Συγκριτική προτυποποίηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ο όρος Benchmarking (επίσης γνωστό ως best practice benchmarking ή process benchmarking, στα ελληνικά αναφέρεται και ως Συγκριτική προτυποποίηση) αναφέρεται σε μια μέθοδο, η οποία χρησιμοποιείται στο management και ειδικότερα στο στρατηγικό management, επιχειρήσεων ή οργανισμών, για την αξιολόγηση των διαφόρων πτυχών λειτουργίας τους, με μέτρο σύγκρισης την "καλύτερη πρακτική" (best practice) στον τομέα τους. Αυτό με τη σειρά του διευκολύνει τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς να αναπτύξουν σχέδια για τον τρόπο υιοθέτησης της "καλύτερης πρακτικής", συνήθως με σκοπό την αύξηση κάποιων πτυχών της απόδοσης τους. Το Benchmarking μπορεί να είναι ένα μεμονωμένο γεγονός (one-off event), αλλά συχνά αντιμετωπίζεται σαν μια συνεχής διαδικασία κατά την οποία οι επιχειρήσεις ή οι οργανισμοί προσπαθούν να βελτιώσουν τις πρακτικές τους. Μια διαδικασία παρόμοια με το benchmarking χρησιμοποιείται επίσης στις δοκιμές τεχνικών προϊόντων και στην έρευνα εδάφους.


Σε μια στρατηγική διαδικασία, η κάθε επιχείρηση πρέπει να καθoρίσει δικoύς της στόχους, και να συγκρίνει τα αποτελέσματά της με αυτούς, χωρίς αυτό να σηµαίνει οτι δε µπορεί να συγκριθεί και µε άλλες επιχειρήσεις. O όρος «benchmarking» (δοκιµασία επιδόσεων ή συγκριτική αξιολόγηση) χρησιµοποιείται για τέτοιες συγκρίσεις. Eπιλέγεται δηλαδή η επιχείρηση που θεωρείται εξαιρετικά καλή σε ένα συγκεκριµένο πεδίο και στη συνέχεια γίνεται σύγκριση µε αυτήν. H επιλεγµένη επιχείρηση δεν είναι ανάγκη να είναι ανταγωνίστρια, ούτε να ανήκει στον ίδιο επιχειρησιακό κλάδο. Για παράδειγµα, αν γνωρίζουµε οτι µία επιχείρηση είναι ιδιαίτερα καλή στον τοµέα διαχείρισης των παραπόνων πελατών, µπορούµε να διδαχθούμε απ' τις µεθόδους και τις προσεγγίσεις διαχείρισης παραπόνων που έχει υιοθετήσει η εν λόγω επιχείρηση και να το εφαρμόσουμε κάνοντας τις ανάλογες προσαρμογές στην διοίκηση παραπόνων της δικής μας επιχείρησης.