, ενόψει της έναρξης του αγώνα, δεν πρέπει να προσέλθουν αλλά να κρυφτούν προσωρινά και να στελεχώσουν εν συνεχεία τα επαναστατημένα σώματα. Τελικά αποφασίστηκε να μεταβούν στην Τριπολιτσά, ώστε με την εκεί παρουσία τους να παραπλανήσουν τους κατακτητές και να δώσουν την ευκαιρία στον λαό να προετοιμαστεί καλύτερα. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Επισκόπου Ανδρούση Ιωσήφ, τα οποία φανερώνουν και την εθελούσια θυσία τους, χάριν του υπόδουλου λαού: « Ἂς τρέξωμεν ἵνα τὰ ὄμματα τῶν Ὀθωμανών, ἕως οὗ ἐνδυναμώσωσι οἱ ἡμέτεροι. Ἂν δὲ καὶ μας θανατώσωσι, γενηθήτω τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Θανατούμεθα ὀλίγοι καὶ τὸ ἔθνος σῴζεται». (Κωνσταντίνου «Ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἐλευθερίας», Ἀθῆναι 1952, σελ. 95-98). Ο Ιωάννης Φιλήμονας στο βιβλίο του «Δοκίμιον Ἱστορικὸν περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως»  (τόμος 4ος Αθήνα 1860, σελ. 370), αναφέρει ότι έως τις αρχές Μαρτίου 1821 προσήλθαν οι περισσότεροι από όσους είχε προσκαλέσει, μεταξύ δε αυτών ήτο και ο Μητροπολίτης Φιλόθεος Χατζής παρά το γεγονός ότι την περίοδο αυτή ήταν άρρωστος. Οι άλλοι αρχιερείς ήσαν οι: Τριπόλεως Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Ωλένης Φιλάρετος, Κορίνθου Κύριλλος και Ναυπλίου Γρηγόριος. Από τους προύχοντες της Πελοποννήσου παρουσιάστηκαν ο γιος του Πετρόμπεη, Αναστάσιος Μαυρομιχάλης, και οι Π. Αζέλιος Οικονόμου, Θεόδωρος Δεληγιάννης, Πανάγος Κυριάκος, Αναγνώστης Κωστόπουλος, Ιωάννης Τομαράς, Αντώνιος Καραπατάς, Ιωάννης Βιλαέτης και άλλοι...ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτσης Προκόπιος δεν προσήλθον.

Στην αρχή όλοι είχαν ελευθερία κινήσεως, αλλά στη συνέχεια τους περιόρισαν σε χώρο που ανήκε στον ταμία του Πασά. Στις 21 Μαρτίου τους υποχρέωσαν να στείλουν εγκύκλιο προς τον ελληνικό πληθυσμό, τον οποίο προέτρεπαν να παραμείνει πιστός στο Σουλτάνο.(Δημητρίου Πετρακάκου «Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, 1453-1843, τόμος Α΄, Αθήνα 1935, σελ. 237, όπου δημοσιεύεται η εγκύκλιος). Την εγκύκλιο αυτή υπέγραψαν οι εφτά από τους οχτώ Αρχιερείς. Ο Φιλόθεος προς τιμή του δεν την υπέγραψε. Τελικά  μεταφέρθησαν στις 17 Απριλίου 1821 στις αφόρητα δυσώδεις φυλακές της Τριπολιτσάς, όπου υπέφεραν τα πάνδεινα. (Σίμου Μπαλάνου: «Αἱ θυσίαι τοῦ κλήρου ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως μέχρι τὸ 1821», Ἡμερολόγιο τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος – Ἀθῆναι 1922, σελ. 253-263).

Στις φυλακές αυτές οι Αρχιερείς της Πελοποννήσου υπέγραψαν στις 15 Ιουνίου 1821 «Συνυποσχετικό» έγγραφο για κοινή συνεργασία υπέρ της πατρίδος (Δημητρίου Πετρακάκου, ό.π.π., σελ. 238, όπου δημοσιεύεται το έγγραφο).

Οι Αρχιερείς και οι Πρόκριτοι αλυσοδέθηκαν σε ένα μικρό δωμάτιο με ειδική αλυσίδα που αιχμαλώτιζε τα κεφάλια τους. (Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου Ιερομονάχου «Οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ προύχοντες ἐντὸς τῆς ἐν Τριπόλει φυλακῆς ἐν ἔτει 1821», Ἀθῆνα 1890.  (Ἡ πρώτη ἔκδοση ἔγινε τὸ 1852).  Η βαριά αλυσίδα 350 κιλών που πίεζε τον τράχηλό τους σε συνδυασμό με τον πολύ μικρό χώρο, τους εμπόδιζε να κινηθούν ή να εντείνουν τα πόδια τους. Η δυσοσμία συνεχώς αυξανόταν από την παρουσία ενός δοχείου που χρησιμοποιείτο ως αφοδευτήριο. Όταν κάποιος το επισκεπτόταν για σωματική του ανάγκη όλοι ήταν υποχρεωμένοι να μετακινηθούν εξαιτίας της αλυσίδας που τους συνέδεε. Στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης ερχόταν να προστεθεί και το αθλίας ποιότητας φαγητό καθώς και οι ύβρεις και οι απειλές των Τούρκων.

Αποτέλεσμα αυτών όλων ήτο, περί τα τέλη Αυγούστου, να αποβιώσει πρώτος ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Χρύσανθος. Τέλος Σεπτεμβρίου, οι Τούρκοι βλέποντας ότι πλησιάζει η κατάληψη της Τριπολιτσάς από τους Έλληνες και θέλοντας να χρησιμοποιήσουν τους Αρχιερείς και τους προύχοντες ως ομήρους, τους μετέφεραν από τις φυλακές και τους περιόρισαν σε άλλο χώρο. Τους έδωσαν καινούργια ρούχα και τροφή για να επιζήσουν. Η εξάντληση όμως όλων ήταν πάρα πολύ μεγάλη και πολύ γρήγορα ο ένας μετά τον άλλο αποβίωσαν∙  μεταξύ αυτών και ο Φιλόθεος. Η απελευθέρωση της Τριπολιτσάς από τα ελληνικά στρατεύματα στις 23/09/1821 βρήκε ζώντες μόνο τρεις από τους οχτώ Αρχιερείς που φυλακίστηκαν (Τριπόλεως Δανιήλ, Κορίνθου Κύριλλος και Ανδρούσης Ιωσήφ) καθώς και τρεις προύχοντες.

Ο Μητροπολίτης Φιλόθεος Χατζής καθ’ όλη τη διάρκεια της φυλάκισής του διατηρούσε την ψυχραιμία του και την ελληνοπρεπή αξιοπρέπειά του. Με την υπερήφανη δε στάση του ενέπνεε τους συγκρατούμενους του και παράλληλα έδειχνε και το μίσος που έτρεφε ενάντια στους δόλιους κατακτητές της πατρίδας του, οι οποίοι με υπουλότητα τους συνέλαβαν και τους έρριξαν στις φυλακές.

Κάποια μέρα κυκλοφόρησε η φήμη ότι την επομένη ημέρα θα τους εκτελούσαν. Ο Φιλόθεος είχε μαζί του 5.000 γρόσια, τα οποία όμως δεν ήθελε να περιέλθουν στα χέρια των Τούρκων μετά το θάνατό του. Σκέφτηκε λοιπόν και «τὴν νύκτα λαβὼν τὸ οὐροδοχεῖον ἔρριψεν ἐντὸς αὐτοῦ τὶς πέντε χιλιάδες γρόσια ἐπὶ σκοπῷ τοῦ να εὔρη αὐτὰ μετὰ θάνατον χριστιανὸς τις, διότι οἱ Τούρκοι δεν ἤγγιζον τοιαῦτα ἀγγεῖα. Τοιαῦτα δὲ ἰδὼν τις ἐκ τῶν χεόντων τὰ οὖρα ἔλαβεν δι’ ἑαυτόν».

Ύστερα από πέντε ημέρες, όταν κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε απόφαση να εκτελεσθούν, ζήτησε τα χρήματα, τα οποία και έλαβε «παραχρῆμα».

Δυστυχώς, ο λαμπρός και αγωνιστικός αυτός συμπατριώτης μας δεν άντεξε την πείνα και τις στερήσεις. Πέθανε λίγες μόνο ημέρες πριν από την άλωση της Τριπολιτσάς (μεταξύ 17-22 Σεπτεμβρίου 1821). Ο Μητροπολίτης Τριπολιτσάς Δανιήλ Παναγιωτόπουλος (1765-1831) περιέγραψε τα δεινά που υπέστησαν σε μακροσκελές στιχούργημα 752 στίχων, το οποίο συνέταξε τον Αύγουστο του 1822 στη Μονή της Άνω Χρέπας (Απόστολος Βαρνάβας – Επίσημο περιοδικό της εκκλησίας της Κύπρου. Περ. Γ΄.τομος Ν.Δ., Μάρτιος 1993, τεύχος 3). Για τον Μητροπολίτη Δημητσάνης Φιλόθεο Χατζή γράφει ότι πέθανε «τότε ὁ Δημητσάνης, ὁ τῆς ἐμῆς πατρίδος ποιμὴν ὁ ἁγιώτατος ἐκείνης τῆς μερίδος...»(Τάσου Γριτσόπουλου: «Μητροπολίτης Ἀμυκλῶν καὶ Τριπολιτσὰς Δανιὴλ Παναγιωτόπουλος», Θεολογία, τόμος ΛΑ΄, Ἀθῆνα 1960, σελ. 424-443, δημοσιεύεται ὅλο τὸ στιχούργημα – πρώτη φορὰ δημοσιεύτηκε στὴ «Φιλολογικὴ Ἀκρόπολη», τ.1, 1888-1889, σελ. 361 καὶ 375)

Επίλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην τελευταία περίοδο της ζωής του ο Κύπριος αυτός κληρικός  είναι εξ ολοκλήρου δοσμένος στα υψηλά ιδανικά της πίστεώς μας και της ελευθερίας της πατρίδας μας. Η μεγάλη αγάπη του Φιλόθεου Χατζή προς την παιδεία και κατ’ επέκταση προς την πνευματική ανόρθωση  και καλλιέργεια του υπόδουλου Γένους, φανερώνεται και από την τελευταία του πράξη. Εξομολογήθηκε στον Επίσκοπο Δανιήλ και του ανέθεσε να εποπτεύσει, ώστε να διατεθούν από την περιουσία του 5.000 γρόσια για την Ελληνική Σχολή της Δημητσάνης (Θάνου Βαγενά «Χρονικὰ τῆς Κύπρου, Ἀγῶνες τῶν Κυπρίων για τὴν Ἐλευθερία», Ἀθήνα 1954, σελ. 78-79).

Ο ίδιος ο Δανιήλ, όντως,  επόπτευσε, μετά την απελευθέρωσή του από τις φυλακές της Τριπολιτσάς, για την υλοποίηση της ύστατης επιθυμίας του Φιλόθεου. Μάλιστα υπέγραψε σχετικό έγγραφο με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 1821, μαζί με τον αδελφό του Φιλόθεου, Χατζηγεώργιο (Τάσου Τσιτσόπουλου: «Η Αρχιεπισκοπή...», σελ. 248, όπου δημοσιεύεται το σχετικό έγγραφο) ο οποίος έμενε στη Δημητσάνα και μετά το θάνατο του αδελφού του. Η περιουσία του όμως μόλις έφθανε τα 2.500 γρόσια και ο Χατζηγεώργιος συμπλήρωσε το ποσό μέχρι να αθροισθούν οι 5.000. Προς τον σκοπό αυτό πώλησε  μια αρχιερατική στολή του αδελφού του, διάφορες ομολογίες και άλλα αρχιερατικά αντικείμενα.(Τάσου Γριτσόπουλου: «Σχολή Δημητσάνης, Αθήνα 1968, σελ. 64-65.).

Ο Χατζηγεώργιος παρέμεινε στη Δημητσάνα και μετά το θάνατο του αδελφού του. Από σημείωμα σε κώδικα του ναού των Αγίων Αποστόλων του Παλαιοχωρίου, πληροφορούμαστε (Τάσου Γριτσόπουλου: «Η Αρχιεπισκοπή...», σελ. 248-249) ότι: «...εἰς τὰ 1824 Φεβρουαρίου 10 ἦλθεν ὁ Κυρ. Γ. Χατζής, ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Δημητσάνης Φιλοθέου καὶ ἔβαλεν ἐν τῷ ναῷ ἓναν αἶραν, ἐν τριώδιον, μία φυλλάδα τῆς λειτουργίας καὶ ἐν στρῶμα τῆς Ἁγίας Τραπέζης».

Αναμφίβολα η προσφορά των Κυπρίων κληρικών στους εθνικούς και πνευματικούς αγώνες του Γένους υπήρξε πολυδιάστατη και ιδιαίτερα σημαντική. Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους καταλαμβάνει ο Εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Δημητσάνης Φιλόθεος Χατζής. Η συμμετοχή του στην προπαρασκευή του μεγάλου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 και ο μαρτυρικός του θάνατος τον κατατάσσουν ανάμεσα στους κληρικούς προς τους οποίους το έθνος οφείλει κάθε τιμή και ευγνωμοσύνη.

Αυτός, λοιπόν,  υπήρξε ο Φιλόθεος Χατζής, ως επίσκοπος Δημητσάνης. Ευσεβής, εμπνευστή, φιλόπατρις και προοδευτικός ιεράρχης∙ αλλά και μάρτυρας της αμώμητης πίστης μας και της ελευθερίας του Γένους. Στη συνείδησή μας αλλά και στην ιστορία αναδείκτηκε ένας αληθινός και μεγάλος αναμορφωτής τής παιδείας του Γένους και ένας μαχητικός αγωνιστής τής Ελευθερίας τής δούλης Πατρίδας μας! Άς είναι αιωνία η σεπτή και θαυμαστή μνήμη Του.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. www.epok.gr[1]
  2. Αμβροσίου Φραντζή: Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος – τ.μ.Δ΄ 1841.
  3. Φ. Χρυσανθόπουλου – Φωτάκου: Βίος Πελοποννησίων Ανδρών 1888.
  4. Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου: Οι Αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής, εν έτει 1821 (βλ.εκ. 1890).
  5. Τάσου Γριτσόπουλου: Η Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης... 1950.
  6. Θάνου Βαγενά: Ο Επίσκοπος Δημητσάνης Φιλόθεος (εφημ. Αρκαδικόν φ.3-18-3-1956).
  7. Γεωργίου Καρβέλα: Ιστορία της Δημητσάνης 1972.
  8. Χρήστος Κωνσταντόπουλος: Χρονικά των Αρκάδων, τόμ. Δ΄ 1977 σελ. 65.
  9. Κ. Κοκκινόφτα: Ο Κύπριος Μητροπολίτης Δημητσάνης Φ.Χ. περ. Απόστολος Βαρνάβας, σελ. 116, Περ.Γ΄, τομ.ΝΔ΄, Μάρτιος 1993, τεύχη 3.
  10. Μεγάλη Κυπριακή Βιβλιοθήκη, τόμ.13ος, Λευκωσία 1990, σελ. 247.
  11. Πάπυρος Λαρούς: τόμ.12ος, Αθήνα 1964, σελ. 740
  12. Γιάννης Ιωαννίδης: «Μικρή Εγκυκλοπαίδεια Εθνομαρτύρων Κληρικών», τόμ. Β΄, Αθήνα 1992, σελ. 19.
  13. Άντρου Παυλίδη: «Ιστορία της Νήσου Κύπρου», Λευκωσία 1992, σελ. 169.
  14. Πέτρου Γεωργαντζή: «Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα», Ξάνθη 1985, σελ. 39.
  15. Ευθυμίου Καστάρχη: «Περί της εν Δημητσάνη Σχολής», Αθήνα 1846, σελ. 66-71.
  16. Αρχ. Θεοφίλου Σιμόπουλου: «Μάρτυρες και ΑγωνισταίΙεράρχαι», Αθήνα 1971, σελ. 385-394.
  17. Αμβροσίου Φραντζή: «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τόμ.Δ΄, Αθήνα 1841, σελ. 97.
  18. Ευάγγελου Σαβράμη: «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Δημητσάνης» Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, έτος Θ΄, Αθήνα 1932, σελ. 219-238.
  19. Τάκη Κανδηλώρου: «Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821», Αθήνα 1926, σελ. 343.
  20. Άγγελου Παπακώστα: «Η συμβολή της Κύπρου στην επανάσταση του Εικοσιένα», Ν. Εστία, τόμος 58, Αθήνα 1955, σελ. 1175.
  21. Λοίζου Φιλίππου: «Κύπριοι Αγωνισταί», Λευκωσία 1953, σελ. 140-141.
  22. Δημητρίου Πετρακάκου: «Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδας (1453-1843)», τόμ.Α΄, Αθήνα 1935, σελ. 237.
  23. Βασιλείου Μυστακίδου: «Επισκοπικοί Κατάλογοι», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τόμ. ΙΒ΄, Αθήνα 1936, σελ. 170.
  24. Ιωάννου Φιλήμονος: «Δοκίμιον Ιστορικού περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», τόμ.4ος, Αθήναι 1860, σελ. 204.
  25. Α. Λαζάρου: «Η Κύπρος γενέτειρα του Ομήρου», σελ. 110.
  26. Γ. Σπανού: «Κύπριοι στος Αγώνες του 1821».
    1. [www.epok.gr «Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων (Ε.Π.Ο.Κ.)»] Check |url= value (βοήθεια).