Υπόθεση Βαλανσιέν-Μαρσέιγ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η υπόθεση Βαλενσιέν-Μαρσέιγ είναι μια υπόθεση δωροδοκίας στον χώρο του γαλλικού ποδοσφαίρου η οποία είδε το φως της δημοσιότητας μετά από αγώνα πρωταθλήματος στον οποίον κέρδισε με 1-0, στις 20 Μαΐου 1993, η Ολιμπίκ Μαρσέιγ στην έδρα της ΟΣ Βαλανσιέν-Ανζέν. Παίκτες της Βαλανσιέν δήλωσαν ότι είχαν δεχτεί προτάσεις από αντιπάλους να μην αγωνιστούν στο 100% των δυνατοτήτων τους.

Πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την ημέρα που ο Μπερνάρ Ταπί ανέλαβε επικεφαλής της, η Ολιμπίκ Μαρσέιγ κατέκτησε το γαλλικό πρωτάθλημα επί τέσσερις συνεχόμενες σεζόν μεταξύ 1989 και 1992, και βρισκόταν κοντά στην κατάκτηση ενός πέμπτου, διαθέτοντας προβάδισμα τεσσάρων βαθμών επί της ΠΣΖ, τρεις αγωνιστικές πριν από το πέρας του πρωταθλήματος (η νίκη έδινε 2 βαθμούς εκείνη την εποχή). Η OM ήταν η μεγαλύτερη ομάδα στην Γαλλία εκείνη την εποχή, χάρη σε ένα εξαιρετικό ρόστερ και εξαιρετικά αθλητικά αποτελέσματα, με πολύ καλές εμφανίσεις και στο Κύπελλο Πρωταθλητριών (στα ημιτελικά το 1988 και το 1990 και στον τελικό το 1991). Μία εβδομάδα έπειτα από την αποκάλυψη της υπόθεσης, άλλωστε, η OM κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών της σεζόν σεζόν 1993 απέναντι στην ΑΚ Μίλαν, και στη συνέχεια τον πέμπτο συνεχόμενο τίτλο πρωταθλητή Γαλλίας. Ο τίτλος αυτός θα της αφαιρεθεί στην πορεία από τα διοικητικά όργανα του γαλλικού ποδοσφαίρου.

Εξέλιξη της υπόθεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αποκαλύψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 22 Μαΐου, η ομάδα του Βορρά αποκάλυψε την ύπαρξη μιας απόπειρας δωροδοκίας. Ο αμυντικός της Βαλανσιέν, Ζακ Γκλασμάν αποκάλυψε στον προπονητή του, Μπόρο Πρίμορατς ότι ο Ζαν-Ζακ Εντελί, ένας παίκτης της Μαρσέιγ ο οποίος ήταν, παλαιότερα, συμπαίκτης του, είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς μαζί του πριν από την έναρξη της αναμέτρησης. Ένα χρηματικό ποσό φέρεται να είχε προσφερθεί από έναν διοικητικό παράγοντα της OM στον Γκλασμάν και δύο άλλους παίκτες της Βαλανσιέν κι επίσης πρώην συμπαίκτες του Εντελί, τους Χόρχε Μπουρουτσάγα και Κριστόφ Ρομπέρ, ώστε να αφήσουν την OM να κερδίσει εκείνη την ημέρα.

Οι πρώτες επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο, η Εθνική Ένωση Ποδοσφαίρου (LNF), με τότε πρόεδρο τον Νοέλ Λε Γκραέ, κατέθεσε μήνυση κατά αγνώστου και ο Ερίκ ντε Μονγκολφιέ, εισαγγελέας πλημμελειοδικών του Βαλανσιέν, ξεκίνησε προκαταρκτική έρευνα. Οι Ζαν-Πιέρ Μπερνέ, γενικός διευθυντής της OM, Ζαν-Ζακ Εντελί, Χόρχε Μπουρουτσάγα, καθώς και ο Κριστόφ Ρομπέρ και η σύζυγός του είδαν να τους απαγγέλλονται κατηγορίες από τον ανακριτή Μπερνάρ Μπεφί μετά την ομολογία του ποδοσφαιριστή Κριστόφ Ρομπέρ και την ανακάλυψη χρηματικού ποσού ύψους 250.000 φράγκων (περίπου 38.000 ευρώ) το οποίο ήταν κρυμμένο στον κήπο της κατοικίας των γονέων του τελευταίου[1], το οποίο και λειτούργησε ως αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη της δωροδοκίας.

Στις 6 Σεπτεμβρίου, η εκτελεστική επιτροπή της UEFA απέβαλε την OM, κάτοχο του τίτλου του πρωταθλητή Γαλλίας, από το Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 1993-1994. Επιπλέον, οι Φωκαείς είδαν να αποβάλλονται από το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ, αλλά και τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου. Στις 22 του ιδίου μήνα, η Γαλλική Ομοσπονδία αφαίρεσε από την OM τον τίτλο του πρωταθλητή Γαλλίας για την σεζόν 1992-1993[2], καθώς και τις άδειες των Ζαν-Πιέρ Μπερνέ και των παικτών που είχαν αναμιχτεί στην υπόθεση, Εντελί, Ρομπέρ και Μπουρουτσάγκα.

Στις 10 Φεβρουαρίου 1994, ο πρόεδρος της ΟΜ, Μπερνάρ Ταπί πέρασε από ανάκριση για δωροδοκία των μαρτύρων Μπόρο Πρίμορατς και Ζαν-Ζακ Εντελί, κι έπειτα του Ζακ Μελίκ [3]. Στις 22 Απριλίου η Ολιμπίκ Μαρσέιγ, δεύτερη στο πρωτάθλημα της D1 για την σεζόν 1993-1994, υποβιβάστηκε στην δεύτερη κατηγορία από την FFF, η οποία αφαίρεσε την άδεια διοικούντα από τον Μπερνάρ Ταπί. Ωστόσο, η ομάδα διατήρησε το δικαίωμα συμμετοχής στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ της σεζόν 1994-1995.

Η OM, ήδη χρεωμένη με ποσό ύψους 407 εκατομμυρίων φράγκων το 1993 (έναντι 105 εκατομμυρίων φράγκων κατά την άφιξη του Μπερνάρ Ταπί στα διοικητικά της ομάδας), δεν κατάφερε να συνέλθει, βρέθηκε από την μια μέρα στην επόμενη με οφειλόμενους μισθούς παικτών από την Ντιβιζιόν 1 (τα συμβόλαια ήταν συνήθως πολυετούς διάρκειας) και χορηγικά συμβόλαια, ιδιαίτερα τα τηλεοπτικά, σε μεγάλη πτώση στην αξία τους, καθώς ο σύλλογος βρισκόταν στην δεύτερη κατηγορία. Η ομάδα υποχρεώθηκε να κηρύξει πτώχευση εντός των επόμενων μηνών.

Ο σύλλογος κατάφερε, παρά την απαγόρευση μεταγραφής παικτών που δεσμεύονταν με συμβόλαιο (δηλαδή υποχρεούνταν να αποκτά μονάχα παίκτες που δεν είχαν ομάδα), να κατακτήσει το πρωτάθλημα της Λιγκ 2, αλλά η DNCG της απαγόρευσε να επιστρέψει στην Λιγκ 1, λόγω της κατάστασης των οικονομικών της. Το 1996, ο Ρομπέρ Λουί-Ντρεϊφούς απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της και την βοήθησε να επιστρέψει στην Ντιβιζιόν 1 για την σεζόν 1996-1997.

Όσο για την ομάδα της Βαλανσιέν, υποβιβάστηκε με αθλητικά κριτήρια στην δεύτερη κατηγορία με το πέρας της σεζόν 1992-1993. Ωτσόσο, ένας μόλις βαθμός θα της ήταν αρκετός για να της εξασφαλίσει την παραμονή στην πρώτη κατηγορία (κι ενώ ο αγώνας Βαλανσιέν-Μαρσέιγ δεν είχε ποτέ τελικό αποτέλεσμα). Την επόμενη σεζόν, στην δεύτερη κατηγορία, η ομάδα γινόταν αντικείμενο αποδοκιμασιών και εκδηλώσεων οργής σε όλα τα γήπεδα της Γαλλίας, λόγω της καταγγελίας της για την δωροδοκία. Αν και με ένα ταλαντούχο σύνολο, η ομάδα υποβιβάστηκε και πάλι, αυτή την φορά στην Νασιονάλ 1 (τρίτη κατηγορία). Δύο σεζόν αργότερα, ο σύλλογος, ο οποίος δεν είχε ακόμη συνέλθει από την εμπλοκή του στην υπόθεση, υποχρεώθηκε να κηρύξει πτώχευση, και υποβιβάστηκε ξανά, αυτή την φορά στην Νασιονάλ 2 (τέταρτη κατηγορία). Θα χρειαστεί να φτάσουμε στην σεζόν 2006-2007 για να επανέλθει η Βαλανσιέν στην ελίτ του γαλλικού ποδοσφαίρου.

Οι δημοσιογραφικές και δικαστικές διενέξεις της υπόθεσης έφεραν αντιμέτωπους, μεταξύ άλλων, τον Μπερνάρ Ταπί με τον εισαγγελέα Ερίκ ντε Μονγκολφιέ.

Η δίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δίκη έλαβε χώρα στο Ποινικό Δικαστήριο του Βαλανσιέν στις αρχές Μαρτίου του 1995. Η δικαστική απόφαση ανακοινώθηκε στις 15 Μαΐου :

  • ο Μπερνάρ Ταπί καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκισης, με έναν χρόνο χωρίς αναστολή, με 3 έτη απαγόρευσης του εκλέγεσθαι και χρηματικό πρόστιμο ύψους 20.000 φράγκων (περίπου 3.000 ευρώ). Έπειτα από προσφυγή κατά της απόφασης, τιμωρήθηκε με ποινή 2ετούς φυλάκισης, οι 8 μήνες χωρίς αναστολή.
  • ο Ζαν-Πιέρ Μπερνέ σε δύο χρόνια με αναστολή και 15.000 φράγκα πρόστιμο (περίπου 2.300 ευρώ),
  • ο Ζαν-Ζακ Εντελί σε έναν χρόνο με αναστολή και 10.000 φράγκα πρόστιμο (περίπου 1.500 ευρώ),
  • οι Κριστόφ Ρομπέρ και Χόρχε Μπορουτσάγκα σε έξι μήνες με αναστολή και 5.000 φράγκα πρόστιμο έκαστος (περίπου 750 ευρώ),
  • η Μαρί-Κριστίν Ρομπέρ σε τρεις μήνες με αναστολή[4].

Ο Μπερνάρ Ταπί προσέφυγε κατά της απόφασης. Εμπρός στο Εφετείο του Ντουαί το Νοέμβριο του ιδίου έτους, καταδικάστηκε σε διετή φυλάκιση με 16 μήνες με αναστολή, 20.000 φράγκα χρηματικό πρόστιμο και 3ετή απαγόρευση του εκλέγεσθαι. Η δικαιοσύνη εκτίμησε ότι κίνητρο των Μασσαλών ήταν αποκλειστικά η επιθυμία τους να μην έχουν κάποια απώλεια παίκτη λόγω τραυματισμού, ενόψει και του επικείμενου τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ, κι ότι ο Μπερνάρ Ταπί δεν ήταν ο κύριος πρωταγωνιστής της υπόθεσης. Καταδικάστηκε χωρίς χειροπιαστή απόδειξη της ενοχής του, παραμόνο με βάση την προσωπική εκτίμηση των δικαστών.

Σχετικά με την δίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπόθεση, η οποία ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου του 1993, από την ημέρα κιόλας του αγώνα, κατέστη από τον Αύγουστο του 1993 το επίκεντρο της θεματολογίας των ΜΜΕ και κινητοποίησε σημαντικότατες αστυνομικές δυνάμεις.

Δημιούργησε, τότε, ένα βαθύτατο χάσμα στην κοινή γνώμη μεταξύ των υποστηρικτών ενός "καθαρού" ποδοσφαίρου και των υποστηρικτών της ύπαρξης συνωμοσίας.

Οι μεν είδαν το είδαν ως δείγμα του αριβισμού και της ανηθικότητας του Μπερνάρ Ταπί, θεωρώντας ότι αυτή η δωροδοκία δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου.

Οι δε έβλεπαν στο μέγεθος που έπαιρνε αυτή η υπόθεση, η οποία αφορούσε έναν αγώνα ποδοσφαίρου, την αποκάλυψη ενός, πρωτίστως πολιτικού, ανθρωποκυνηγητού : η υπόθεση Βαλανσιέν-Μαρσέιγ αποτέλεσε αντικείμενο τηλεοπτικής κάλυψης κατά πολύ μεγαλύτερης του Πολέμου του Κόλπου του 1991[5] και αποτέλεσε την μοναδική υπόθεση που να έχει κινητοποιήσει τέτοιον αριθμό αστυνομικών δυνάμεων επί συνόλου δέκα ετών, μαζί με την υπόθεση Γκρεγκορί.

Οι υποστηρικτές αυτή της άποψης σημείωναν, επίσης, ότι ο Μπερνάρ Ταπί ήταν ο μοναδικός πρωταγωνιστής της υπόθεσης που τιμωρήθηκε με ποινή φυλάκισης χωρίς αναστολή.

Ερωτηθείς επί αυτού από τους δημοσιογράφους του France Télévision το 2009[6], ο παλιός εισαγγελέας της υπόθεσης, Ερίκ ντε Μονγκολφιέ, ανέφερε : "Εάν Πρόεδρος της OM δεν ήταν ο Μπερνάρ Ταπί, δεν θα είχε καταλήξει ποτέ στην φυλακή. Τα γεγονότα δεν ήταν τέτοια ώστε να δικαιολογούν κάτι τέτοιο."

Ωστόσο, ο Μπερνάρ Ταπί εξέτισε την ποινή του, στην Φυλακή της Σαντέ κι έπειτα στην Φυλακή της Λουίν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Soir 3, 25/06/94
  2. Το Canal+ αρνήθηκε η ΠΣΖ να λάβει τον τίτλο του πρωταθλητή, καθώς με αυτόν τον τρόπο, υπήρχε ο φόβος από την κωδικοποιημένη υπηρεσία να χάσει το πελατειακό κοινό της από την επαρχία. Αξίζει να αναφερθεί και το παρακάτω απόσπασμα, από το έργο των Ζαν-Φρανσουά Περές και Ντανιέλ Ριόλο, OM-PSG, PSG-OM. Les meilleurs ennemis, enquête sur une rivalité, Paris, Mango Sport, 2003, p.131-133 : « Σε αυτή την υπόθεση, η ΠΣΖ επέλεξε περισσότερο την « διατήρηση των συμφερόντων του Canal+ » και την επίμονη άρνηση να λάβει τον τίτλο. »
  3. Antenne 2, 13/02/94
  4. Antenne 2, 15/05/95
  5. Rapport de l’Observatoire des Medias – période 1991-1995
  6. émission France 2 juin 2009 : un jour un destin : Bernard Tapie