Συνεπιβατισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συνεπιβατισμός ονομάζεται η πρακτική κατά την οποία κάποιος που ταξιδεύει μόνος με το όχημά του, δέχεται και άλλους επιβάτες γνωστούς ή άγνωστους προς αυτόν, με σκοπό να μοιραστεί τα έξοδα χρήσης του οχήματος που προκύπτουν, όπως βενζίνη, πάρκινγκ, service, ανταλλακτικά και διόδια. Το συνολικό κόστος το μοιράζονται όλοι μαζί με τον οδηγό. Ο συνεπιβατισμός λειτουργεί ως συμπλήρωμα του δικτύου μέσων μαζικής μεταφοράς ή και ως μια πράξη αλληλεγγύης. Νομικά είναι όλοι ασφαλισμένοι σε περίπτωση ατυχήματος (αστική ευθύνη), εκτός αν το αυτοκίνητο κινείται ανασφάλιστο. Επίσης δεν επιτρέπεται ο οδηγός να αποκομίσει περισσότερα λεφτά, δηλαδή κέρδος από τους συνεπιβάτες. Αυτό είναι νομικό παράπτωμα.

Αποτέλεσμα της πρακτικής του συνεπιβατισμού είναι η μείωση των ρύπων στο περιβάλλον, η οικονομία που γίνεται με τον διαμοιρασμό του κόστους της διαδρομής και φυσικά η κοινωνικότητα που προσφέρει στους επιβαίνοντες του οχήματος, μιας και δίνει την ευκαιρία να γνωριστούν άνθρωποι τελείως άγνωστοι μεταξύ τους. Επίσης, συμβάλλει στη μείωση του κυκλοφοριακού λόγο της χρήσης λιγότερων οχημάτων προς μια κοινή διαδρομή.

Ανάλογα με τις τοπικές συνήθειες, ο συνεπιβατισμός μπορεί να μην συνηθίζεται, είτε να θεωρείται φυσιολογική πρακτική, όπως για παράδειγμα στις ΗΠΑ, και στη Γερμανία. Σε κάποιες περιπτώσεις, είναι θεσμοθετημένη πρακτική, όπως σε εταιρείες που παρέχουν αυτοκίνητο στους υπαλλήλους τους, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να το χρησιμοποιούν μαζί με συναδέλφους τους για να πηγαίνουν στην εργασία τους και να επιστρέφουν από αυτήν.Ο συνεπιβατισμός λειτουργεί ως συμπλήρωμα του δικτύου μέσων μαζικής μεταφοράς ή και ως μια πράξη αλληλεγγύης.

Ιστορικά γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικά έκανε την εμφάνισή του από τότε που ξεκίνησαν οι μετακινήσεις με τα κάρα (cart-pooling). Στη δεκαετία του 1970 υπήρχε ένα είδος άναρχου συνεπιβατισμού με την τότε πολύ διαδεδομένη πρακτική του ωτο-στοπ.

Στις ΗΠΑ, οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι και η πετρελαϊκή κρίση αποτέλεσαν στιγμές ορόσημο για τον συνεπιβατισμό. Το 1914 στις απαρχές του Α' παγκοσμίου πολέμου, έκανε την εμφάνισή της η "Jitney Craze". Οι κάτοχοι αυτοκινήτων με αντάλλαγμα 5 cents μετέφεραν κόσμο. Η δεύτερη περίοδος που σημειώνεται ένα περισσότερο εξελιγμένο σύστημα, ακούει στο όνομα "car sharing". Ήταν η εποχή που η κυβέρνηση των ΗΠΑ σε συνεργασία με τις αυτοκινητοβιομηχανίες, ενθάρρυνε την κοινή χρήση διαδρομής προς εξοικονόμηση οικονομικών πόρων για τον πόλεμο (Β΄ΠΠ). Τέλος, η πετρελαϊκή κρίση το 1970 ενέτεινε τη χρήση του συνεπιβατισμού ως πρακτική, καθώς και το καύσιμο ήταν σε έντονη έλλειψη και η τιμή του ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα.[1]

Το φαινόμενο του συνεπιβατισμού στην Ελλάδα.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα, ο συνεπιβατισμός προωθείται από πολλά Υπουργεία και άλλους Δημόσιους Φορείς. Ο συνεπιβατισμός και η συνοδήγηση δεν πρέπει να συγχέονται με τις επιβατικές μεταφορές με κόμιστρο, σύμφωνα με την παρ.1 του αρ.18 του ν. 1903/90 (ΦΕΚ 142Α), γιατί:

  • Ο οδηγός δεν κάνει επιβατικές μεταφορές, αλλά χρησιμοποιεί το όχημά του για μετακίνηση του ιδίου, σύμφωνα με το δικό του προορισμό. Ο ν. 3109/2003[2] ορίζει ότι στις επιβατικές μεταφορές ο προορισμός επιλέγεται από τον επιβάτη, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση του συνεπιβατισμού.
  • Ο συνεπιβάτης δεν πληρώνει κόμιστρο, αφού δε μισθώνει το όχημα του οδηγού, αλλά συμμετέχει στα έξοδα χρήσης του οχήματος. Το κόστος χρήσης του οχήματος αναφέρεται στην Εθνική Αρχιτεκτονική για τα ΕΣΜ του ΥΠΟΜΕΔΙ, σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 50/2012.

Το ΥΠΟΜΕΔΙ υποστηρίζει τον συνεπιβατισμό μέσα από την Εθνική Αρχιτεκτονική για τα Ευφυή Συστήματα Μεταφορών.[3] Διάδοση και χρήση του συνεπιβατισμού


Πηγές: