Φιλομήλιον Φρυγίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Φιλομήλιον ήταν αρχαία ελληνική πόλη της Φρυγίας της Μικράς Ασίας.

Βρισκόταν στο νοτιοδυτικό τμήμα της επαρχίας, στα σύνορα με την Πισιδία και τη Λυκαονία. Είχε κτιστεί στις νότιες όχθες της λίμνης του Φιλομηλίου (στα βυζαντινά «λίμνη των 40 μαρτύρων», η σημερινή Akşehir Gölü) και εκείτο στην οδό που ένωνε τα Σύνναδα της Φρυγίας με το Ικόνιον της Λυκαονίας.

Η πόλη ήταν ελληνιστική και είχε ιδρυθεί από τον ανεξάρτητο Μακεδόνα δυνάστη Φιλόμηλο (γιό του Λυσία ή Λυσανία) στο δεύτερο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. Ανήκε σε συνομοσπονδία με τα Σύνναδα, ενώ από τα νομίσματα που έκοψε φαίνεται πως είχε συμμαχήσει με τη γειτονική Μανδρόπολη (σημερινή Mandra). Λέγεται ότι ο Κικέρων στον δρόμο του για την Κιλικία, έγραψε αποσπάσματα από την αλληλογραφία του στο Φιλομήλιον.

Η χριστιανική πίστη ήλθε νωρίς στο Φιλομήλιον και μάλιστα το 196 μ.Χ. η Εκκλησία της Σμύρνης ανακοίνωσε στην εκκλησία της πόλεως το μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου. Κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. ο Ιεροκλής στον Συνέκδημόν του, την κατατάσσει στις 26 ακμάζουσες πόλεις της Πισιδίας, με στρατηγική σημασία. Τότε αναφερόταν ως Φιλομήδη ή Φιλομήνη. Στους αιώνες που ακολούθησαν γνωρίζουμε επτά επισκόπους του Φιλομηλίου: τον Θεοσέβιο που συμμετείχε στην οικουμενική σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (381), τον Παύλο που συμμετείχε στην σύνοδο της Χαλκηδόνος (451), τον Μαρκιανό που υπέγραψε μια επιστολή προς τον αυτοκράτορα Λέοντα εξ ονόματος των επισκόπων της Πισιδίας (458), τον Αριστόδημο που συμμετείχε στην οικουμενική σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (553), τον Μαρίνο που συμμετείχε σε δύο οικουμενικές συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως (680 και 692), τον Σισίνιο που συμμετείχε στην οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας (787) και τέλος τον Ευθύμιο που συμμετείχε στην οικουμενική σύνοδο του πατριάρχου Φωτίου στην Κωνσταντινούπολη το 879. Στο βυζαντινό Notitiæ episcopatuum αναφέρεται το Φιλομήλιον ως βοηθητική επισκοπή της πισιδικής Αντιοχείας. Από τον 9ο έως τον 13 αιώνα αναφέρεται ως μια από τις βοηθητικές επισκοπές του Αμορίου της Φρυγίας.

Από τον 12ο αιώνα την κατέλαβαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι που ίδρυσαν το Σουλτανάτο του Ικονίου. Έκτοτε έλαβε την τουρκική ονομασία Ακσεχίρ (Akşehir) που σημαίνει λευκή πόλη. Τον 14ο αιώνα πέρασε στην κυριαρχία των ομοφύλων τους Οθωμανών.

Από την αρχαία πόλη σώθηκαν αρχαίες επιγραφές και μερικές χριστιανικές, καθώς και τα νομίσματα που έκοψε με την επιγραφή ΦΙΛΟΜΗΛΙΩΝ.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]