Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τούσκουλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τούσκουλο
Tusculum (Λατινικά)
Tusculo (Ιταλικά)
Άποψη του θεάτρου του Τούσκουλου
Τούσκουλο is located in Ιταλία
Τούσκουλο
ΤοποθεσίαΦρασκάτι, Επαρχία Ρώμης, Λάτιο, Ιταλία
ΠεριοχήΛάτιο
Συντεταγμένες41°47′54″N 12°42′39″E / 41.79833°N 12.71083°E / 41.79833; 12.71083Συντεταγμένες: 41°47′54″N 12°42′39″E / 41.79833°N 12.71083°E / 41.79833; 12.71083
ΕίδοςΟικισμός
Ιστορία
Εγκατάλειψη1191 μ.Χ.
ΠερίοδοιΑρχαία Ρώμη έως Ώριμος Μεσαίωνας

To Τούσκουλο (λατ. Tusculum, στα αρχαία ελληνικά Τούσκουλον ή Τούσκλον ή Τύσκλον) ήταν αρχαία πόλη του Λατίου της Ιταλίας. Βρισκόταν 16 χιλιόμετρα νοτιανατολικά της Ρώμης, χτισμένο στη βόρεια πλαγιά των Αλβανών Λόφων (λατ. Colli Albani).

Σύμφωνα με τον θρύλο την πόλη ίδρυσε ο Τηλέγονος, γιος του Οδυσσέα και της Κίρκης.[1] Ένας νεότερος θρύλος αναφέρει ότι την ίδρυσε ο βασιλιάς της Ρώμης και απόγονος του Αινεία Λατίνος Σίλβιος, ο Τίτος Λίβιος αναφέρει ότι ο συγκεκριμένος βασιλιάς ίδρυσε τις περισσότερες πόλεις του Λατίου. Ο γεωγράφος Φιλίπ Κλιούβερ απορρίπτει αυτούς τους ισχυρισμούς αναφέροντας ότι το Τούσκουλο ιδρύθηκε από τους Λατίνους περίπου 30 χρόνια μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Τα ταφικά ευρήματα του 8ου αιώνα π.Χ. αποδεικνύουν την ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή από τις πρώτες φάσεις του Λατινικού πολιτισμού. Το Τούσκουλο εμφανίζεται σαν ανεξάρτητη πόλη-κράτος με δική του κυβέρνηση, νόμους και νομίσματα. Όταν ο τελευταίος βασιλιάς της Ρώμης Ταρκύνιος ο Υπερήφανος εξορίστηκε (509 π.Χ.) βρήκε καταφύγιο στο Τούσκουλο και συγκεκριμένα στον γαμπρό του Οκτάβιο Μαμίλιο που ήταν από τους κορυφαίους άνδρες της πόλης.[2] Η Οικογένεια των Μαμίλιων ισχυριζόταν ότι κατάγεται από τον Τηλέγονο, ο Οκτάβιος Μαμίλιος οδήγησε τον στρατό των Λατίνων εναντίον των Ρωμαίων όπου έπεσε στην "μάχη της λίμνης Ρηγίλλης" (498 π.Χ.).[3]

Η ήττα των Λατίνων στην λίμνη Ρηγίλλη είχε σαν αποτέλεσμα να κατακτήσουν οι Ρωμαίοι όλες τις Λατινικές πόλεις. Τε τείχη της πόλης χρονολογούνται σύμφωνα με τον τύπο της κατασκευής τους τον 5ο-4ο αιώνα π.Χ. και είναι ορατά από την βόρεια πλευρά του λόφου. Οι πηγές αναφέρουν ότι στην συνέχεια το Τούσκουλο ήταν η μοναδική από τις Λατινικές πόλεις που παρέμεινε σύμμαχος των Ρωμαίων.[1] Ο Σαββίνος Άππιος Χελιδόνιος εξεγέρθηκε και κατέλαβε τον Καπιτωλίνο λόφο (460 π.Χ.), μόνο το Τούσκουλο υπό την διοίκηση του δικτάτορα Λεύκιου Μαμίλιου έστειλε στρατό για να βοηθήσει τους Ρωμαίους. Οι δυνάμεις που έστειλε ο Πόπλιος Βαλέριος Ποπλικόλας βοήθησαν τελικά τους Ρωμαίους να καταπνίξουν την εξέγερση. Οι Αίκουοι επιτέθηκαν στο Τούσκουλο για να το εκδικηθούν επειδή βοήθησε την Ρώμη και κατέλαβαν την Ακρόπολη του (458 π.Χ.), οι Ρωμαίοι έσπευσαν να το υπερασπιστούν και έστειλαν στρατό υπό την ηγεσία του Κιγκινάτου, το ανακατέλαβαν επιτυχώς.

Ρωμαϊκή αυτοκρατορία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πλήρη και ηθελημένη υποταγή του στην Ρώμη το Τούσκουλο έγινε η πρώτη Ισοπολίτιδα πόλη η οποία ήταν αυτοκυβερνούμενη, συνήθως ήταν σύμμαχοι της Ρώμης αλλά πολλές φορές αναφέρονται σαν εχθροί, τελευταία φορά όταν ήταν σύμμαχοι με τους Σαμνίτες (323 π.Χ.). Την εποχή που ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος του Σύλλα το Τούσκουλο υποστήριξε τον Γάιο Μάρκο αλλά ο νικητής ήταν ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας (82 π.Χ.), κατόπιν έγινε αποικία και τα τείχη του οικοδομήθηκαν ξανά. Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων έγραψε (54 π.Χ.) ότι από το Τούσκουλο κατάγονταν οι περισσότερες Υπατικές οικογένειες της Ρώμης. Το Δημοτικό συμβούλιο του Τούσκουλου διατήρησε τον τίτλο της Γερουσίας αλλά ο δικτάτορας της πόλης πήρε τον τίτλο Αιδίλης. Στον θρησκευτικό τομέα δημιουργήθηκε ένα ειδικό σώμα ιερέων για να τιμήσει τους θεούς του Τούσκουλου ιδιαίτερα τους Διόσκουρους που ήταν οι προστάτες της πόλης αφού οι πολίτες δεν ήταν πολυάριθμοι και δεν είχαν διακρίσεις.[1] Στην Ρωμαϊκή εποχή επεκτάθηκε το Τούσκουλλο σε δύο μέρη, την Ακρόπολη όπου βρισκόταν ο ναός των Διόσκουρων και την κυρίως πόλη κατά μήκος της κορυφογραμμής του λόφου. Στην Ρωμαϊκή Δημοκρατία εντοπίστηκαν στο Τούσκουλο 131 τοποθεσίες βιλών και έχουν καταγραφεί 36 από τους ιδιοκτήτες τους.[4][5] Στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν ο αγαπημένος τόπος κατοικίας για τους πλούσιους Ρωμαίους.[1] Ο Ο Σενέκας ο Νεότερος έγραψε: "κανένας από όσους θέλουν να αποκτήσουν για λόγους υγείας θερινή κατοικία στο Τούσκουλο ή στο Τίβολι δεν θα υπολογίσει ετήσιο χρηματικό κόστος".

Μεσαίωνας και καταστροφή

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές για το Τούσκουλο από τον 5ο μέχρι τον 10ο αιώνα μ.Χ., κατόπιν κυβέρνησαν την πόλη οι Κόμητες του Τούσκουλου, μια σημαντική οικογένεια στην Μεσαιωνική ιστορία της Ρώμης. Ο πρώτος που καταγράφεται από τους Κόμητες ήταν ο Θεοφύλακτος Α΄ του Τούσκουλου, η κόρη του Μαροζία παντρεύτηκε τον Αλβερίκος Α΄ του Σπολέτου που έγινε διαιτητής των θρησκευτικών υποθέσεων της Ρώμης, την θέση αυτή κατείχε η οικογένεια πολλά χρόνια. Οι Κόμητες του Τούσκουλου ήταν φίλοι στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία και εχθροί στον Γερμανό αυτοκράτορα, την περίοδο 914-1049 θα βγάλει επίσης πολλούς Πάπες. Ο Γρηγόριος Α΄ του Τούσκουλου οικοδόμησε ξανά το "κάστρο του Τούσκουλου" και το αφιέρωσε στον Όσιο Νείλο τον νέο, ηγήθηκε επίσης στην εξέγερση του Ρωμαϊκού λαού επί του Όθων Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η εξουσία των Κομήτων του Τούσκουλου απέναντι στην παπική εκκλησία παράκμασε (1049), οι κόμητες κατόπιν άλλαξαν υποστήριξη και συμμάχησαν με τον Γερμανό αυτοκράτορα. Το Τούσκουλο δέχτηκε την περίοδο αυτή σημαντικούς καλεσμένους ο Ερρίκος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η σύζυγος του Αγνή του Πουατιέ (1046), ο Πάπας Ευγένιος Γ΄ (1149), ο Λουδοβίκος Ζ´ της Γαλλίας και η σύζυγος του Ελεονώρα της Ακουιτανίας (1149), ο Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα και ο Πάπας Αδριανός Δ΄ (1155).

Η Ρωμαϊκή κοινότητα επιτέθηκε στο Τούσκουλο αλλά ο αυτοκρατορικός στρατός υπό τον Χριστιανό Α΄ αρχιεπίσκοπο του Μαιντς τους απέκρουσε (1167), αργότερα χτύπησε η πανώλη τον αυτοκρατορικό στρατό και ο Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα επέστρεψε στην Γερμανία. Οι κάτοικοι του Τούσκουλου κατέφυγαν σταδιακά σε γειτονικές πόλεις όπως η Γκροτταφερράτα και το Φρασκάτι (1167), μόνο μια μικρή φρουρά παρέμεινε στην παλιά πόλη για να το υπερασπιστεί. Ο στρατός της Ρωμαϊκής κοινότητας επιτέθηκε ξανά στο Τούσκουλο, ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα έστειλε στρατό να το υπερασπιστεί (1183). Μετά από μακρόχρονη πολιορκία ο Ρωμαϊκός στρατός κατέστρεψε την πόλη με την σύμφωνη γνώμη τόσο του πάπα Κελεστίνου Γ΄ όσο και του νέου αυτοκράτορα Ερρίκου ΣΤ΄ που είχε διαδεχτεί τον πατέρα του Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα. Ο Ρότζερ οφ Χάουντεν γράφει "δεν άφησαν λίθο επί λίθο, αφαίρεσαν επίσης και όλες τις πέτρες του τείχους ως λάφυρα πολέμου". Μετά την καταστροφή η περιοχή έγινε ένας απέραντος βοσκότοπος, τα ερειπωμένα σπίτια έγιναν ένα μεγάλο λατομείο υλικών για τους κατοίκους των γειτονικών πόλεων των Αλβανών Λόφων.

  1. 1 2 3 4 Ashby 1911, σ. 486
  2. Τίτος Λίβιος, "Ab urbe condita", 1.60, 2.15
  3. Τίτος Λίβιος, "Ab urbe condita", 2.19-20
  4. A History of Ancient Tusculum; George Englert McCracken Princeton University, 1934, σσ. 368-386
  5. The Villa and Tomb of Lucullus at Tusculum, George McCracken, American Journal of Archaeology, Vol. 46, No. 3 (Jul. - Sep., 1942), σσ. 325-340
  • Richard Stillwell, ed. Princeton Encyclopedia of Classical Sites, 1976: "Tusculum, Latium, Italy"
  • Gregorovius, Ferdinand. Rome in the Middle Ages Vol. IV Part 1. 1905.
  • William Gell The Topography of Rome and its Vicinity with Map. 2 vols. London, 1834. [Rev. and enlarged by Edward Henry Banbury. London, 1846.]
  • William Gell. Analisi storico-topografico-antiquaria della carta de' dintorni di Roma secondo le osservazione di Sir W. Gell e del professore A. Nibby. Rome, 1837 [2nd ed. 1848].
  • Thomas Ashby. The Roman Campagna in Classical Times. London, 1927.
  • G. Bagnani. The Roman Campagna and its treasures. London, 1929.
  • G.E. Mc Cracken. A History of Ancient Tusculum. Washington, 1939.
  • B. Goss. Tusculum" in PECS (Princeton Encyclopedia of Classical Sites). 1976.
  • T.J. Cornell. The beginnings of Rome: Italy and Rome from the Bronze Age to Punic War. London, 1995.
  • Xavier Dupré. Scavi archeologici di Tusculum. Rome, 2000.