Συζυγία (γραμματική)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στη γραμματική, συζυγία είναι ένα σύνολο ρημάτων που έχουν ιδιαίτερη, χαρακτηριστική κλίση.

Στα ελληνικά, ξεχωρίζουν 2 συζυγίες ανάλογα με τη μορφή που έχουν στο α' πρόσωπο του ενεστώτα.Όσα ρήματα κλίνονται με τον ίδιο τρόπο αποτελούν μια συζυγία.

Πρώτη συζυγία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στην 1η συζυγία ανήκουν τα ρήματα που στο α' πρόσωπο του ενικού αριθμού, στην ενεργητική φωνή τονίζονται στην παραλήγουσα (δηλαδή -ω) *π.χ. δένω*. Επίσης ανήκουν τα ρήματα που στο α' πρόσωπο του ενικού αριθμού, στην παθητική φωνή έχουν κατάληξη -ομαι *π.χ. εμπιστεύομαι

Δεύτερη συζυγία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στην 2η συζυγία ανήκουν τα ρήματα που στο α' πρόσωπο του ενικού αριθμού,στην ενεργητική φωνή τονίζονται στην λήγουσα (δηλαδή -ώ) *π.χ. αγαπώ* Επίσης ανήκουν τα ρήματα που στο α' πρόσωπο του ενικού αριθμού, στην παθητική φωνή έχουν καταλήξεις -ιέμαι, -ούμαι, -άμαι *π.χ. αγαπιέμαι, απολογούμαι, φοβάμαι*

Στην πρωτη συζυγία υπάρχει μια τάξη, ενώ στην δεύτερη συζυγία υπάρχουν δύο. Στην ενεργητική φωνή η πρώτη τάξη είναι τα ρήματα που τελειώνουν σε -ώ, -ας, -ά ( π.χ. αγαπ-ώ, αγαπ-ας, αγαπ-ά ) και στη δεύτερη τάξη αυτά που τελειώνουν σε -ώ, -είς, -εί ( π.χ. λαλ-ώ, λαλ-είς, λαλ-εί ). Στην παθητική φωνή τα ρήματα της πρώτης τάξης τελειώνουν σε -ιέμαι, -ιέσαι, -ιέται (π.χ. αγαπ-ιέμαι, αγαπ-ιέσαι, αγαπ-ιέται) και της δεύτερης τάξης τελειώνουν σε -ούμαι(-άμαι), -ήσαι, -είται (ασκ-ούμαι, ασκ-ήσαι, ασκ-είται).