Σπειρονολακτόνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η χημική δομή της σπειρονολακτόνης

H σπειρονολακτόνη ή σπιρονολακτόνη, διαθέσιμη με την εμπορική ονομασία Aldactone μεταξύ άλλων, είναι διουρητικό φάρμακο το οποίο χρησιμοποιείται στην καρδιακή, νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια.[1] Χρησιμοποιείται επίσης στην θεραπεία της υπέρτασης, στην υποκαλιαιμία η οποία δεν βελτιώνεται με τη χορήγηση συμπληρωμάτων, στην πρώιμη ήβη στα αγόρια, στην ακμή και στην υπερβολική τριχοφυία στις γυναίκες και ως κομμάτι της διαφυλετικής ορμονοθεραπείας στις διαφυλετικές γυναίκες.[1][2][3] Η σπειρονολακτόνη χορηγείται από το στόμα.[1]

Κοινές παρενέργειες περιλαμβάνουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές, και συγκεκριμένα υπερκαλιαιμία, ναυτία, εμέτους, πονοκεφάλους, εξανθήματα και μειωμένη επιθυμία για σεξουαλικές επαφές.[1] Σε ανθρώπους με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια η χορήγησή του πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.[1] Η σπειρονολακτόνη δεν έχει μελετηθεί στην εγκυμοσύνη και δεν πρέπει να χορηγείται για την θεραπεία της υπέρτασης κατά την εγκυμοσύνη.[4] Είναι ένα στεροειδές το οποίο εμποδίζει τη δράση των ορμονών αλδοστερόνη και τεστοστερόνη και έχει μερικές δράσεις σαν οιστρογόνο.[1][5] Η σπειρονολακτόνη ανήκει στα καλιοσυντηρητικά διουρητικά.[1]

Η σπειρονολακτόνη ανακαλύφθηκε το 1957 και η χρήση του άρχισε το 1959.[6][7][8] Ανήκει στον κατάλογο βασικών φαρμάκων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.[9] Είναι διαθέσιμη ως γενόσημο φάρμακο.[1] Το 2017 ήταν το 69ο πιο συνταγογραφούμενο φάρμακο στις Ηνωμένες Πολιτείες, με περισσότερες από 11 εκατομμύρια συνταγές.[10][11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 «Spironolactone». The American Society of Health-System Pharmacists. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Νοεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2015. 
  2. Friedman, Adam J. (1 October 2015). «Spironolactone for Adult Female Acne». Cutis 96 (4): 216–217. ISSN 2326-6929. PMID 27141564. 
  3. Maizes, Victoria (2015). Integrative Women's Health (2 έκδοση). σελ. 746. ISBN 9780190214807. 
  4. «Spironolactone Pregnancy and Breastfeeding Warnings». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Δεκεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2015. 
  5. Prakash C Deedwania (30 Ιανουαρίου 2014). Drug & Device Selection in Heart Failure. JP Medical Ltd. σελίδες 47–. ISBN 978-93-5090-723-8. 
  6. Eckhard Ottow; Hilmar Weinmann (9 Ιουλίου 2008). Nuclear Receptors As Drug Targets. John Wiley & Sons. σελ. 410. ISBN 978-3-527-62330-3. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Ιουνίου 2013. Ανακτήθηκε στις 28 Μαΐου 2012. 
  7. Camille Georges Wermuth (24 Ιουλίου 2008). The Practice of Medicinal Chemistry. Academic Press. σελ. 34. ISBN 978-0-12-374194-3. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Ιουνίου 2013. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2012. 
  8. Marshall Sittig (1988). Pharmaceutical Manufacturing Encyclopedia. William Andrew. σελ. 1385. ISBN 978-0-8155-1144-1. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Ιουνίου 2013. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2012. 
  9. World Health Organization (2019). World Health Organization model list of essential medicines: 21st list 2019. Geneva: World Health Organization. hdl:10665/325771. WHO/MVP/EMP/IAU/2019.06. License: CC BY-NC-SA 3.0 IGO. 
  10. «The Top 300 of 2020». ClinCalc. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2020. 
  11. «Spironolactone - Drug Usage Statistics». ClinCalc. 23 Δεκεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2020.