Συνθήκη Ειρήνης Ηνωμένων Πολιτειών-Αυστρίας (1921)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ειρηνευτική συνθήκη Ηνωμένων Πολιτειών-Αυστρίας είναι ειρηνευτική συνθήκη που υπεγράφη στην Βιέννη από την Αυστρία και τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 24 Αυγούστου 1921, ως επακόλουθο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ξεχωριστή ειρηνευτική συνθήκη ήταν απαιτούμενη επειδή η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών αρνήθηκε να συμβουλεύσει και να επικυρώσει την συνθήκη του Αγίου Γερμανού του 1919.

Οι επικυρώσεις τις συνθήκης ανταλλάχθηκαν στην Βιέννη στις 8 Νοεμβρίου 1921 και η συνθήκη μπήκε σε ισχύ την ίδια μέρα. Στις 22 Νοεμβρίου 1921 η συνθήκη εντάχθηκε στον Κατάλογο Συνθηκών της Κοινωνίας των Εθνών.[1]

Παρασκήνιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αυστρία (η οποία αποτελούσε συστατικό μέλος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας) ηττήθηκε από τις σύμμαχες δυνάμεις της Αντάντ, στις οποίες μετείχαν και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Η αμερικανική κυβέρνηση κήρυξε πόλεμο εναντίον της Αυστροουγγαρίας στις 7 Δεκεμβρίου 1917. Στο τέλος του πολέμου το 1918, η Αυστροουγγαρία διαλύθηκε και η Αυστρία έγινε ανεξάρτητη δημοκρατία.

Το 1919, η νικηφόρες Συμμαχικές Δυνάμεις διεξήγαγαν μια σύνοδο ειρήνης στο Παρίσι για να διαμορφώσουν τις ειρηνευτικές συνθήκες με τις ηττημένες Κεντρικές Δυνάμεις. Κατά την σύνοδο ολοκληρώθηκε μια ειρηνευτική συνθήκη με την Αυστριακή κυβέρνηση. Παρόλο που η αμερικάνικη κυβέρνηση υπέγραψε τη συνθήκη, η Γερουσία αρνήθηκε να την επικυρώσει λόγω της αντίθεσης της στην ένταξη των ΗΠΑ στην Κοινωνία των Εθνών.

Ως αποτέλεσμα οι δύο κυβερνήσεις άρχισαν να διαπραγματεύουνται την υπογραφή μιας διμερούς συνθήκης που δεν θα σχετιζόταν με την Κοινωνία των Εθνών. Αυτή η συνθήκη επετεύχθη στις 24 Αυγούστου 1921.

Όροι της συνθήκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άρθρο 1 υποχρέωνε την αυστριακή κυβέρνηση να παραχωρήσει στην αμερικανική κυβέρνηση όλα τα δικαιώματα και προνόμια που απολάμβαναν οι άλλες Σύμμαχες Δυνάμεις που είχαν επικυρώσει την Συνθήκη του Αγίου Γερμανού.

Το άρθρο 2 όριζε ποια άρθρα της Συνθήκης του Αγίου Γερμανού θα εφαρμόζονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το άρθρο 3 όριζε την ανταλλαγή των επικυρώσεων στη Βιέννη.

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνθήκη έθεσε τα θεμέλια για μια αμερικανοαυστριακή συνεργασία η οποία δεν θα ήταν υπό την αυστηρή επίβλεψη της Κοινωνίας των Εθνών. Έτσι λοιπόν η αμερικάνικη κυβέρνηση κινήθηκε σε μια τακτική παροχής μερικής βοήθειας προς τη κυβέρνηση της Αυστριακής Δημοκρατίας με στόχο να ελαφρύνει το βάρος από τις πολεμικές αποζημιώσεις που επεβλήθησαν στην Αυστρία σύμφωνα με την Συνθήκη του Αγίου Γερμανού.

Η συνθήκη συμπληρώθηκε από μια συμφωνία που υπεγράφη στην Ουάσινγκτον στις 26 Νοεμβρίου 1924 αναφορικά με την ίδρυση μικτής αμερικανοαυστροουγγρικής επιτροπής για να αποφασιστεί το χρηματικό ποσό των αποζημιώσεων που θα καταβάλλουν η αυστριακή και η ουγγρική κυβέρνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες.[2]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. League of Nations Treaty Series, vol. 7, pp. 156-161.
  2. Text in League of Nations Treaty Series, vol. 48, pp. 70-75.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]