Σφαγή του Οραντούρ-συρ-Γκλαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ερείπια στο Οραντούρ μετά την σφαγή

Στις 10 Ιουνίου 1944 στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το χωριό Οραντούρ-συρ-Γκλάν (γαλλικά: Oradour-sur-Glane) στην Ωτ - Βιέν στη κατεχόμενη από τους Ναζί Γαλλία καταστράφηκε και 642 κάτοικοι, μεταξύ αυτών γυναίκες και παιδιά, σφαγιάστηκαν από μονάδα των Waffen-SS.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σφαγή αμάχων που διαπράχθηκε στη Γαλλία από τα στρατεύματα κατοχής στη διάρκεια του Πολέμου, παρόμοια με εκείνη του Μαρτζαμπόττο στην Ιταλία ή του Διστόμου στην Ελλάδα (η τελευταία διαπράχθηκε επίσης στις 10 Ιουνίου 1944), οι οποίες μετέφεραν στο Δυτικό Μέτωπο πολύ πρόσφατες πρακτικές από το Ανατολικό Μέτωπο.

Ένα νέο χωριό χτίστηκε κοντά στο σημείο της σφαγής μετά τον πόλεμο και ο Πρόεδρος Σαρλ ντε Γκωλ διέταξε το αρχικό να διατηρείται ως μόνιμο μνημείο και μουσείο.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Φεβρουάριο του 1944, το 2ο τμήμα SS Πάντσερ Das Reich τοποθετήθηκε στη νότια γαλλική πόλη Βαλάνς (Valence), Tarn-et-Garonne, βόρεια της Τουλούζης, περιμένοντας να ανεφοδιαστεί με νέο εξοπλισμό και καινούργιο προσωπικό. Μετά την Συμμαχική απόβαση στις ακτές της Νορμανδίας τον Ιούνιο του 1944, το τμήμα διατάχθηκε να μετακινηθεί βόρεια για να βοηθήσει στη αναχαίτιση της εισβολής των Συμμάχων. Μία από τις μονάδες του ήταν το 4ο Σύνταγμα Γρεναδιέρων SS Πάντσερ («Der Führer»).[1]

Στα τέλη Μαΐου 1944, η Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ (OKW) επεσήμανε «έντονη αύξηση της δραστηριότητας των κινήσεων αντίστασης στη νότια Γαλλία, ιδίως στις περιοχές Κλερμόν Φεράν και Λιμόζ. Αυτή η περιγραφή επιβεβαιώθηκε από εκείνη του περιφερειακού νομάρχη της Λιμόζ.

Στις 8 και 9 Ιουνίου καταγράφηκαν τουλάχιστον πέντε συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτών και των Γερμανών στρατιωτών, που οδήγησαν στη σύλληψη, το βράδυ στις 9 Ιουνίου, του διοικητή Χέλμουτ Κέπφε κοντά στο χωριό Λα Μπουζιέρ του δήμου Σεν Λεονάρντ ντε Νομπλά, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για πολλές βιαιότητες.

Νωρίς το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944, ο Άντολφ Ντίκμαν, Γερμανός αξιωματικός στα Waffen-SS ενημέρωσε τον συνταγματάρχη Όττο Βάιντινγκερ, διοικητή της SS Das Reich, ότι είχε προσεγγιστεί από δύο μέλη του Milice, μιας συνεργατικής παραστρατιωτικής δύναμης του καθεστώτος Βισύ. Ισχυρίστηκαν ότι ένας αξιωματικός των Waffen-SS κρατούνταν φυλακισμένος από την Αντίσταση στο Οραντούρ-συρ-Γκλάν, ένα κοντινό χωριό. Ο συλληφθείς αξιωματικός ισχυρίστηκαν ότι ήταν ο SS- Sturmbannführer Χέλμουτ Κέπφε, διοικητής του 2ου τάγματος αναγνώρισης SS Πάντσερ (επίσης μέρος της Μεραρχίας Das Reich). Μπορεί να είχε συλληφθεί στο Μακί ντε Λιμουζέν την προηγούμενη μέρα.[2]

Σφαγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 10 Ιουνίου, περίπου 150 στρατιώτες (ενός αποσπάσματος του 1 ου Τάγματος του 4 ου Συντάγματος Πάντσερ γρεναδιέρων «Der Führer» που ανήκε στη θωρακισμένη Μεραρχία SS «Das Reich») με επικεφαλής τον Ντίκμαν περικύκλωσαν το Οραντούρ-συρ-Γκλάν και διέταξαν όλους τους κατοίκους να συγκεντρωθούν στην πλατεία του χωριού για να εξεταστούν τα έγγραφα ταυτότητάς τους. Η συγκέντρωση των κατοίκων ολοκληρώθηκε περίπου στις 14.45, από έναν Αλσατό άνδρα των Waffen-SS που ανέλαβε χρέη διερμηνέα μεταφράζοντας τα λόγια του διοικητή του Ντίκμαν: «Ενημερωθήκαμε πως στο χωριό υπάρχουν κρυφά όπλα και πυρομαχικά, όποιος διαθέτει όπλο να προχωρήσει μπροστά». Τότε άρχισαν οι απειλές ότι θα πυρποληθούν τα σπίτια και θα ανατιναχθούν οι αποθήκες.[3]

Μετά από περισσότερο από μία ώρα, οι άνδρες των SS τούς χώρισαν σε άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Στις 3 μ.μ 350 γυναίκες και τα παιδιά μεταφέρθηκαν στην εκκλησία, όπου και κλειδώθηκαν και το χωριό λεηλατήθηκε. Μετά από περίπου μιάμιση ώρα, οι SS πυροδότησαν μια βόμβα καπνού στην εκκλησία. Όταν τα παράθυρα της εκκλησίας έσπασαν, εκείνοι που παγιδεύτηκαν, πυροβολήθηκαν ή σκοτώθηκαν με τη ρίψη χειροβομβίδων. Ακόμη και οι προσπάθειες διαφυγής εμποδίστηκαν αφού τελικά ξέσπασε φωτιά στην εκκλησία.[3]

Μεταξύ των 350 γυναικών και παιδιών που ήταν κλειδωμένοι στην εκκλησία, μόνο η Μαργκαρίτ Ρουφόνς, 47 ετών, κατάφερε να δραπετεύσει.[4]

Παράλληλα οι άνδρες οδηγήθηκαν σε έξι αχυρώνες και υπόστεγα, όπου υπήρχαν ήδη πολυβόλα.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία επιζώντος, οι άνδρες των SS άρχισαν να πυροβολούν, με στόχο τα πόδια τους. Όταν τα θύματα δεν μπορούσαν πλέον να κινηθούν, οι SS τα κάλυψαν με καύσιμα και έβαλαν φωτιά στους αχυρώνες.[5] Μόνον έξι άνδρες κατάφεραν να ξεφύγουν, μερικοί από τους οποίους τραυματίστηκαν επίσης σοβαρά. Ένας από αυτούς εντοπίστηκε αργότερα να περπατά σε έναν δρόμο και πυροβολήθηκε.

Επακόλουθα της σφαγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρωί της 11ης Ιουνίου οι μαρτυρίες των πρώτων ανθρώπων που εισήλθαν στο χωριό σόκαραν. Ένας από τους πρώτους που εισήλθαν στο Οραντούρ μαζί με συνοδεία άλλων ανδρών κατέθεσε:

«Όλα τα κτίρια, όπως η εκκλησία, το σχολείο, το δημαρχείο, το ταχυδρομείο, το ξενοδοχείο όπου ζούσε η οικογένειά μου, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από καμμένα ερείπια. […] Συνολικά, είδαμε μόνο τρία απανθρακωμένα πτώματα μπροστά από ένα κρεοπωλείο και το σώμα μιας γυναίκας που δεν είχε καεί, αλλά είχε πυροβοληθεί στο πίσω μέρος του λαιμού.»

Μία μέρα αργότερα πρόσθεσε:

«Είδα αρκετούς μαζικούς τάφους, ο αριθμός των θυμάτων φαινόταν πολύ υψηλός.»[6]

Όλοι οι μάρτυρες συγκλόνισαν με τα όσα αντίκρισαν κάνοντας αναφορά για καμμένους και διαμελισμένους ανθρώπους. Αρκετοί μάρτυρες ανέφεραν επίσης πως υπήρξαν βιασμοί, ακόμη κι αν δεν αναφέρθηκε κάτι τέτοιο κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής δίκης.[7]

Αρκετές ημέρες αργότερα, οι επιζώντες επέστρεψαν για να θάψουν τους 642 νεκρούς κατοίκους του Οραντούρ-συρ-Γκλάν που είχαν σκοτωθεί σε λίγες μόνο ώρες. Ο Άντολφ Ντίκμαν ισχυρίστηκε ότι αυτή η φρικαλεότητα ήταν αντίποινα για την αντιστασιακή δραστηριότητα στο κοντινό χωριό Τούλε και την απαγωγή του διοικητή των SS, Χέλμουτ Κέπφε.

Ακολούθησαν διαμαρτυρίες για τη μονομερή δράση του Ντίκμαν, τόσο από τον στρατάρχη του Έρβιν Ρόμελ, τον στρατηγό Βάλτερ Γκλάινιγκερ, τον Γερμανό διοικητή στη Λιμόζ, όσο και από την κυβέρνηση του Βισύ. Ακόμη και ο SS- Standartenführer Στάντλερ εξέφρασε ότι ο Ντίκμαν είχε ξεπεράσει πολύ τις εντολές του και ξεκίνησε έρευνα. Ωστόσο, ο Ντίκμαν σκοτώθηκε στο πεδίο των μαχών λίγο αργότερα κατά τη διάρκεια της Μάχης της Νορμανδίας.

Συνολικά σαράντα πέντε άτομα, συμπεριλαμβανομένων δώδεκα επιβατών στο τραμ της Λιμόζ που έφτασαν μετά το τέλος της σφαγής (συμπεριλαμβανομένης της Καμίλ Σενόν), διέφυγαν από τα SS σε διάφορες περιστάσεις.

Μετά την καταστροφή του χωριού, οι επιζώντες ζούσαν σε ξύλινους στρατώνες και στη συνέχεια, από το 1953, σε περίπου είκοσι από τα διακόσια σπίτια που χτίστηκαν μερικές εκατοντάδες μέτρα από τα ερείπια.

Μεταπολεμικές δίκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 12 Ιανουαρίου 1953, ξεκίνησε στο Μπορντώ η δίκη των 65 επιζώντων από τους 200 περίπου άνδρες των SS που είχαν εμπλακεί στη σφαγή. Μόνο 21 από αυτούς ήταν παρόντες, καθώς οι υπόλοιποι είτε σκοτώθηκαν στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είτε δεν μπορούσαν πλέον να εντοπιστούν, καθώς πολλοί από αυτούς βρίσκονταν στην Ανατολική Γερμανία. Στις 13 Φεβρουαρίου 1953 το στρατιωτικό δικαστήριο στο Μπορντώ καταδίκασε 21 στρατιώτες των SS που ήταν παρόντες στη δίκη, συμπεριλαμβανομένων δεκατεσσάρων Αλσατών. Η συνεχιζόμενη αναταραχή στην Αλσατία (συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για αυτονομία) πίεσε το γαλλικό κοινοβούλιο να εγκρίνει νόμο περί αμνηστίας για όλους τους δράστες στις 19 Φεβρουαρίου. Οι καταδικασμένοι άνδρες της Αλσατίας απελευθερώθηκαν λίγο αργότερα, γεγονός που προκάλεσε διαμαρτυρίες στην περιοχή της Λιμόζ.

Μέχρι το 1958, όλοι οι Γερμανοί κατηγορούμενοι είχαν αφεθεί ελεύθεροι. Ο στρατηγός Χάιντς Λάμμερντινγκ της Μεραρχίας Das Reich, ο οποίος είχε δώσει εντολές για αντίποινα κατά της Αντίστασης, πέθανε το Ιανουάριο του 1971, μετά από μια επιτυχημένη επιχειρηματική σταδιοδρομία. Τη στιγμή της δίκης ζούσε στο Ντίσελντορφ, στην πρώην βρετανική ζώνη κατοχής της Δυτικής Γερμανίας. Καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, αλλά ποτέ δεν εκδόθηκε από τη Δυτική Γερμανία.[8][9] Η τελευταία δίκη ενός μέλους Waffen-SS που είχε εμπλακεί στη σφαγή πραγματοποιήθηκε το 1983. Ο πρώην SS- Obersturmführer Χάιντς Μπαρτ εντοπίστηκε στην Ανατολική Γερμανία. και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη από την Πρώτη Γερουσία του Δημοτικού Δικαστηρίου του Βερολίνου. Απελευθερώθηκε από τη φυλακή στην επανενωμένη Γερμανία το 1997 και πέθανε τον Αύγουστο του 2007.

Στις 8 Ιανουαρίου 2014, ο Βέρνερ Κριστουκάτ, ένα 88χρονο πρώην μέλος του τρίτου λόχου του 1ου τάγματος του συντάγματος «Der Führer» των SS κατηγορήθηκε, από το κρατικό δικαστήριο στην Κολωνία, με 25 κατηγορίες δολοφονίας και εκατοντάδες κατηγορίες σε σχέση με τη σφαγή στο Οραντούρ-συρ-Γκλάν.[10][11] Στις 9 Δεκεμβρίου 2014, το δικαστήριο έκλεισε την υπόθεση, επικαλούμενο έλλειψη μαρτύρων ή αξιόπιστων αποδεικτικών στοιχείων που να μπορούν να διαψεύσουν τον ισχυρισμό του υπόπτου ότι δεν έλαβε μέρος στη σφαγή.[12]

Μνημείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον πόλεμο, ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ αποφάσισε ότι το χωριό δεν πρέπει ποτέ να ξαναχτιστεί, αλλά να παραμείνει μνημείο για τη σκληρότητα της ναζιστικής κατοχής. Το νέο χωριό Οραντούρ-συρ-Γκλάν (πληθυσμός 2.375 το 2012), βορειοδυτικά του τόπου της σφαγής, χτίστηκε μετά τον πόλεμο. Τα ερείπια του αρχικού χωριού παραμένουν ως μνημείο των νεκρών και της φρικαλεότητας των ναζιστικών εγκλημάτων.

Το 1999 ο Γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ εγκαινίασε μουσείο μνήμης, το Centre de la mémoire d'Oradour, κοντά στην είσοδο του Village Martyr («μαρτυρικό χωριό»). Το μουσείο περιλαμβάνει αντικείμενα που ανακτήθηκαν από τα καμένα κτίρια: τα ρολόγια σταμάτησαν τη στιγμή που οι ιδιοκτήτες τους κάηκαν ζωντανοί, γυαλιά έλιωσαν από την έντονη ζέστη και διάφορα προσωπικά αντικείμενα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Rubrique Valence d'Agen» , Archives du Tarn-et-Garonne , 11 Ιουνίου 2011.
  2. Fouché, Jean-Jacques, 1940-· Atkinson, James B., 1934- (2005). Massacre at Oradour, France, 1944 : coming to grips with terror. DeKalb: Northern Illinois University Press. σελίδες 57–58. ISBN 0-87580-601-5. 56010992. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  3. 3,0 3,1 Farmer, Sarah Bennett. (1999). Martyred village : commemorating the 1944 massacre at Oradour-sur-Glane. Berkeley: University of California Press. σελίδες 34–39. ISBN 0-520-21186-3. 39322295. 
  4. Pauchou, Guy, (1992). Oradour-sur-Glane vision d'épouvante (Edition 1992 έκδοση). Limoges: Lavauzelle. σελ. 51. ISBN 2-7025-0371-3. 799684491. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  5. Le Monde , 16 Αυγούστου 2007.
  6. Fouché, Jean-Jacques, 1940-· Atkinson, James B., 1934- (2005). Massacre at Oradour, France, 1944 : coming to grips with terror. DeKalb: Northern Illinois University Press. σελίδες 178–180. ISBN 0-87580-601-5. 56010992. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  7. «A Day Trip to Oradour-sur-Glane». In The Vendée (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 2020. 
  8. Le maire d'Oradour-sur-Glane: «Il était dénué de toute humanité» , Le Parisien ,
  9. Farmer, Sarah Bennett. (1999). Martyred village : commemorating the 1944 massacre at Oradour-sur-Glane. Berkeley: University of California Press. σελίδες 30–34. ISBN 978-0-520-92546-5. 45732043. 
  10. "German Court Finds Lack of Proof Tying Ex-Soldier to Nazi Massacre". The New York Times.
  11. Smale, Alison. "In Germany, Former SS Man, 88, Charged With Wartime Mass Murder". The New York Times.
  12. "Court drops case against German over WWII French village massacre"