Υπερνατριαιμία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Υπερνατριαιμία
Na-TableImage.svg
Νάτριο
ΣυμπτώματαΑίσθηση δίψας, αδυναμίας, ναυτίας, απώλεια όρεξης[1]
ΕπιπλοκέςΝτελίριο, σύσπαση μυών, ενδοκρανιακή αιμορραγία[1][2]
ΕίδηΜικρός όγκος, κανονικός όγκος, μεγάλος όγκος[1]
Διαγνωστική μέθοδοςΝάτριο ορού > 145 mmol/L[3]
Διαφορική διάγνωσηΥποπρωτεϊναιμία[4]
Συχνότητα~0.5% in hospital[2]

Υπερνατριαιμία (Hypernatremia ή hypernatraemia) είναι υψηλή συγκέντρωση νατρίου στο αίμα.[3] Πρώιμα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν ισχυρό αίσθημα δίψας, αδυναμία, ναυτία και ανορεξία.[1] Σοβαρά συμπτώματα περιλαμβάνουν ντελίριο, σύσπαση μυών και ενδοκρανιακή αιμορραγία.[1][2] Τα κανονικά επίπεδα νατρίου στον ορό είναι 135 – 145 mmol/L (135 – 145 mEq/L).[5] Ως υπερνατριαιμία ορίζεται γενικά ως επίπεδο νατρίου σε ορό περισσότερο από 145 mmol/L.[3] Σοβαρά συμπτώματα συμβαίνουν συνήθως μόνο όταν τα επίπεδα είναι πάνω από 160 mmol/L.[1]

H υπερνατριαιμία ταξινομείται τυπικά σύμφωνα με την κατάσταση υγρών του ατόμου σε μικρού, κανονικού και μεγάλου όγκου.[1] Η υπερνατριαιμία μικρού όγκου μπορεί να εμφανιστεί από ίδρωμα, εμετό, διάρροια, διουρητικά φάρμακα, ή νεφρική ασθένεια.[1] Η υπερνατριαιμία κανονικού όγκου μπορεί να οφείλεται σε πυρετό, υποδιψία (μειωμένη αίσθηση δίψας), παρατεταμένο υπεραερισμό (αυξημένο ρυθμό αναπνοής), άποιο διαβήτη και από λίθιο μεταξύ άλλων αιτίων.[1] Ο μεγάλος όγκος υπερνατριαιμίας μπορεί να οφειλεται σε υπεραλδοστερονισμό (hyperaldosteronism), υπερβολική χορήγηση ενδοφλέβιου 3% φυσιολογικού ορού ή όξινου ανθρακικού νατρίου, ή σπάνια από υπερβολική πρόσληψη αλατιού.[1][2] Η υποπρωτεϊναιμία (χαμηλά επίπεδα πρωτεΐνης στο αίμα) μπορεί να καταλήξει σε εσφαλμένη υψηλή μέτρηση νατρίου.[4] Η αιτία μπορεί συνήθως να καθοριστεί από το ιστορικό των συμβάντων.[1] Ο έλεγχος των ούρων μπορεί να βοηθήσει εάν η αιτία είναι ασαφής.[1] Ο υποκείμενος μηχανισμός περιλαμβάνει συνήθως πολύ λίγο ελεύθερο νερό στο σώμα.[6]

Εάν η έναρξη της υπερνατριαιμίας ήταν πάνω από λίγες ώρες, τότε μπορεί να διορθωθεί σχετικά γρήγορα χρησιμοποιώντας ενδοφλέβιο φυσιολογικό όρο και 5% δεξτρόζη σε νερό.[1] Αλλιώς, η διόρθωση πρέπει να συμβεί αργά με, για όσους δεν μπορούν να πιουν νερό, ημικανονικού ορού.[1] Η υπερνατριαιμία που οφείλεται σε κεντρικό άποιο διαβήτη (άποιο διαβήτη ως αποτέλεσμα εγκεφαλικής διαταραχής), μπορεί να αντιμετωπιστεί με το φάρμακο δεσμοπρεσσίνη.[1] Εάν υπάρχει νεφρογενής άποιος διαβήτης τότε μπορεί να χρειαστεί να διακοπεί το φάρμακο που δημιουργεί το πρόβλημα ή να διορθωθεί η υποκείμενη διαταραχή ηλεκτρολυτών.[1][7] Η υπερνατριαιμία επηρεάζει το 0,3–1% των νοσηλευομένων ατόμων.[2] Συμβαίνει συνήθως σε μωρά, σε άτομα με διαταραγμένη νοητική κατάσταση και σε ηλικιωμένους.[2] Η υπερνατριαιμία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου, αλλά είναι ασαφές εάν είναι η αιτία.[2]

Ενδείξεις και συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύριο σύμπτωμα είναι η δίψα.[8][9] Οι πιο σημαντικές ενδείξεις είναι αποτέλεσμα της συρρίκνωσης των εγκεφαλικών κυττάρων και περιλαμβάνουν σύγχυση, μυική σύσπαση ή σπασμούς. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστούν επιληπτικές κρίσεις και κώμα.[8]

Τα σοβαρά συμπτώματα οφείλονται συνήθως σε οξεία αύξηση της συγκέντρωσης του νατρίου στο πλάσμα σε πάνω από 157 mmol/L[10] (τα κανονικά επίπεδα αίματος είναι γενικά 135–145 mmol/L περίπου για ενήλικες και ηλικιωμένους).[10] Τιμές πάνω από 180 mmol/L σχετίζονται με υψηλό ποσοστό θνησιμότητας, ιδιαίτερα στους ενήλικες.[11] Όμως, τέτοια υψηλά επίπεδα νατρίου εμφανίζονται σπάνια χωρίς σοβαρές συνυπάρχουσες ιατρικές καταστάσεις.[12] Οι συγκεντρώσεις νατρίου στον ορό κυμαίνονται μεταξύ 150–228 mmol/L σε επιβιώσαντες από οξεία υπερδόση άλατος, ενώ έχουν παρατηρηθεί επίπεδα 153–255 mmol/L σε θανάτους. Το υαλοειδές υγρό θεωρείται ότι είναι καλύτερο μεταθανάτιο δείγμα από τον μεταθανάτιο υγρό για αξιολόγηση της εμπλοκής του νατρίου σε έναν θάνατο.[13][14]

Αιτίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαχείριση της υπερνατριαιμίας

Οι συνηθισμένες αιτίες της υπερνατριαιμίας περιλαμβάνουν:[8]

Μικρό όγκο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα άτομα με μικρό όγκο ή υπογκαιμία:

  • Ανεπαρκής λήψη ελεύθερου νερού που σχετίζεται με τη μείωση του ολικού νατρίου του σώματος. Τυπικά, στους ηλικιωμένους ή αλλιώς σε αναπήρους που δεν μπορούν να προσλάβουν νερό όπως υπαγορεύει η δίψα τους και τους λείπει νάτριο. Αυτή είναι η πιο συνηθισμένη αιτία υπερνατριαιμίας.
  • Υπερβολικές απώλειες νερού από την ουρική οδό – που μπορεί να προκαλείται από γλυκοζουρία, ή άλλα ωσμωτικά διουρητικά (π.χ., μαννιτόλη) – οδηγεί σε συνδυασμό απωλειών νατρίου και ελεύθερου ύδατος.
  • Απώλειες νερού που σχετίζονται με ακραίο ίδρωμα.
  • Σοβαρή υδαρής διάρροια έχει ως αποτέλεσμα σημαντική απώλεια ελεύθερου ύδατος και υψηλότερη συγκέντρωση νατρίου στο αίμα· αυτός ο τύπος απώλειας νερού μπορεί επίσης να εμφανιστεί με την ιογενή γαστρεντερίτιδα).

Κανονικό όγκο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτούς με κανονικό όγκο ή ευογκαιμία:

  • Υπερβολική έκκριση νερού από τα νεφρά που προκαλείται από άποιο διαβήτη,που εμπεριέχει είτε ανεπαρκή παραγωγή της βασοπρεσίνης, από την υπόφυση ή εξασθενημένη απόκριση των νεφρών σε βασοπρεσίνη.[15]

Μεγάλος όγκος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτούς με μεγάλο όγκο ή υπερογκαιμία:

  • Λήψη υπερτονικού υγρού (υγρού με μεγαλύτερη συγκέντρωση διαλυμένων ουσιών από το υπόλοιπο σώμα) με περιορισμένη λήψη ελεύθερου νερού. Αυτό είναι σχετικά ασυνήθιστο, αν και μπορεί να συμβεί μετά από έντονη τεχνητή αναπνοή όπου ο ασθενής δέχεται μεγάλο όγκο πυκνού διαλύματος όξινου ανθρακικού νατρίου. Η κατάποση θαλασσινού νερού προκαλεί επίσης υπερνατριαιμία, επειδή το θαλασσινό νερό είναι υπερτονικό και το ελεύθερο νερό δεν είναι διαθέσιμο. Υπάρχουν αρκετές καταγεγραμμένες περιπτώσεις εξαναγκασμένης κατάποσης πυκνού αλατοδιαλύματος σε τελετουργίες εξορκισμού που οδηγούν στον θάνατο.[11]
  • Περίσσεια αλατοκορτικοειδούς (Mineralcorticoid) λόγω κατάστασης ασθένειας όπως το σύνδρομο Conn δεν οδηγεί συνήθως σε υπερνατριαιμία εκτός και η λήψη ελεύθερου νερού είναι περιορισμένη.
  • Δηλητηρίαση από αλάτι είναι η πιο συνηθισμένη αιτία για παιδιά.[16][17] Έχει εμφανιστεί επίσης σε κάποιους ενήλικες με νοητικά προβλήματα.[11] Υπερβολικό αλάτι μπορεί επίσης να εμφανιστεί από πόση θαλασσινού νερού ή σάλτσα σόγιας.[18]

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπερνατριαιμία διαγιγνώσκεται όταν σε εξετάσεις αίματος βασικής μεταβολικής κατατομής (προφίλ) (basic metabolic panel) εμφανίζεται συγκέντρωση νατρίου μεγαλύτερη από 145 mEq.

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ακρογωνιαίος λίθος της θεραπείας είναι η χορήγηση ελεύθερου νερού για να διορθωθεί το έλλειμμα του σχετικού νερού. Το νερό μπορεί να χορηγηθεί από το στόμα ή ενδοφλέβια. Μόνο νερό δεν μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια (λόγω προβλημάτων ωσμομοριακότητας που οδηγούν σε αιμόλυση στην αιματική ροή), αλλά δίνεται ενδοφλέβια σε διάλυμα με δεξτρόζη (σάκχαρο) ή αλάτι. Όμως, υπερβολικά γρήγορη διόρθωση της υπερνατριαιμίας είναι δυνητικά πολύ επικίνδυνη. Το σώμα (ιδιαίτερα ο εγκέφαλος) προσαρμόζεται στη μεγαλύτερη συγκέντρωση νατρίου. Η απότομη μείωση της συγκέντρωσης του νατρίου με ελεύθερο νερό, όταν αυτή η προσαρμογή έχει συντελεστεί, προκαλεί ροή του νερού στα εγκεφαλικά κύτταρα και τους προκαλεί διόγκωση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εγκεφαλικό οίδημα, που δυνητικά μπορεί να καταλήξει σε επιληπτικές κρίσεις, μόνιμη εγκεφαλική βλάβη, ή θάνατο. Συνεπώς, σημαντική υπερνατριαιμία πρέπει να αντιμετωπιστεί προσεκτικά από γιατρό ή επαγγελματία υγείας με εμπειρία στη θεραπεία ανισορροπίας ηλεκτρολυτών, ειδικές θεραπείες όπως θειαζιδικά διουρητικά (π.χ., χλωροθαλιδόνη) σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή κορτικοστεροειδή σε νεφροπάθεια.[19]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 1,12 1,13 1,14 1,15 Reynolds, RM; Padfield, PL; Seckl, JR (25 March 2006). «Disorders of sodium balance.». BMJ (Clinical research ed.) 332 (7543): 702–5. doi:10.1136/bmj.332.7543.702. PMID 16565125. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 Lin, M; Liu, SJ; Lim, IT (August 2005). «Disorders of water imbalance.». Emergency medicine clinics of North America 23 (3): 749–70, ix. doi:10.1016/j.emc.2005.03.001. PMID 15982544. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Muhsin, SA; Mount, DB (March 2016). «Diagnosis and treatment of hypernatremia.». Best practice & research. Clinical endocrinology & metabolism 30 (2): 189–203. doi:10.1016/j.beem.2016.02.014. PMID 27156758. 
  4. 4,0 4,1 Kliegman, Robert M.; Stanton, Bonita M. D.; Geme, Joseph St; Schor, Nina F. (2015). Nelson Textbook of Pediatrics (στα Αγγλικά) (20 έκδοση). Elsevier Health Sciences. σελ. 348. ISBN 9780323263528. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Σεπτεμβρίου 2017. 
  5. Kuruvilla, Jaya (2007). Essentials of Critical Care Nursing (στα Αγγλικά). Jaypee Brothers Publishers. σελ. 329. ISBN 9788180619205. 
  6. Ranasinghe, Sudharma; Wahl, Kerri M.; Harris, Eric; Lubarsky, David J. (2012). Anesthesiology Board Review Pearls of Wisdom 3/E (στα Αγγλικά). McGraw Hill Professional. σελ. 6. ISBN 9780071773638. 
  7. Khanna, A (May 2006). «Acquired Nephrogenic Diabetes Insipidus». Seminars in Nephrology 26 (3): 244-8. doi:10.1016/j.semnephrol.2006.03.004. PMID 16713497. 
  8. 8,0 8,1 8,2 Lewis, J. L. (Μαρτίου 2013). «Hypernatremia». Merck Manual of Diagnosis and Therapy. Medical Library Association. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Δεκεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2015. 
  9. Department of Health & Human Services, State Government of Victoria, Australia Better Health Channel: Salt Αρχειοθετήθηκε 2016-04-02 στο Wayback Machine. Last updated: May 2014
  10. 10,0 10,1 Reynolds, R.; Padfield, P. L.; Seckl, J. R. (2006). «Disorders of sodium balance». BMJ 332 (7543): 702–705. doi:10.1136/bmj.332.7543.702. PMID 16565125. 
  11. 11,0 11,1 11,2 Ofran, Y.; Lavi, D.; Opher, D.; Weiss, T. A.; Elinav, E. (2004). «Fatal voluntary salt intake resulting in the highest ever documented sodium plasma level in adults (255 mmol L−1) a disorder linked to female gender and psychiatric disorders». J. Intern. Med. 256 (6): 525–528. doi:10.1111/j.1365-2796.2004.01411.x. PMID 15554954. 
  12. Shier, D.; Butler, J.; Lewis, R. (2006). Hole's Human Anatomy and Physiology (11th έκδοση). McGraw-Hill Companies. ISBN 9780073256993. 
  13. Coe, J. I. (1993). «Postmortem chemistry update. Emphasis on forensic application.». Am. J. Forensic Med. Pathol. 14 (2): 91–117. doi:10.1097/00000433-199306000-00001. PMID 8328447. 
  14. Baselt, R. C. (2014). Disposition of Toxic Drugs and Chemicals in Man (10th έκδοση). Seal Beach, Ca.: Biomedical Publications. σελίδες 1855–1856. ISBN 9780962652394. 
  15. Leroy, C.; Karrouz, W.; Douillard, C.; Do Cao, C.; Cortet, C.; Wémeau, J. L.; Vantyghem, M. C. (2013). «Diabetes insipidus.». Ann. Endocrinol. (Paris) 74 (5-6): 496–507. doi:10.1016/j.ando.2013.10.002. PMID 24286605. 
  16. Saunders, N.; Balfe, J. W.; Laski, B. (1976). «Severe salt poisoning in an infant.». J. Pediatr. 88 (2): 258–61. doi:10.1016/s0022-3476(76)80992-4. PMID 1249688. 
  17. Paut, O.; André, N.; Fabre, P.; Sobraquès, P.; Drouet, G.; Arditti, J.; Camboulives, J. (1999). «The management of extreme hypernatraemia secondary to salt poisoning in an infant.». Paediatr. Anaesth. 9 (2): 171–174. doi:10.1046/j.1460-9592.1999.9220325.x. PMID 10189662. 
  18. Carlberg, D. J.; Borek, H. A.; Syverud, S. A.; Holstege, C. P. (2013). «Survival of Acute Hypernatremia Due to Massive Soy Sauce Ingestion». J. Emerg. Med. 45 (2): 228–231. doi:10.1016/j.jemermed.2012.11.109. PMID 23735849. 
  19. Adrogué, H. J.; Madias, N. E. (2000). «Hypernatremia». N. Engl. J. Med. 342: 1493–1499. doi:10.1056/NEJM200005183422006. PMID 10816188. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταξινόμηση ICD-10E87.0
Ταξινόμηση ICD-9276.0