Τουρκοαρμενικός Πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Τουρκοαρμενικός πόλεμος)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τουρκοαρμενικός Πόλεμος
Commanders of the Turkish War of Independence.jpg
Οι διοικητές του Τουρκικού Στρατού
Χρονολογία 24 Σεπτεμβρίου 19202 Δεκεμβρίου 1920
Τόπος Αρμενία
Αποτέλεσμα
  • Αποφασιστική Σοβιετική και Τουρκική νική
  • Διαμελισμός της Αρμενίας
  • Συνθήκη του Κάρς
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Εμπλεκόμενες μονάδες
  • 50.000 στρατιώτες
  • 306 κανόνια
  • 30.000-36.000 στρατιώτες
  • 56 κανόνια
  • 184 πολυβόλα
Απολογισμός
Απώλειες
  • 60.000-250.000 Αρμένιοι άμαχοι
  • 7.500 Αρμένιοι στρατιώτες

Ο Τουρκοαρμενικός πόλεμος, γνωστός στην τουρκική βιβλιογραφία ως Ανατολικό Μέτωπο (Τουρκικά: Doğu Cephesi), αναφέρεται στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ της Πρώτης Δημοκρατίας της Αρμενίας (28 Μαΐου 1918 - 2 Δεκεμβρίου 1920) και του Τουρκικού Εθνικού Κινήματος υπό την ηγεσία του Τούρκου στρατηγού Καζίμ Καραμπεκίρ. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, τουρκικές εθνικιστικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Αρμενία υπό την ηγεσία του Καζίμ Καραμπεκίρ, προσαρτώντας τελικά περιοχές που είχαν παραχωρηθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Ρωσική Αυτοκρατορία μετά τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους του 1855 και του 1878.

Αποτέλεσμα της τουρκικής στρατιωτικής νίκης ήταν η εισβολή της Σοβιετικής Ρωσίας στην Αρμενία και εν τέλει η εδραίωση του μπολσεβικισμού στη χώρα.

Ενεργή φάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με Τουρκικές και Σοβιετικές ιστορικές πηγές, τουρκικά σχέδια για προσάρτηση περιοχών που ήταν παλαιότερα υπό τον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άρχισαν να διαμορφώνονται από τον Ιούνιο του 1920. Ο ιστορικός Bilâl Şimşir, έχοντας ανατρέξει σε τουρκικές ιστορικές πηγές, έχει ορίσει τα μέσα Ιουνίου ως την ακριβή ημερομηνία έναρξης σχεδίων για μια εκστρατεία στην ανατολή. Ο Καζίμ Καραμπεκίρ είχε διοριστεί διοικητής στο ανατολικό μέτωπο στις 9 Ιουνίου 1920. Οι αψιμαχίες ήταν συχνές το καλοκαίρι του 1920 στα σύνορα Τουρκίας-Αρμενίας, ωστόσο δεν έλαβαν μορφή ολοκληρωτικού πολέμου παρά μόνο τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Πεπεισμένος ότι οι Σύμμαχοι δεν θα αναλάμβαναν την προστασία της Αρμενίας και ότι οι ηγέτες της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας - η οποία κυβερνούσε την χώρα - δεν είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της χώρας από την Σοβιετική Ρωσία, ο Κεμάλ Ατατούρκ διέταξε τον Καζίμ Καραμπεκίρ να επέμβει στρατιωτικά στην Αρμενία. Στις 2:30 τα ξημερώματα της 13ης Σεπτεμβρίου, πέντε τάγματα του 15ου Σώματος του Τουρκικού Στρατού διέσχισαν τα σύνορα Τουρκίας-Αρμενίας και αιφνιδίασαν τα διασκορπισμένα αρμενικά στρατεύματα στα χωριά Όλτι και Πένιακ. Τα ξημερώματα, οι στρατιωτικές δυνάμεις του Καζίμ Καραμπεκίρ είχαν καταλάβει το Πένιακ, με την αρμενική πλευρά να έχει τουλάχιστον 200 απώλειες. Ο Αρμενικός στρατός υποχώρησε στο Σαρίκαμις. Καθώς δεν υπήρξε καμία αντίδραση από τους Συμμάχους, αλλά ούτε και από την Σοβιετική Ρωσία, ο Κεμάλ Ατατούρκ διέταξε στις 20 Σεπτεμβρίου τον Καζίμ Καραμπεκίρ να προωθήσει τις δυνάμεις του και να καταλάβει τις πόλεις Καρς και Καγκιζμάν.

Στις 3:00 τα χαράματα της 28ης Σεπτεμβρίου, οι Τουρκικές δυνάμεις προέλασαν ως το Σαρίκαμις. Στην πόλη επικράτησε τέτοιος πανικός, ώστε ο πληθυσμός την εγκατέλειψε άμεσα. Η πόλη πέρασε υπό τον έλεγχο των Τούρκων το ίδιο πρωί. Τα στρατεύματα του Καζίμ Καραμπεκίρ ξεκίνησαν την προέλαση προς το Καρς αλλά αντιμετώπισαν την σθεναρή αντίσταση των Αρμενίων. Στις αρχές Οκτωβρίου, η αρμενική κυβέρνηση κατέφυγε στους Συμμάχους, ούτως ώστε να ανακοπεί η περαιτέρω προέλαση των Τούρκων Εθνικιστών επί αρμενικού εδάφους. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των Βρετανικών στρατευμάτων που βρίσκονταν στην ανατολή αντιμετώπιζε φυλετική εξέγερση στο Ιράκ, ενώ τα Γαλλικά και Ιταλικά στρατεύματα πολεμούσαν τους Τούρκους επαναστάτες κοντά στη Συρία και στην υπό ιταλικό έλεγχο Αττάλεια. Η γειτονική Γεωργία διακήρυξε την ουδετερότητα της.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Μπόρις Λέγκραν έφτασε στο Γερεβάν για την διαπραγμάτευση ενός νέου συμφώνου μεταξύ της Αρμενίας και της Σοβιετικής Ρωσίας. Το σύμφωνο υπεγράφη στις 24 Οκτωβρίου και εξασφάλισε την υποστήριξη των σοβιετικών στην Αρμενία. Το σημαντικότερο αυτής της συμφωνίας ήταν η αποδοχή της Αρμενίας για να αναλάβει την προστασία του Καρς. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση την επίτευξη συμφώνου μεταξύ των αρμενίων και των σοβιετικών. Ο Καζίμ Καραμπεκίρ ενημερώθηκε από την κυβέρνηση της Άγκυρας για την άφιξη του Μπόρις Λέγκραν στο Γερεβάν και του ανατέθηκε η επίλυση του ζητήματος του Καρς. Την ίδια κιόλας ημέρα που υπεγράφη το σύμφωνο μεταξύ των αρμενίων και των σοβιετικών, τα στρατεύματα του Καζίμ Καραμπεκίρ άρχισαν την προέλαση προς το Καρς.

Μάχη του Καρς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 24 Οκτωβρίου, οι δυνάμεις του Καραμπεκίρ άρχισαν μια νέα μεγαλειώδη επιχείρηση για την κατάληψη του Καρς. Οι Αρμένιοι εγκατέλειψαν την πόλη, η οποία πέρασε υπό τον πλήρη έλεγχο των Τούρκων στις 30 Οκτωβρίου. Μία εβδομάδα αργότερα, οι Τούρκοι κατέλαβαν το Αλεξαντροπόλ (σημερινό Γκιουμρί) και στις 12 Νοεμβρίου κατέλαβαν το στρατηγικής σημασίας χωρίο Αγκίν, κοντά στα ερείπια της παλαιάς αρμενικής πρωτεύουσα Ανί. Έχοντας εξασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο των περιοχών που είχαν καταλάβει, οι Τούρκοι εθνικιστές άρχισαν την προέλαση προς την αρμενική πρωτεύουσα Γερεβάν.

Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας στρατοπεδεύσει στο Αλεξαντροπόλ, οι Τούρκοι απέστειλαν τελεσίγραφο στους Αρμένιους για να αποδεχθούν την στρατιωτική τους ήττα. Οι Τούρκοι επέμειναν στις θέσεις τους, απειλώντας την αρμενική κυβέρνηση όσον αφορά την διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Αρχικά, οι Αρμένιοι απέρριψαν το τελεσίγραφο των Τούρκων. Ο Καζίμ Καραμπεκίρ προώθησε περαιτέρω τις δυνάμεις του, φτάνοντας τελικά σε απόσταση μόλις δύο χιλιομέτρων από την αρμενική πρωτεύουσα Γερεβάν. Τότε, η αρμενική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί το τελεσίγραφο των Τούρκων και να παραδεχθεί την στρατιωτική της ήττα. Στις 18 Νοεμβρίου του 1920, υπεγράφη κατάπαυση πυρός μεταξύ της Αρμενίας και της Κυβέρνησης της Άγκυρας. Κατά την διάρκεια της εισβολής τους, οι Τούρκοι διέπραξαν εγκλήματα εις βάρος του άμαχου αρμενικού πληθυσμού, μεταξύ άλλων σφαγές και βιασμούς, κυρίως στο Καρς και το Αλεξαντροπόλ. Ο Υπουργός Εξωτερικών της Αρμενίας Αλεξάντερ Χατισιάν αναχώρησε για το Αλεξαντροπόλ, όπου θα γίνονταν διαπραγματεύσεις με τον εκπρόσωπο των Τούρκων Καζίμ Καραμπεκίρ για τους όρους της ήττας και ίσως ακόμη για την επίτευξη συνθήκης ειρήνης αργότερα.

Ενώ γίνονταν οι διαπραγματεύσεις στο Αλεξαντροπόλ, ο Ιωσήφ Στάλιν, με την συναίνεση του Βλαντίμιρ Λένιν, διέταξε τον  Grigoriy Ordzhonikidze να επέμβει στρατιωτικά στην Αρμενία από την νεοσύστατη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Αζερμπαιτζάν και να εδραιώσει τον Μπολσεβικισμό στην χώρα. Στις 29 Νοεμβρίου, η ενδέκατη στρατιά του σοβιετικού στρατού εισέβαλε στην Αρμενία από το Καραβανσαράι (σημερινό Ιτζεβάν).

Στις 2 Δεκεμβρίου του 1920, ο Σοβιετικός στρατός εισήλθε στο Γερεβάν, οπότε ήρθε και το τέλος της Δημοκρατίας της Αρμενίας. Μετά από έξι χρόνια συνεχούς πολέμου, καθώς και σοβαρών γεωστρατηγικών και ανθρωπιστικών προβλημάτων, η αρμενική κυβέρνηση δεν είχε άλλη επιλογή από το να παραιτηθεί.

Επακόλουθο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τουρκική εισβολή στην Αρμενία ήταν μια καταστροφή για την χώρα. Εγκαταλελειμμένη από τις Συμμαχικές δυνάμεις, περιτριγυρισμένη από εχθρούς, η μόνη διέξοδος για την χώρα ήταν η στροφή της Αρμενίας στη Μόσχα. Οι μακραίωνοι ιστορικοί και θρησκευτικοί δεσμοί που είχαν οι Αρμένιοι με τους Ρώσους έπαιξαν ρόλο σημαντικό στην απόφαση αυτή. Οι Αρμένιοι πίστευαν πως οι δεσμοί που υπήρχαν θα συνείσφεραν θετικά σε μια λιγότερο καταπιεστική Ρωσία, που ηγούνταν και της μετέπειτα Σοβιετικής Ένωσης, απ'ότι θα ήταν μια εχθρική Τουρκία. Οι Μπολσεβίκοι είχαν υποσχεθεί πως θα αποκαθιστούσαν τα προπολεμικά σύνορα της Αρμενίας με την Τουρκία, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Μαζί με ολόκληρη την επαρχία του Καρς δόθηκε στην Τουρκία και το Όρος Αραράτ, το ιστορικό και εθνικό σύμβολο των Αρμενίων. Σε αντάλλαγμα, η Ατζαρία και το λιμάνι του Μπατούμι παραχωρήθηκαν από τους Τούρκους στην Γεωργία. Η μόνη περιοχή που συμφώνησαν να εγκαταλείψουν οι Τούρκοι ήταν το Αλεξαντροπόλ (σημερινό Γκιουμρί). Ακόμη και έτσι όμως, τα πράγματα έπαιρναν όλο και πιο άσχημη τροπή. Μόλις εισήλθαν οι σοβιετικές δυνάμεις στο Ερεβάν, συνέλαβαν 560 Αρμένιους αξιωματικούς και δέσμευσαν τις καλλιέργειες των αγροτών για τις ανάγκες του στρατού. Στις φυλακές του Ερεβάν, εκατοντάδες άνθρωποι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν, μεταξύ αυτών μάλιστα και πολλοί ήρωες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και ηγετικά πρόσωπα. Η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία θεώρησε την δυσφορία που επικρατούσε μια πολύ καλή αφορμή για να ανατρέψουν τους μπολσεβίκους στην Αρμενία.