Τζοβάνι Πιέτρο Μπελλόρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τζοβάνι Πιέτρο Μπελλόρι
Bellori.JPG
Πορτρέτο του Τζοβάνι Πιέτρο Μπελλόρι έργο του Κάρλο Μαράττα,
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Giovanni Pietro Bellori (Ιταλικά)
Γέννηση 15  Ιανουαρίου 1613[1][2][3]
Ρώμη[1][4]
Θάνατος 19  Φεβρουαρίου 1696[1][2][3]
Ρώμη[1][4]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες λατινική γλώσσα
Ιταλικά[5]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα έφορος
βιογράφος[1]
ζωγράφος[1]
βιβλιοθηκονόμος
ιστορικός της τέχνης
ιστορικός
αρχαιολόγος[6]
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Τζοβάνι Πιέτρο Μπελλόρι (Giovanni Pietro Bellori) (Ρώμη, 15 Ιανουαρίου 1613 - Ρώμη, 19 Φεβρουαρίου 1696) ήταν Ιταλός συγγραφέας και ιστορικός της τέχνης.

Κάρλο Μαράττα, πορτρέτο του Τζοβάνι Πιέτρο Μπελλόρι

Επίσης γνωστός ως Τζαν Πιέτρο Μπελλόρι (Gian Pietro Bellori) ή Τζοβάν Πιέτρο Μπελλόρι (Giovan Pietro Bellori), ήταν ένας από τους σημαντικότερους βιογράφους Ιταλών καλλιτεχνών κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα. Θεωρείται από πολλούς, μαζί με τον Φιλίππο Μπαλντινούτσι, ως ο Βαζάρι της εποχής του μπαρόκ.

Βιογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Ρώμη το 1613. Ήταν αγαπημένος ανιψιός του αρχαιολόγου, συλλέκτη και συγγραφέα Φραντσέσκο Αντζελόνι (Francesco Angeloni), ιδιοκτήτη ενός πραγματικού σπιτιού-μουσείου στο οποίο ο Μπελλόρι μεγάλωσε και γνώριζε την τέχνη χάρη στη συμμετοχή πολλών επιφανών προσωπικοτήτων της εποχής που φιλοξενούνταν εκεί, όπως καλλιτεχνών του διαμετρήματος του Ντομενικίνο, του Νικολά Πουσέν, του Αντρέα Σάκκι (Andrea Sacchi) και σημαντικών λόγιων και συγγραφέων, όπως οι Βιντσέντσο Τζουστινιάνι και Τζοβάνι Μπατίστα Αγκούκι. Έγινε δεκτός από μικρή ηλικία στην Ακαδημία του Αγίου Λουκά, όπου κατείχε επίσης σημαντικές θέσεις, αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι είχε κλίση περισσότερο στο να γράφει για την τέχνη αντί να την ασκεί. Διορισμένος κληρονόμος από τον Αντζελόνι, μετά τον θάνατό του, είχε μια οικονομική άνεση που του επέτρεπε να αφοσιωθεί αποκλειστικά στις σπουδές. Δεν παντρεύτηκε ούτε ακολούθησε, όπως θα μπορούσε, την εκκλησιαστική καριέρα.

Το 1664 έδωσε μία διάλεξη στο πλαίσιο της Ρωμαϊκής Ακαδημίας, στην οποία διατύπωσε τη θεωρία του για την ιδέα της ομορφιάς, σύμφωνα με την οποία η ομορφιά έπρεπε να αναζητηθεί μέσα στη φύση και στην ανακάλυψη των κλασσικών κανόνων για να απομακρυνθεί από τις θεωρίες του μανιερισμού του τέλους του δέκατου έκτου αιώνα. Η ίδια διάλεξη έγινε το 1672 ο πρόλογος μίας σημαντικής έκδοσης που συγκέντρωσε τα βιογραφικά των δώδεκα πιο διάσημων (κατά τον συγγραφέα) καλλιτεχνών του δέκατου έβδομου αιώνα: των Le vite de' pittori, scultori et architetti moderni, που δημοσιεύτηκαν υπό την αιγίδα της νεότευκτης Γαλλικής Ακαδημίας στη Ρώμη (ο Μπελλόρι διατηρούσε με πολλούς Γάλλους διανοούμενους).

Το σημείο εκκίνησης της ανακαλύψεώς του για την ιδανική ομορφιά οφείλεται σίγουρα στην τέχνη του Ραφαήλ και στη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Οι θεωρίες του Έλληνα φιλόσοφου μεταβολίζονται από τον Μπελόρι και επαναδιατυπώνονται με ένα καινούργιο σχήμα: αν για τους Πλατωνιστές η τέχνη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια μίμηση αυτού που ήταν ο ονειρικός κόσμος των ιδεών, που είναι ήδη εγγενείς στο μυαλό του καλλιτέχνη-παραγωγού του έργου τέχνης, για τον Μπελλόρι η έννοια αυτή εξελίσσεται περαιτέρω, τοποθετώντας στο προσκήνιο τον θεμελιώδη ρόλο της Φύσης. Σύμφωνα με τον κριτικό, οι ιδέες δεν υπάρχουν εκ των προτέρων στον ανθρώπινο νου αλλά εμπνέονται από την περισυλλογή της φύσης.

Μεταξύ των σύγχρονων του καλλιτεχνών, ο Μπελλόρι εξέφρασε ιδιαίτερα την εκτίμηση για το έργου του Γκουίντο Ρένι, του Νικολά Πουσέν -του οποίου ήταν προσωπικός φίλος-, του Αντρέα Σάκκι, του μαθητή του Κάρλο Μαράττα και κυρίως του Ανίμπαλε Καρράτσι, ενός καλλιτέχνη την τέχνη του οποίου έβλεπε ως παράδειγμα της ιδέας της ιδανικής ομορφιάς, σε αντίθεση με αυτή του Καραβάτζο, που τον κατηγορούσε ότι αντιγράφει μηχανικά την πραγματικότητα χωρίς τη θεμελιώδη χρήση της διάνοιας.

Ο Βαζάρι και ο Λέον Μπαττίστα Αλμπέρτι βρίσκονταν μεταξύ των συγγραφέων που ο Μπελλόρι εκτιμούσε περισσότερο· στην πραγματικότητα οι "Vite" (Βίοι) ξεκίνησαν με σκοπό την επανασύνδεση με τον Βαζάρι, του οποίου η δεύτερη έκδοση έγινε το 1568, ανατρέποντας το ιστορικό βάθος και την οπτική του "συνόλου" των Βίων του Τζιοβάνι Μπαλιόνε (1640), τις οποίες ο Μπελλόρι θεωρούσε ένα είδος συλλογής που δεν διέκρινε τους αληθινούς καλλιτέχνες και τους μέτριους τεχνίτες.

Ο Μπελλόρι στη ζωή του είχε επίσης σημαντικά καθήκοντα· ήταν επιμελητής και αρχαιολόγος των συλλογών του Πάπα Κλήμη Ι΄. Το 1671, έγινε γραμματέας της Ακαδημίας του Αγίου Λουκά και τελικά βιβλιοθηκάριος και αντιπρόσωπος της βασίλισσας Χριστίνας της Σουηδίας. Πέθανε στη Ρώμη το 1696 και θάφτηκε στην εκκλησία του Sant'Isidoro.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • L'Idea del pittore, dello scultore e dell'architetto scelta dalle. bellezze naturali superiore alla Natura (1664), discorso di prefazione del libro successivo;
  • Vite de' pittori, scultori e architecti moderni (1672);
  • Imagines veterum philosophorum (1685);
  • Veteres arcus Augustorum (1690) in-folio;
  • Admiranda Romae antiquae vestigia (1693);
  • Gli antichi sepolcri (1699);
  • la Colonna Antoniniana (1704);
  • Pitture antiche delle grotte di Roma e del sepolcro dei Nasoni (1706)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Kenneth Donahue - Dizionario Biografico degli Italiani - Volume 7 (1970)
  • Anna Gramiccia, Federica Piantoni (επίμ.): L’idea del bello. Viaggio per Roma nel Seicento con Giovan Pietro Bellori. 2 Τόμοι. De Luca, Ρώμη 2000, ISBN 88-8016-352-3
  • Janis Bell, Thomas Willette (επιμ.): Art History in the Age of Bellori. Scholarship and Cultural Politics in Seventeenth-Century Rome. Cambridge University Press, Κέμπριτζ 2002, ISBN 0-521-78248-1.
  • Giovan Pietro Bellori, Le Vite de' pittori scultori e architetti moderni, a cura di Evelina Borea e Giovanni Previtali, con una postfazione di Tomaso Montanari "Bellori trent'anni dopo", Einaudi, Τορίνο 2009.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]