Συζήτηση:Αββάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μήπως είναι λίγο POV το άρθρο; Δεν είμαι γνώστης του θέματος αλλά δεν μου φαίνεται σωστό να "τσουβαλιάζουμε" όλους τους αββάδες έτσι. Και οι ανατολικοί μοναχοί\κληρικοί έχουν κατηγορηθεί για διάφορα πράγματα - Badseed 11:12, 25 Ιανουαρίου 2006 (UTC)

Δεν νομίζω να τους "τσουβαλιάζω" όλους, αναφέρομαι σε συγκεκριμένη περίοδο πολύ μεταγενέστερη εκείνης του Αγίου Αντωνίου. Τότε που οι Αββάδες έκαναν στάση και ζήταγαν ανεξαρτησία επισκόπου, τότε και οι μοναχοί στο Άγιο Όρος ζητούσαν ανεξαρτησία από τον επίσκοπο της Ιερισσού (δες σχετικά στο άρθρο "οργάνωση των Μονών"). Ότι έγιναν και κάποια μικροεπεισόδια περιορισμένα και στην Ανατολική Εκκλησία το αναφέρω.--Templar52 22:49, 25 Ιανουαρίου 2006 (UTC)

Η λέξη αββάς είναι συροχαλδαϊκής προέλευσης και χρησιμοποιήθηκε στην αραμαϊκή γλώσσα με την έννοια του πατέρα είτε στη γονεϊκή σχέση είτε ως επίκληση προς το Θεό. Στην Καινή Διαθήκη απαντάται τρεις φορές Μάρ. 14.36, Ρωμ. 8.15, Γαλ. 4.6, τις δύο τελευταίες με πρόθεση να τονιστεί η σχέση του Θεού με το ανθρώπινο γένος ως υιοθεσία, καταδεικνύοντας δηλαδή την αγάπη του Θεού. Και τις τρεις φορές ακολουθείται από την ελληνική αντίστοιχη πατήρ (αββά ο πατήρ).

Στον ανατολικό μοναχισμό η χρήση της λέξης υποδήλωνε τον πνευματικό οδηγό των μοναχών και χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στην Αίγυπτο και τη Συρία κατά πάσα πιθανότητα χωρίς να συνδέεται με τη βιβλική αναφορά τόσο όσο με τη συριακή ετοιμολογία. Αργότερα πήρε την έννοια του ηγουμένου ή του πνευματικά καταξιωμένου μοναχού. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα αββάδων στα Γεροντικά και άλλα μοναχικά έργα προερχόμενα από την αιγυπτιακή παράδοση. Στη δύση πέρασε ως abbot, abbi, abate με τη σημασία του ηγουμένου ή αργότερα κάθε ανώτερου κληρικού μη επισκόπου. Εκεί έχουμε και την ίδρυση των αββαείων, των μοναστηριών δηλαδή, τα οποία αργότερα εξελίχθηκαν σε πνευματικά κέντρα με ιδιαίτερες φεουδαρχικές επιδράσεις στην ευρύτερη λειτουργία τους.

Στις αρχαίες ανατολικές εκκλησίες (αιθιοπική, συριακή, κοπτική) ο τίτλος του αββά αποδίδεται στους επισκόπους και τον Πατριάρχη. --Ωριγένης 18:56, 25 Ιανουαρίου 2006 (UTC)

Αναφέρθηκα στον θρησκευτικό τίτλο "αββάς" και όχι στην αραμαϊκή λέξη "αββά". ΄Θα ήθελα όμως μια πηγή της τελευταίας παραγράφου--Templar52 22:49, 25 Ιανουαρίου 2006 (UTC)

Από πού αντλεί τις πληροφορίες του το λήμμα?--ΗΠΣΤΓ 23:02, 25 Ιανουαρίου 2006 (UTC)

Από Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη και Εγυκλ. Λεξικό Ηλίου--Templar52 23:16, 25 Ιανουαρίου 2006 (UTC)


Κάποιες επιπλέον πληροφορίες που δεν καλύπτονται ως τώρα στο άρθρο: "Η λέξη "Αββά" άρχισε να χρησιμοποιείται ως τίτλος τιμής για τους Ιουδαίους ραβίνους στους πρώτους αιώνες της Κοινής Χρονολογίας και εμφανίζεται με αυτή την έννοια στο Βαβυλωνιανό Ταλμούδ. (Μπερακότ 16β) Εκείνος που κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου στο Ιουδαϊκό Σάνχεδριν είχε τον τίτλο του Αβ ή Πατέρα του Σάνχεδριν. Αργότερα ο τίτλος εφαρμόστηκε και στους επισκόπους της Κοπτικής, της Αιθιοπικής και της Συριακής Εκκλησίας και αναφερόταν ιδιαίτερα στον τίτλο του Επισκόπου της Αλεξάνδρειας, κάνοντάς τον έτσι 'πατέρα' αυτού του τμήματος της Ανατολικής εκκλησίας. Οι αγγλικές λέξεις "abbot" και "abbey" προέρχονται και οι δύο από τον αραμαϊκό όρο "αββά". Ο Ιερώνυμος, ο μεταφραστής της Λατινικής Βουλγάτας, ήταν αντίθετος στη χρήση του τίτλου "abbot" που εφαρμοζόταν στους Καθολικούς μοναχούς της εποχής του με βάση το ότι παραβίαζε τις εντολές του Ιησού στο Ματθαίος 23:9: «Επιπλέον, μην αποκαλέσετε κανέναν πατέρα σας πάνω στη γη, γιατί ένας είναι ο Πατέρας σας, ο Ουράνιος»". (Ενόραση στις Γραφές, τόμ. 1, σελ. 13, στην αγγλ.) -- pvasiliadis  23:45, 25 Ιανουαρίου 2006 (UTC)


Νομίζω αν γίνει μια σύνθεση των στοιχείων που δίνει ο pvasiliadis με αυτά που παραθέτω πιο πάνω μπορούμε να έχουμε μία καλή εισαγωγή για το άρθρο. Επιπλέον μπορούν να προστεθούν στοιχεία για τη χρήση του όρου στην προχριστιανική συριακή παράδοση.--Ωριγένης 23:57, 25 Ιανουαρίου 2006 (UTC)


Συμφωνώ, θα τα συμπεριλάβω στα σημεία που κρίνονται αναγκαία και τα υπόλοιπα σε σημειώσεις--Templar52 00:17, 26 Ιανουαρίου 2006 (UTC)