Τιμγκάντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Timgad / Thamugadi
ⵜⵉⵎⴳⴰⴷ
Timgad Trajan.jpg
η Αψίδα του Τραϊανού στα ερείπια της Τιμγκάντ.
Θέση στην ευρύτερη περιοχή
Θέση στην ευρύτερη περιοχή
Άλλες ονομασίες Thamugas
Thamugadi
Τοποθεσία Batna Province, Algeria
Συντεταγμένες 35°29′03″N 6°28′07″E / 35.48417°N 6.46861°E / 35.48417; 6.46861Συντεταγμένες: 35°29′03″N 6°28′07″E / 35.48417°N 6.46861°E / 35.48417; 6.46861
Είδος Settlement
Ιστορία
Ίδρυση c. 100
Εγκατάλειψη 7th century
Περίοδοι Roman Empire
Επίσημη ονομασία Timgad
Τύπος Cultural
Κριτήρια ii, iii, iv
Καταγραφή 1982 (6th session)
Παραπομπή no. 194
State Party Algeria
Region Arab States

Η Timgad (Thamugas ή Thamugadi στην παλιά βερβερική γλώσσα) ήταν Ρωμαίο-βερβερικός οικισμός στα όρη Aurès της Αλγερίας. Ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Τραϊανό γύρω στο 100 μ.Χ. Το πλήρες όνομα της πόλης ήταν Colonia Marciana Ulpia Traiana Thamugadi. Ο Τραϊανός έδωσε το όνομα της πόλης προς τιμήν της μητέρας του, Marcia, της μεγαλύτερης αδελφής του, Ulpia Marciana, και του πατέρα του, Marcus Ulpius Traianus.

Η πόλη βρίσκεται στην σημερινή Αλγερία, περίπου 35 χλμ. ανατολικά από την πόλη της Μπάτνα, και τα ερείπιά της είναι αξιοσημείωτα ως ένα από τα καλύτερα σωζόμενα παραδείγματα ρυμοτομίας, όπως εφαρμόστηκε στην Ρωμαϊκή πολεοδομία.

Τοπωνυμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο παλαιότερο όνομα του Τιμγκάντ, Marciana Traiana Thamugadi, το πρώτο μέρος - Marciana Traiana - είναι Ρωμαϊκό και αναφέρεται στο όνομα του ιδρυτή της, του Αυτοκράτορα Τραϊανού και την αδελφή του Marciana.[1] Το δεύτερο μέρος του ονόματος - Thamugadi - "δεν έχει τίποτα το λατινικό".[2] Thamugadi είναι το βερβερικό όνομα της τοποθεσίας όπου χτίστηκε η πόλη, με το Timgad να είναι πληθυντικός του Tamgut, που σημαίνει "κορυφή".

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη ιδρύθηκε εκ του μηδενός ως στρατιωτική αποικία από τον αυτοκράτορα Τραϊανό γύρω στο 100 μ.Χ. Προοριζόταν κυρίως ως προπύργιο εναντίον των Βερβέρων στα κοντινά βουνά Aures. Κατοικήθηκε αρχικά σε μεγάλο βαθμό από Ρωμαίους βετεράνους των Παρθικών εκστρατειών, στους οποίους χορηγήθηκε γη σε αντάλλαγμα για τα έτη υπηρεσίας.

Η πόλη απόλαυσε ειρηνική ύπαρξη στους πρώτους αρκετούς αιώνες της ζωής της και έγινε κέντρο Χριστιανικής δραστηριότητας που αρχίζει τον 3ο αιώνα, καθώς και Δονατιστικό κέντρο τον 4ο αιώνα.

Κατά τον 5ο αιώνα, η πόλη λεηλατήθηκε από τους Βανδάλους πριν πέσει σε παρακμή. Το 535, ο Βυζαντινός στρατηγός Σολομών βρήκε την πόλη άδεια όταν ήρθε να την καταλάβει. Τον επόμενο αιώνα η πόλη επανακατοικήθηκε ως μια κυρίως Χριστιανική πόλη πριν λεηλατηθεί από τους Βέρβερους τον 5ο αιώνα. Κατά τη διάρκεια της Χριστιανικής περιόδου, η Τιμγκάντ ήταν επισκοπή,η οποία έγινε γνωστή στο τέλος του 4ου αιώνα, όταν ο Επίσκοπος Οπτάτος έγινε εκπρόσωπος του Δονατιστικού κινήματος. Μετά τον Οπτάτο, η πόλη είχε δύο επισκόπους, τον δονατιστή Γκαουδέντιο (Gaudentius) και τον καθολικό Φαουστίνο (Faustinus)[3]

Η πόλη αναβίωσε μετά τη Βυζαντινή ανακατάληψη του 6ου αιώνα, αλλά η Αραβική εισβολή έφερε την καταστροφή της, και η κατοχή της έπαψε οριστικά μετά τον 8ο αιώνα.[4]

Καθώς δεν ιδρύθηκαν νέοι οικισμοί στην περιοχή μετά τον 7ο αιώνα, η πόλη διατηρήθηκε κάτω από άμμο ύψους μέχρι ένα περίπου μέτρο. Η επέκταση της Σαχάρας πάνω στα ερείπια ήταν ο κύριος λόγος που η πόλη είναι τόσο καλά διατηρημένη.

Μετά την Αραβική λεηλασία του 8ου αιώνα η πόλη εξαφανίστηκε από την ιστορία μέχρι την ανασκαφή της, το 1881.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του αρχαιολογικού χώρου

Η πόλη βρίσκεται στην διασταύρωση έξι δρόμων. Ήταν περιτειχισμένη, αλλά όχι οχυρωμένη. Αρχικά είχε σχεδιαστεί για πληθυσμό περίπου 15.000 κατοίκων, αλλά γρήγορα ξεπέρασε τις αρχικές της προδιαγραφές και επεκτάθηκε έξω από το αρχικό ορθογώνιο ρυμοτομικό της σχέδιο με πιο χαλαρά οργανωμένο τρόπο.

Κατά την ίδρυσή της, η περιοχή γύρω από την πόλη ήταν μια εύφορη γεωργική περιοχή, περίπου 1000 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας.

Το αρχικό Ρωμαϊκό ρυμοτομικό σχέδιο είναι εξαιρετικά ορατό στο ορθογώνιο σχέδιο και χαρακτηρίζεται από τον decumanus maximus (δρόμο ανατολικού–δυτικού προσανατολισμού) και τον cardo (δρόμο βόρειου–νότιου προσανατολισμού), διαγραμμισμένους με μια μερικώς ανακαινισμένη Κορινθιακή κιονοστοιχία. Ο cardo δεν προχωρά εντελώς μέσα στην πόλη, αλλά καταλήγει σε ένα forum (αγορά) στην διασταύρωση με τον decumanus.

Στο δυτικό άκρο του decumanus ορθώνεται μία αψίδα του θριάμβου, ύψους 12 μέτρων, που ονομάζεται Αψίδα του Τραϊανού, και η οποία αποκαταστάθηκε εν μέρει το 1900. Η αψίδα είναι κυρίως από ψαμμίτη, σε Κορινθιακό ρυθμό με τρία τόξα. Είναι επίσης γνωστή και ως "Αψίδα του Τιμγκάντ".

Ένα θέατρο 3.500 θεάτρων είναι σε καλή κατάσταση και χρησιμοποιείται για σύγχρονες παραγωγές. Άλλα κύρια κτίρια περιλαμβάνουν τέσσερα λουτρά, βιβλιοθήκη και μια βασιλική.

Ο Ναός του Καπιτωλίου είναι αφιερωμένος στον Δία και οι διαστάσεις είναι περίπου ίδιες με αυτές του Πάνθεου στην Ρώμη. Σε κοντινή απόσταση από την πρωτεύουσα υπάρχει μια τετράγωνη εκκλησία με μια κυκλική κόγχη που χρονολογείται από τον 7ο αιώνα μ.Χ. Νοτιοανατολικά της πόλη υπάρχει ένα μεγάλο Βυζαντινό φρούριο που χτίστηκε στην τελευταία φάση ζωής της πόλης.

Βιβλιοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βιβλιοθήκη του Τιμγκάντ ήταν δώρο προς τον Ρωμαϊκό λαό από τον Ιούλιο Κουιντιανό Φλάβιο Ρογατιανό (Julius Quintianus Flavius Rogatianus) με κόστος 400.000 σηστέρτια.[5] Καθώς δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτόν τον ευεργέτη, η ακριβής ημερομηνία κατασκευής της βιβλιοθήκης παραμένει αβέβαιη. Με βάση τα υπόλοιπα αρχαιολογικά στοιχεία, οι μελετητές την χρονολογούν στα τέλη του 3ου ή ενδεχομένως, τον 4ο αιώνα. Η βιβλιοθήκη έχει σχήμα ορθογώνιο με μήκος 24,69 μέτρα και πλάτος 23,47. Αποτελείται από ένα μεγάλο ημικυκλικό δωμάτιο που πλαισιώνεται από δύο δευτερεύοντα ορθογώνια δωμάτια, των οποίων προηγείται μια περίστυλη στοά σε σχήμα U γύρω από τρεις πλευρές σε ανοιχτή αυλή. Η στοά πλαισιώνεται από δύο πολύ στενά δωμάτια σε κάθε πλευρά, και η μεγάλη θολωτή αίθουσα μάλλον συνδύαζε τις λειτουργίες του αναγνωστηρίου, της αποθήκης, και ίσως και αίθουσας διαλέξεων. Επιμήκεις εσοχές συγκρατούσαν ξύλινα ράφια κατά μήκος των τοίχων που μάλλον ολοκληρώνονταν με πλευρές, πλάτη και πόρτες, βάσει πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων που βρέθηκαν στην βιβλιοθήκη της Εφέσου. Είναι πιθανό στο κέντρο της αίθουσας να υπήρχαν επιδαπέδιες βιβλιοθήκες, καθώς και τραπέζια ανάγνωσης. Ενώ η αρχιτεκτονική της Βιβλιοθήκης του Τιμγκάντ δεν είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη, η ανακάλυψή της είναι ιστορικά σημαντική, καθώς δείχνει την παρουσία ενός πλήρως ανεπτυγμένου συστήματος βιβλιοθήκης σε αυτή την Ρωμαϊκή πόλη, που δείχνει ένα υψηλό επίπεδο μάθησης και πολιτισμού. Ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία για το μέγεθος της συλλογής της βιβλιοθήκης, εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν περί τους 3.000 παπύρους.

Παγκόσμια Κληρονομιά της Unesco[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τιμγκάντ χαρακτηρίστηκε μνημείο Παγκόσμιας πολιτιστικής Κληρονομιάς από την UNESCO το 1982.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Haddadou, Mohand Akli (2012). Dictionnaire toponymique et historique de l'Algérie: comportant les principales localités, ainsi qu'un glossaire des mots arabes et berbères entrant dans la composition des noms de lieux. Tizi Ouzou: Achab, σελ. 529. ISBN 9789947972250. https://books.google.com/books?id=8kiwnQEACAAJ. 
  2. Gascou, Jacques. «La politique municipale de l'empire romain en Afrique proconsulaire de Trajan à Septime-Sévère». Publications de l'École française de Rome 8 (1): 97-100. http://www.persee.fr/doc/efr_0000-0000_1972_mon_8_1. 
  3. Maureen A. Tilley, The Bible in Christian North Africa: The Donatist World (Fortress Press,1997)p135.
  4. UNESCO World Heritage Centre. «Timgad». unesco.org. http://whc.unesco.org/en/list/194. 
  5. Pfeiffer, H. (1931).