Τόνος (ήχος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στη μουσική, ο όρος τόνος, προέρχεται από την θεωρία της χορδής, σύμφωνα με την οποία το μουσικό (τονικό όπως λέγεται) ύψος που παράγεται από χορδές κατασκευασμένες από το ίδιο υλικό, καθορίζεται από τρεις παράγοντες: α) το πάχος της κάθε χορδής, β) το μήκος της κάθε χορδής και γ) την τάση της κάθε χορδής. Η τάση της κάθε χορδής καθορίζεται από το πόση δύναμη έχει εφαρμοστεί κατά το χόρδισμά της (κούρδισμα) μέσω των κλειδιών (αρχαιοελληνικών κολάφων). Χορδές λοιπόν, κατασκευασμένες από το ίδιο υλικό, έχοντας το ίδιο μήκος και το ίδιο πάχος, παράγουν διαφορετικά μουσικά ύψη (μουσικές συχνότητες), ανάλογα με το πόσο τεντωμένες είναι. Τα διαφορετικά αυτά ύψη ονομάζονται στην μουσική ορολογία φθόγγοι ή τόνοι.

Ο όρος τόνος έχει επικρατήσει στη μουσική ορολογία να αναφέρεται στο μείζον διάστημα δευτέρας (αγγλ. major second), το οποίο ακριβέστερα ονομάζεται μείζων τόνος. Το διάστημα αυτό εκπεφρασμένο ως μαθηματικός λόγος είναι 8:9, που συνεπάγεται ότι δύο χορδές (από το ίδιο υλικό, με το ίδιο πάχος και την ίδια τάση), όπου η μία έχει μήκος 90 cm και η άλλη 80 cm (δηλαδή 8/9 των 90 cm), θα παράγουν δύο διαφορετικούς φθόγγους που θα έχουν διαφορά, όπως ονομάζεται, ενός τόνου. Χαμηλότερος (βάσει του διαστήματος) θα είναι ο φθόγγος ο προερχόμενος από την χορδή των 90 cm, και ψηλότερος (κορυφή του διαστήματος) ο φθόγγος που προέρχεται από την χορδή των 80 cm. Στην ευρωπαϊκή μουσική διακρίνονται δύο είδη τόνων ο μείζων τόνος (8/9) και ο ελάσσων τόνος(9/10).

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγάλη ποικιλία τόνων με την έννοια του μουσικού διαστήματος, απαντάται στους αρχαίους Έλληνες θεωρητικούς συγγραφείς. Ως τόνους ονομάζουν γενικώς τα διαστήματα που καθορίζονται από δύο διαδοχικούς φθόγγους κάποιας κλίμακας. Κατ' αυτόν τον τρόπο προκύπτουν πολλά είδη τόνων: τόνοι μείζονες, ελάσσονες, ελάχιστοι, υπερμείζονες. Η έκφραση όλων αυτών των τόνων με μαθηματικούς λόγους, ποικίλει μεταξύ των διαφόρων αρχαίων θεωρητικών συγγραφέων. Αντίστοιχα, και οι βυζαντινοί και οι μεταβυζαντινοί θεωρητικοί της εκκλησιαστικής μουσικής ακολουθούν την αρχαιοελληνική ορολογία για τον προσδιορισμό του τόνου, διαφοροποιούμενοι ως προς τον μαθηματικό προσδιορισμό των ποικιλιών του, και από τους αρχαίους Έλληνες θεωρητικούς, αλλά και μεταξύ των.

Ο όρος τόνος συνδυαζόμενος μάλιστα με τα επίθετα Δώριος, Φρύγιος, Λύδιος, κλπ, στην αρχαιοελληνική μουσική θεωρία, αλλά και σε ορισμένους θεωρητικούς της βυζαντινής μουσικής, σημαίνει κλίμακα, τρόπος, αρμονία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]