Συνθετική έκταση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Jacob Wackernagel

Η συνθετική έκταση ή έκταση εν συνθέσει (αγγλ. compositional lengthening, γερμ. kompositionelle Dehnung) αποτελεί φωνητικό νόμο τής Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, ο οποίος ερμηνεύει τη μακρά ποσότητα του αρκτικού φωνήεντος του β΄ συνθετικού σε περιπτώσεις όπως τα αρχ. στρατ-ηγός, ἐπ-ήκοος, ὑπ-ηρέτης, εὐ-ώνυμος κτλ. Η διαδικασία είναι επίσης γνωστή ως νόμος τού Wackernagel, επειδή αναλύθηκε πρώτη φορά από τον Ελβετό ελληνιστή και γλωσσολόγο Jacob Wackernagel (1853-1938) το 1889[1].

Διατύπωση και περιγραφή τής συνθετικής έκτασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τη βασική διατύπωση του νόμου, όταν κατά τη σύνθεση το πρώτο συστατικό λήγει σε φωνήεν και το δεύτερο αρχίζει επίσης από φωνήεν, κατά κανόνα το πρώτο φωνήεν εκθλίβεται (σιγάται), ενώ το δεύτερο (δηλ. το αρκτικό φωνήεν τού β΄ συνθετικού) τρέπεται στο αντίστοιχο μακρό[2]. Κατά συνέπεια:

  • αρχ. στρατ-ηγός < στρατο- + -αγός < ἄγω
  • αρχ. ὁμ-ώνυμος < ὁμο- + -όνυμος < ὄνυμα, άλλος τύπος τού ουσ. ὄνομα
  • αρχ. ὑπ-ηρέτης < ὑπο- + ἐρέτης «κωπηλάτης»
  • αρχ. ὑπ-ήνεμος < ὑπο- + ἄνεμος

Από τον νόμο τής αποβολής τού ληκτικού φωνήεντος εξαιρούνται μερικές φορές τα ληκτικά -ι- και -υ- (π.χ. πολυ-ώνυμος, τρι-ώβολον, αλλά ἐπ-ώνυμος, ἐπ-ώδυνος), ενώ δεν συμβαίνει έκταση του αρκτικού φωνήεντος του β΄ συνθετικού, όταν το α΄ συνθετικό λήγει σε σύμφωνο. Αυτό ερμηνεύει την απουσία εκτάσεως σε περιπτώσεις όπως π.χ. τα αρχ. σύν-ορον, εἴσ-οδος[3].

Ερμηνεία τού φαινομένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνάντηση φωνηέντων στον αρμό τής σύνθεσης προκαλούσε το φαινόμενο της χασμωδίας, η άρση τής οποίας επέφερε ποικίλες φωνητικές αλλαγές στην Αρχαία Ελληνική. Οι γλωσσολόγοι έχουν καταλήξει σε τρεις διαφορετικές προτάσεις για την ερμηνεία τής συνθετικής έκτασης, λαμβάνοντας υπ' όψιν την άρση τής χασμωδίας και τα προϊόντα τής συνάντησης των φωνηέντων.

Σύμφωνα με την εκδοχή που διατύπωσαν οι Schwyzer, Lejeune και Χατζιδάκις[4], η συνθετική έκταση οφείλεται σε συναίρεση των δύο ετεροσύλλαβων φωνηέντων που συναντώνται στον αρμό τής σύνθεσης (π.χ. *ἀπο-όλεια > ἀπώλεια, *ὑπο-ερέτης > ὑπηρέτης). Ο Χατζιδάκις αναφέρει συγκεκριμένα: «...ἡ συνήθεια τοῦ ἐκτείνειν τὸ ἀρκτικὸν α,ε,ο πολλῶν β΄ συνθετικῶν, οἷον χρυσήλατος (χρυσο-έλατος), ἀπώλεια, ἀπώμοτος, κατήγορος, κακηγόρος κτλ., (...) προῆλθεν ἐκ συναιρέσεως τοῦ τελικοῦ φωνήεντος τοῦ α΄ μετὰ τοῦ ἀρκτικοῦ τοῦ β΄ συνθετικοῦ»[5]. Η αντίρρηση σε αυτή την άποψη έγκειται στο γεγονός ότι πολλά συνθετικά προϊόντα αντιτίθενται στους όρους τής συναίρεσης, όπως είναι γνωστοί από τους κλασικούς χρόνους: η συνάντηση -ο#ο- και -ο#ε- απέδιδε -ου-, δηλαδή μακρό κλειστό [ọ], και όχι -ω- (π.χ. *δηλό-ομεν > δηλοῦμεν, ενώ ἀπο#όλεια > ἀπ-ώλεια· επίσης *δηλό-ετε > δηλοῦτε, ενώ *ὑπο#ερέτης > ὑπηρέτης[6]). Επίσης, πολλά σύνθετα με έκταση δεν θα μπορούσαν να προέλθουν από συναίρεση, διότι δεν περιλαμβάνουν συνάντηση φωνηέντων αλλά συμφώνου-φωνήεντος (π.χ. ὑπερ-ήνωρ, προσ-ήνεμος, ἀν-ήκουστος), οπότε θα πρέπει να ερμηνευτούν διαφορετικά.

Κατ' άλλη εκδοχή, την οποία πρότεινε ο Saussure και συμμερίζονται επίσης άλλοι μελετητές[7], αφετηρία υπήρξε η τάση προς αποφυγή των αλλεπαλλήλων βραχειών συλλαβών (ειδικώς των τριών σε σειρά) και επομένως ενέταξε τη συνθετική έκταση στη ρυθμική έκταση, η οποία παρατηρείται κυρίως σε ποιητικά κείμενα. Η αντίρρηση στην άποψη αυτήν έγκειται στο γεγονός ότι πολλά προϊόντα συνθετικής έκτασης εμφανίζονται σε θέσεις που δεν θα απαιτούσαν ρυθμική έκταση, διότι δεν παρουσιάζουν συνεχόμενες βραχείες συλλαβές, π.χ. εὐ-ώδης, εὐ-ήκης, ἐπ-ημοιβός, εὐ-ήνωρ κτλ. Συμπληρωματικά λειτουργεί και η εκδοχή τού Γ. Τσερέπη, ότι η συνθετική έκταση συμβάλλει στην προφύλαξη του ριζικού φωνήεντος του β΄ συνθετικού από την επίδραση του προσφύματος[8].

Η γλωσσολογική άποψη που τείνει να επικρατήσει, συνεκτιμώντας τις πληροφορίες που έχουν προέλθει από την επανασύνθεση της Πρωτοϊνδοευρωπαϊκής (Π.Ι.Ε.), αποτελεί ουσιαστικά συγκερασμό των δύο προηγούμενων προτάσεων. Τα κείμενα δείχνουν ότι η αποφυγή τής χασμωδίας και των συνεχόμενων βραχειών συλλαβών έπαιξε κάποιον ρόλο στη συνθετική έκταση, ωστόσο φαίνεται πιθανότερο ότι πρόκειται για συναίρεση που είχε ήδη συντελεστεί στην πρωτοελληνική, πράγμα που εξηγεί τη διαφορά των προϊόντων της. Πρόκειται συνεπώς για παλαιές συναιρέσεις, διαφορετικές από αυτές που παρατηρούνται αργότερα στην κλασική Ελληνική[9]. Προς την κατεύθυνση αυτή φαίνεται να συντείνουν δύο επιπλέον στοιχεία: α) ότι ο νόμος τού Wackernagel είχε υπερδιαλεκτικό χαρακτήρα, και β) ότι τα προϊόντα ορισμένων συνθετικών εκτάσεων αποδίδουν μακρά ανοικτά φωνήεντα (όχι μακρά κλειστά), κάτι που δεν συμβαίνει με τις κατοπινές συναιρέσεις, π.χ. αρχ. ὠμηστής «ωμοφάγος» (< *ὠμο-εδ-τής), ποδ-ήρης (< *ποδο-αρης, από θέμα τού ρ. ἀραρίσκω «συνδέω, συνάπτω»), ψευδ-ώνυμος (< *ψευδο-όνυμος) κτλ.[10]

Εξαιρέσεις και ερμηνεία τους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένες κατηγορίες συνθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής δεν παρουσιάζουν συνθετική έκταση. Οι παράγοντες που συνετέλεσαν στη μη εφαρμογή τού νόμου σχετίζονται με την ποσότητα της συλλαβής, τη σχετική χρονολόγηση των μεταβολών και την αναλογική επέκταση των προϊόντων. Συγκεκριμένα:

1) Δεν παρατηρείται συνθετική έκταση, όταν το αρκτικό φωνήεν τού β΄ συνθετικού ακολουθείται από δύο ή περισσότερα σύμφωνα. Ο λόγος είναι ότι σε αυτή την περίπτωση η συλλαβή γινόταν θέσει μακρά (λατ. positione longa), λειτουργώντας ουσιαστικά όπως οι συλλαβές που περιέχουν μακρό φωνήεν[11]. Αυτό ερμηνεύει την απουσία συνθετικής έκτασης σε περιπτώσεις όπως τα αρχ. νεο-αρδής, ἐφ-έστιος, ἔν-ορχος, ἐν-αργής, φιλ-άνθρωπος κτλ.

2) Δεν παρατηρείται συνθετική έκταση σε αρχαϊκά σύνθετα, όταν το β΄ συνθετικό πιθανώς διατηρούσε ίχνη τού δίγαμμα (F) στην πρωτοελληνική, πράγμα που θα εμπόδιζε τη συνάντηση των φωνηέντων και την κατοπινή συναίρεση. Αυτό ερμηνεύει την απουσία συνθετικής έκτασης σε περιπτώσεις όπως τα αρχ. Ἀστυ-άναξ (αρχ. ἄναξ < Fάναξ, μυκ. wa-na-ka), ἀμετρο-επής (αρχ. ἔπος < Fέπος), ἑξα-ετής, ἐπ-έτειος (αρχ. ἔτος < Fέτος, μυκ. we-to) κτλ.

3) Δεν παρατηρείται συνθετική έκταση σε σύνθετα που σχηματίστηκαν αφότου είχε λήξει η ισχύς τού νόμου και πιθανώς κατ' αναλογίαν προς τις δύο προηγούμενες περιπτώσεις. Αυτό ερμηνεύει την απουσία συνθετικής έκτασης σε περιπτώσεις όπως τα αρχ. ἁρμ-άμαξα, παρ-ονομασία, καθώς και σε όσα σχηματίστηκαν ως παρασύνθετα με άλλο πρότυπο, π.χ. κάτ-οχος (ρ. κατ-έχω, πβ. όμως το αρχαϊκό ἀγέρ-ωχος). Ακόμη, ο ρόλος τής αναλογίας υπήρξε ισχυρός και συνέτεινε στη διατήρηση της ακεραιότητας των β΄ συνθετικών, όταν συσχετίζονταν στενά με άλλα ομόρριζα, π.χ. οι λ. ἀγωγή, ἀγωγός συνέβαλαν στη διατήρηση του αρκτικού βραχέος σε σύνθετα όπως τα ἱππ-αγωγός, ἐπ-αγωγός, νυμφ-αγωγός, χωρίς να επηρεαστούν τα σύνθετα σε -ηγός (π.χ. κυν-ηγός, ὁδ-ηγός, στρατ-ηγός) που είχαν ήδη αποκρυσταλλωθεί[12]. Συχνά η αιτία είναι συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων.

Μολονότι ο νόμος τού Wackernagel δεν ισχύει στη Νέα Ελληνική γλώσσα, τα λόγια σύνθετα που σχηματίστηκαν με το πρότυπο της αρχαίας γλώσσας παρουσιάζουν φαινομενική έκταση του αρκτικού φωνήεντος του β΄ συνθετικού, η οποία μερικές φορές αφορά μόνο στην ορθογραφία, π.χ. ημι-ώροφος, γαλαζ-ωπός, ανθρακ-ωρύχος κτλ.[13].

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Allen W.S., 19873: Vox Graeca: A guide to the pronunciation of classical Greek. Cambridge: CUP (μτφρ. Μ. Καράλη & Γ. Παράσογλου, Θεσσαλονίκη 2000: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών)
  • Chantraine P., 1933: La formation des noms en grec ancien. Paris: Klincksieck.
  • Chantraine P., 19612: Morphologie historique du grec. Paris: Klincksieck (μτφρ. Ν. Αγκαβανάκης, Αθήνα 1990: Καρδαμίτσα)
  • Debrunner A., 1917: Griechische Wortbildungslehre. Heidelberg: C. Winter.
  • Lejeune M., 1972: Phonétique historique du mycénien et du grec ancien. Paris: Klincksieck.
  • Meillet A. & J. Vendryes, 19795: Traité de grammaire compare des langues classiques. Paris. Honoré Champion.
  • Μπαμπινιώτης Γ., 1985: Ιστορική γραμματική τής Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Ι: Φωνολογία. Αθήνα.
  • Schwyzer E., 1939: Griechische Grammatik, vol. 1. München: C.H. Beck.
  • Sihler A., 1995: New comparative grammar of Greek and Latin. Oxford: OUP (μτφρ. Δ. Καραθανάσης, Αθήνα 2009: Παπαδήμας).
  • Σταματάκος Ι., 1949: Ιστορική γραμματική τής Αρχαίας Ελληνικής. Αθήνα.
  • Τσερέπης Γ., 1880: Τα σύνθετα της ελληνικής γλώσσης. Κεφαλληνία.
  • Χατζιδάκις Γ., 19242: Ακαδημεικά αναγνώσματα εις την ελληνικήν και λατινικήν γραμματικήν. τόμ. 1. Αθήνα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. J. Wackernagel, Das Dehnungsgesetz der griechischen Komposita, Basel 1889. Ο νόμος αυτός δεν πρέπει να συγχέεται με έναν ακόμη νόμο που διατύπωσε ο Wackernagel, ο οποίος αναφέρεται στη θέση των κλιτικών στην πρόταση και είναι περισσότερο γνωστός στις ινδοευρωπαϊκές σπουδές (J. Wackernagel, 1892: ″Ein Gesetz der indogermanischen Wortstellung″, Indogermanische Forschungen 1, 333-436).
  2. Βλ. A. Sihler, 2009: 101 §87.
  3. Βλ. Γ. Μπαμπινιώτη, 1985: 127
  4. Βλ. E. Schwyzer 1939: 397-8῾ Γ. Χατζιδάκι, 1924: 350-2.
  5. Γ. Χατζιδάκις, «Γραμματικά ζητήματα» (Επετηρίς Παρνασσού 11, 1915, σ. 70). Παρόμοια ερμηνεία υιοθετεί ο Lejeune, ο οποίος υποστηρίζει ότι η συνθετική έκταση ″continue probablement la tradition de contractions i.-e. à la junction des deux termes″ («...πιθανώς συνεχίζει την παράδοση των Ι.Ε. συναιρέσεων στον αρμό των δύο όρων»· 1972: 244).
  6. Το σύμβολο # δηλώνει τον αρμό τής σύνθεσης.
  7. Ο Saussure διατύπωσε την πρότασή του ήδη το 1884 στο άρθρο του 'Une loi rythmique de la langue grecque' («Ένας ρυθμικός νόμος τής ελληνικής γλώσσας»), βλ. Recueil des publications scientifiques de F. de Saussure, Genève 1922, σ. 464-76. Βλ. επίσης Ι. Σταματάκο, 1949: 450.
  8. Βλ. Γ. Τσερέπη 1880: 396.
  9. Βλ. A. Sihler 2009: 101· A. Meillet & J. Vendryes 1979: 430 §642. Με διορατικότητα είχε ήδη καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα ο Albert Debrunner (1917 §118).
  10. Βλ. Γ. Μπαμπινιώτη 1985: 128-9.
  11. Βλ. W.S. Allen 2000: 127῝ Γ. Μπαμπινιώτη 1985: 128.
  12. Βλ. Γ. Χατζιδάκι, 1924: 352.
  13. Βλ. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση τής Ελληνικής, Αθήνα 2014: Κέντρο Λεξικολογίας, σελ. 868-869. Εντούτοις, ορισμένες νεότερες λέξεις, που δεν έχουν σαφές αρχαίο πρότυπο, τείνουν να απλογραφούνται, π.χ. ψευδ-οροφή, ημι-ορεινός (Βλ. Κ. Μηνά, 2008: Παρατηρήσεις στη γραμματική τής Νεοελληνικής, Αθήνα: Νεφέλη, σ. 160).

Περαιτέρω αναγνώσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • R.L. Trask, The dictionary of historical and comparative linguistics, Edinburgh 2000, p. 365.
  • A. Debrunner, Griechische Wortbildungslehre, Heidelberg 1917 (μτφρ. Η. Τσιριγκάκης, επιμ. Ευ. Πετρούνιας), § 118.
  • Ν.Ε. Collinge, The laws of Indo-European, Amsterdam 1985, p. 238.