Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χωρικοί της Μακεδονίας (περ. 1905).

Από το τέλος της Ύστερης Αρχαιότητας στη Bαλκανική βρέθηκαν εγκατεστημένοι σλαβόφωνοι πληθυσμοί. Προς το τέλος του 18ου αιώνα η σλαβοφωνία είχε επικρατήσει στην ύπαιθρο χώρα της περιοχής της Μακεδονίας βορείως μιας νοητής γραμμής που από την περιοχή νοτίως της Καστοριάς κατέληγε στη Θεσσαλονίκη. Οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Μακεδονίας ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και ζούσαν σε τσιφλίκια στα πεδινά ή σε ελεύθερα χωριά στα ορεινά. Γνωστοί την περίοδο αυτή με βάση τη γλώσσα τους ως «Βούλγαροι», όρο που είχε κοινωνικές συνδηλώσεις, αυτοπροσδιορίζονταν με βάση τη θρησκευτική τους ταυτότητα ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Ενώ θεωρούνταν ομογενείς των Ελλήνων, λόγω της μετοχής τους στο Ρουμ μιλλέτ, από τα μέσα του 19ου αιώνα διεκδικήθηκαν ως ομοεθνείς από το βουλγαρικό εθνικό κίνημα με βάση την ομογλωσσία τους. Με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, σχηματοποιήθηκαν στο εσωτερικό των σλαβόφωνων κοινοτήτων κυρίως επί τη βάσει προϋπαρχουσών κοινωνικών διαιρέσεων, που εκδηλώθηκαν από το 19ο αιώνα με βάση την κατανομή της εργασίας, μία πατριαρχική και μία εξαρχική παράταξη, που προσέκειντο στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία αντίστοιχα. Η συμπατάραταξη με την ελληνική ή τη βουλγαρική εθνική μερίδα γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους σλαβόφωνους χωρικούς με θρησκευτικούς όρους και καθοριζόταν κυρίως από κοινωνικές μέριμνες, ακόμη και όταν έκανε την εμφάνισή της η χρήση βίας στην περιοχή, αρχικά από την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση και αργότερα και από ελληνικές ένοπλες ομάδες μετά την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, κατά το Μακεδονικό Αγώνα. Με τους Βαλκανικούς πολέμους η περιοχή της Μακεδονίας προσαρτήθηκε στην Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία και οι σλαβόφωνοι κάτοικοί της ενσωματώθηκαν στα εθνικά κράτη στα οποία πλέον ζούσαν, παραμένοντας ως γλωσσική μειονότητα στην Ελλάδα, αναπτύσσοντας εθνική συνείδηση μακεδονική ή εντασσόμενοι στο βουλγαρικό έθνος.

Γλώσσα, οικονομία, κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έκταση της σλαβοφωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σερβικός εθνογραφικός χάρτης της περιοχής της Μακεδονίας του 1914. Οι Έλληνες σημειώνονται με μπλε, οι μουσουλμάνοι με μωβ, οι διάφοροι σλαβόφωνοι με αποχρώσεις του πράσινου, οι Αλβανοί με κίτρινο και οι Βλάχοι με ροζ.

Ενώ κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, η ελληνοφωνία είχε επεκταθεί προς την Ιλλυρία, οι επιδρομές που ακολούθησαν από τον 3ο μ.Χ. αιώνα κ.ε. μετέβαλαν την πληθυσμιακή σύνθεση της Βαλκανικής, με την εγκατάσταση συμπαγών θυλάκων Σλάβων ιδίως στα πεδινά των βόρειων ελληνικών χωρών.[1] Oι ζώνες ομιλίας της ελληνικής, της αλβανικής, της βλαχικής και της σλαβικής συνέκλιναν νότια της Καστοριάς, στην περιοχή των λιμνών Αχρίδας, Πρεσπών και Ορεστειάδας, οι πόλεις της οποίας αποτελούσαν κέντρα γλωσσικού εξελληνισμού.[2] Τους χρόνους του Αλή πασά και της Ελληνικής Επανάστασης ελληνόφωνοι και ελληνοφωνήσαντες αλβανόφωνοι μετακινήθηκαν προς τα ανατολικά από την Ήπειρο και την Αλβανία και δημιούργησαν ή ενίσχυσαν ελληνόφωνα χωριά, όπως στα νοτιοδυτικά της Καστοριάς.[3]

Ανατολικά αυτής της περιοχής, η ελληνοφωνία περιοριζόταν στην παραλιακή ζώνη της περιοχής (τα νότια τμήματα της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας), ενώ η ζώνη ομιλίας της σλαβικής εκτεινόταν προς νότο ως τα πεδινά της Ημαθίας και της Θεσσαλονίκης.[4] Όριο της ελληνοφωνίας και της σλαβοφωνίας αποτελούσε μια νοητή γραμμή που από το Γράμμο διερχόταν νοτίως της Καστοριάς, βορείως της Κοζάνης και της Βέροιας, νοτίως της Έδεσσας και των Γιαννιτσών, και κατέληγε στην περιοχή των εκβολών του Αξιού, στη Θεσσαλονίκη.[5] Στην περιοχή βορείως αυτής της νοητής γραμμής επικρατούσε η σλαβοφωνία, ενώ σε όλη την έκτασή της υπήρχαν ετερόγλωσσες νησίδες, θύλακες όπου ομιλούνταν τα τούρκικα, τα ελληνικά και τα βλάχικα.[6] Η πυκνότητα της ελληνοφωνίας βορείως αυτής της γραμμής δεν ήταν αντίστοιχη της απόστασης από αυτή, καθώς η ελληνική είχε ισχυρότερη παρουσία σε περιοχές που βρισκόταν βορειότερα, όπως η Ανατολική Ρωμυλία.[7]

Στην αλλόφωνη ενδοχώρα, τα αστικά κέντρα αποτελούσαν κέντρα ελληνοφωνίας, ενώ οι κάτοικοι της υπαίθρου ήταν κατά κανόνα σλαβόφωνοι.[8] Βορείως αυτής της νοητής γραμμής, πόλεις όπως η Καστοριά, η Νάουσα, το Μοναστήρι, ο Πρίλαπος, η Στρώμνιτσα, το Μελένικο, οι Σέρρες κ.ά. εξελλήνιζαν τους Βλάχους, Αλβανούς και Σλάβους χωρικούς που εγκαθίσταντο σε αυτές, σε μια διαδικασία στην οποία διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο οι μητροπόλεις και οι επισκοπές, τα εκκλησιαστικά και κοινοτικά σχολεία, καθώς και η αίγλη της ελληνοφωνίας, ως lingua franca του εμπορίου, και η οποία πραγματοποιούνταν με ταχύτερους ρυθμούς από την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και εξής.[9] Η πρόοδος, ωστόσο, αυτή της ελληνοφωνίας μεταξύ των αλλόγλωσων Χριστιανών της περιοχής δεν εξάλειψε την αλλοφωνία στα χωριά, όπου, με εξαίρεση τα μεγάλα βλαχοχώρια και όσα χωριά βρίσκονταν κοντά σε πόλεις, κατοικούσαν μικρές αμιγείς γλωσσικά κοινότητες, που δε μάθαιναν παρά όσες ελληνικές και τουρκικές λέξεις ήταν απαραίτητες για τις συναλλαγές τους.[10]

Ανατολικά του Αξιού, η ελληνική περιοριζόταν επίσης σε μια νότια στενή παράλια ζώνη, έως μια νοητή γραμμή που διερχόταν νοτίως του Κιλκίς και της Δράμας, καθώς και στις πόλεις και τα μεγάλα χωριά εν μέσω μιας αλλόφωνης ενδοχώρας.[11] Η εγγύτητα, ωστόσο, με την Κωνσταντινούπολη και ακμάζοντα ελληνικά κέντρα των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών είχε ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη πρόοδο της διάδοσης της ελληνοφωνίας σε σχέση με την περιοχή δυτικά του Αξιού.[12]

Οικονομία και κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ντόπιες γυναίκες του Κιρέτσκιοϊ (σημ. Ασβεστοχώρι).

Οι περισσότεροι σλαβόφωνοι των πεδινών και των οροπεδίων ήταν αγρότες που εργάζονταν σε τσιφλίκια, οργανωμένοι κάποιες φορές σε ζάντρουγκες. Στα ορεινά της δυτικής Μακεδονίας πολλοί ήταν υλοτόμοι, κτηνοτρόφοι ή κτίστες.[13] Οι Σλάβοι χωρικοί αποτελούσαν το κύριο μέρος του αγροτικού πληθυσμού της Μακεδονίας, ιδίως στις μεγάλης έκτασης ιδιοκτησίες στα πεδινά.[14] Στα ορεινά, ιδίως στα δυτικά, στην περιοχή του Μοναστηρίου, υπήρχαν ελεύθερα χωριά, οι κάτοικοι των οποίων ειδικεύονταν σε διάφορες τέχνες και περιόδευαν στη Βαλκανική π.χ. ως κτίστες ακολουθώντας ένα σύστημα γνωστό ως pecalba.[15] Ως τη δεκαετία του 1860 το νωρίτερο, οι οικονομικές δυσκολίες και η απασχόληση των παιδιών σε εργασίες δεν επέτρεπαν την τακτική λειτουργία σχολείων.[16] Στις αρχές του 20ου αιώνα η Μακεδονία ήταν μία περιοχή χωρίς ανεπτυγμένο οδικό δίκτυο και με περιοχές τελείως απομονωμένες η μια από την άλλη, με αξιόλογα εμπορικά κέντρα αλλά εξαθλίωση στην ύπαιθρο.[εκκρεμεί παραπομπή]}

Θρησκευτικά υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.[17] Η ταυτότητα ενός χωρικού καθοριζόταν με βάση την οικογένεια, το χωριό του, ίσως την περιοχή όπου κατοικούσε και έπειτα τη συμμετοχή στην πολιτικο-θρησκευτική κοινότητα του Ρουμ μιλλέτ.[18]

Σε παλαιότερους χρόνους οι σλαβόφωνοι προσδιορίζονταν ως «Σέρβοι», αλλά ως το 19ο αιώνα είχε επικρατήσει να ονομάζονται «Βούλγαροι».[19] Η γλώσσα τους ήταν γνωστή τότε ως «Βουλγαρική» και η χώρα που κατοικούσαν ονομαζόταν από τους δυτικούς λογίους «Μακεδονία».[20] Ενώ το 19ο αιώνα θεωρούνταν Βούλγαροι, προς το τέλος του αιώνα απαντάται συχνότερα ο ισχυρισμός ότι είναι Σέρβοι.[21] Η τρέχουσα χρήση του όρου «Βούλγαροι» είχε τη συνυποδήλωση του φτωχού, σλαβόφωνου χωρικού.[22] Για τους «Βούλγαρους», ιδίως για τους εργάτες στα τουρκικά τσιφλίκια στα πεδινά, είχε δημιουργηθεί μια στερεοτυπική εικόνα ως απολίτιστους χωρικούς.[23]

Αναμνηστικό δελτάριο από τη Θεσσαλονίκη. Επιχρωματισμένη φωτογραφία με "Βούλγαρους".

Οι αφηγήσεις των περιηγητών που επισκέφθηκαν την περιοχή της Μακεδονίας, όταν η διεκδίκηση της περιοχής της Μακεδονίας από αντιτιθέμενα εθνικά κινήματα προσείλκυσε την προσοχή εξωτερικών παρατηρητών, καταδεικνύουν όχι μόνο την ποικιλία των εθνοτήτων που κατοικούσαν στην περιοχή, αλλά και τη ρευστότητα της κατηγοριοποίησης και ταύτισης των κατοίκων.[24] Ο όρος «Ρωμιός» (τουρκικά: Rum, Ρουμ), που αναφέρεται τόσο στο σύνολο των Ορθόδοξων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όσο και στην κυριαρχία των ελληνόφωνων σε αυτό.[25] Στις πόλεις οι ελληνόφωνοι ασχολούνταν κυρίως με μικρής κλίμακας εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες.[26] Βλάχοι και Σλάβοι υιοθετούσαν την ελληνική κουλτούρα και επιγαμίες.[27] Η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας στο εμπόριο των Βαλκανίων και ο γλωσσικός εξελληνισμός των εμπόρων της περιοχής είχαν ως αποτέλεσμα ο όρος «Ρωμιός» να χρησιμοποιείται για να δηλώσει γενικά εμπόρους και τον πιο συνηθισμένο τύπο εμπόρου, το μπακάλη, ανεξαρτήτως της γλώσσας του.[28] Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας στερεοτυπικής εικόνας του «Ρωμιού» ως κατεξοχήν αστού, εμπόρου ή κληρικού που επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την ευφυία του για να εκμεταλλευτεί τους άλλους.[29] Η γλωσσοπολιτισμική και εργασιακή και κοινωνικo-οικονομική σημασία του όρου «Βούλγαρος» τον καθιστούσε συμβατό με τον όρο «Ρουμ», που είχε θρησκευτικό περιεχόμενο και δήλωνε το κοινωνικο-οικονομική θέση στην οποία στόχευε.[30]

Κατά την ώριμη φάση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, παρά την αλλοφωνία τους, οι Βούλγαροι δε θεωρούνταν αλλογενείς.[31] Ένα μέρος των σλαβοφώνων της Μακεδονίας συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση.[32] Αργότερα, σλαβόφωνοι εντάσσονταν στο ελληνικό έθνος, αν και στα μέσα του 19ου αιώνα ξεκίνησαν να παρατηρούνται περιπτώσεις όπως εκείνη του Γρηγόρη Σταυρίδη - Παρλίτσεφ και του Δημητρίου Μηλαντίνη που απομακρύνθηκαν από την ελληνική εθνική κοινότητα, ενώ αρχικά είχαν ενταχθεί σε αυτήν.[εκκρεμεί παραπομπή]

Εθνικοί ανταγωνισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δάσκαλοι και μαθητές στο Βουλγαρικό Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης (1888-89). Τρίτος καθιστός από αριστερά ο Γρηγόρης Σταυρίδης (Παρλίτσεφ).

Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο έκανε την εμφάνισή της στην περιοχή της Μακεδονίας ρωσική πανσλαβιστική προπαγάνδα υπέρ του βουλγαρικού εθνικισμού, που επωφελούνταν από τη γλώσσική και γεωγραφική εγγύτητα της περιοχής με τη Βουλγαρία.[33] Τις δεκαετίες του 1850 και 1860 πολλές κοινότητες εισήγαγαν τη χρήση της βουλγαρικής στην εκπαίδευση και την Εκκλησία παρά την εναντίωση των ελλήνων επισκόπων.[34] Το 1870 η Υψηλή Πύλη νομιμοποίησε τη Βουλγαρική Εξαρχία, που το 1872 αποσχίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.[35] Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας είχαν εμπλακεί στο εξαρχικό κίνημα από καταβολής του, αν και η ισχύς του ήταν μικρότερη στην περιοχή αυτή.[36] Παρότι τόσο η προώθηση τόσο της ελληνικής όσο και της βουλγαρικής εθνικής εκπαίδευσης είχε προχωρήσει στα αστικά κέντρα της περιοχής, στις αγροτικές περιοχές δε σημειώθηκε κάτι αντίστοιχο.[37]

Η διάκριση με τη μεγαλύτερη σημασία για τους Σλάβους χωρικούς παρέμενε εκείνη μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων επικυριάρχων.[38] Τα ζητήματα ταυτότητας γίνονταν κατανοητά στο πλαίσιο του ορθόδοξου Ρουμ Μιλλέτ που είχε διαμορφωθεί τους χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας.[39] Η διαίρεση μεταξή εξαρχικών και πατριαρχικών, που διεκδικούνταν ως «Βούλγαροι» και «Έλληνες» από τη Σόφια και την Αθήνα αντίστοιχα, αποτελούσε για τους χωρικούς της Μακεδονίας όχι μία απόλυτη εθνική διάκριση, αλλά ένα διαχωρισμό που εύκολα μπορούσαν να υπερβούν όταν πείθονταν ή αναγκάζονταν.[40] Για τους σλαβόφωνους χωρικούς το πιεστικό δίλημμα που έθετε η εθνική προπαγάνδα, της επιλογής μεταξύ του να είναι κανείς «Ρουμ» ή «Μπουλγκάρ», που από άλλους γινόταν αντιληπτή ως εθνική, από τους ίδιους τους χωρικούς αντιμετωπιζόταν ως επιλογή Εκκλησίας ή μιλλέτ.[41] Έτσι, μέλη της ίδιας οικογένεας μπορεί να ανήκαν σε διαφορετικές εθνικότητες, ενώ ολόκληρα χωριά μπορεί να άλλαζαν εθνικότητα αναλόγως της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των ένοπλων ομάδων ή της προσφοράς δωρεάν ή φτηνής εκπαίδευσης.[42] Η επιλογή μεταξύ της Εξαρχίας και του Πατριαρχείου οικονομικούς υπολογισμού, κοινωνικές αντιπαραθέσεις ως και προσωπικές εχθρότητες,[43] και οι σύγχρονοι παρατηρητές περιέγραφαν τα αντιμαχόμενα εθνικά στρατόπεδα με τους όρους «κόμμα», «παράταξις» και «μερίς».[44] [45] Η σύνταξη με τη Βουλγαρική πλευρά είχε να αντιμετωπίσει επιχειρήματα κοσμικά και υπερφυσικά.[46] Στηριζόταν, από την άλλη, στην υπόσχεση της μακροπρόθεσμης βελτίωσης της θέσης των χωρικών, τα αιτήματά τους για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, και κοινωνικές μέριμνες.[47]

Παρόλο που δεν υπάρχουν πολλά διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται ότι ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα οι περισσότερες αγροτικές κοινότητες της περιοχής ταλανίζονταν από διαιρέσεις μεταξύ φατριών με διαφορετική γεωγραφική προέλευση και κοινωνικών ομάδων.[48] Το β΄ μισό του 18ου και το 19ο αιώνα η αύξηση της ζήτησης αγροτικών προϊόντων από τη Δυτική Ευρώπη οδήγησε σε σημαντική άνοδο των εξαγωγών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.[49] Για την ανταπόκριση της αγροτικής παραγωγής στην εμπορική ζήτηση, επεκτάθηκαν τα τσιφλίκια, που ήταν προσανατολισμένα στην καλλιέργεια προϊόντων που προορίζονταν να διοχετευθούν στην αγορά. [50] Μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ τη δεκαετία του 1850 οι Χριστιανοί υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απέκτησαν το δικαίωμα της γαιοκτησίας[51] και όταν στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα τα τσιφλίκια παρήκμασαν, οι τούρκοι ιδιοκτήτες τους τα πούλησαν σε Έλληνες και Εβραίους αστούς εμπόρους, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της θέσης των ακτημόνων εργατών και των φτωχών χωρικών.[52]

Οι μικροϊδιοκτήτες των ελεύθερων χωριών, που καλλιεργούσαν προϊόντα όπως ο καπνός, δέχτηκαν τις επιπτώσεις της εμπορευματοποίησης της γεωργίας, που οδήγησε σε αύξηση της ανισότητας στο εσωτερικών των κοινοτήτων: οι τζορμπατζήδες, εύποροι που αναλάμβαναν και το ρόλο του έμπορου, του φοροσυλλέκτη και του τοκογλύφου, ήλθαν σε αντίθεση με τους φτωχότερους χωρικούς. Στα περισσότερα χωριά δημιουργήθηκε ένα ελληνικό κόμμα, στο οποίο συνήθως ανήκαν οι τζορμπατζήδες, που ήλεγχαν την τοπική διοίκηση, είχαν καλές σχέσεις με τις οθωμανικές αρχές και ιδίως τον ελληνικό κλήρο και ένα βουλγαρικό.[53] Η επιδείνωση του οικονομικού και πολιτικού κλίματος οδήγησε πολλούς χωρικούς στη μετανάστευση, στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, στη Σερβία και την Ελλάδα, αλλά κυρίως στη Βουλγαρία, επιστρέφοντας από την οποία πολλοί γίνονταν προπαγανδιστές της Εξαρχίας.[54]

Μαθητές του ελληνικού σχολείου στη Ζουπάνιστα (σημ. Άνω Λεύκη) της Καστοριάς.

Μέχρι το 1878 η βουλγαρική προπαγάνδα σημείωσε προόδους μόνο βορείως της Αχρίδας, του Μοναστηρίου, και λιγότερο στην περιοχή του Κιλκίς και της Πελαγονίας.[55] Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου του 1878, το ελληνικό κράτος εγκατέλειψε την υποστήριξη επαναστατικών ανταρτικών κινήσεων με τη χρήση άτακτων ληστών και προσανατολίστηκε στην ενίσχυση της εθνικής εκπαίδευσης, του Πατριαρχείου, τη χρήση οικονομικών μέσων και τη συλλογή πληροφοριών.[56] Κατά την προσπάθεια ενίσχυσης των ελληνικών θέσεων αρχικά στηρίχθηκε στο αίσθημα πολιτισμικής υπεροχής, στην αυθεντία των επισκόπων, την εξελληνιστική δράση των σχολείων και τις επαφές με τις οθωμανικές αρχές.[57] Από το 1882 ξεκίνησαν να ιδρύονται προξενεία, που ήταν κέντρα ελληνικής εθνικής προπαγάνδας.[58]

Ένοπλη αναμέτρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σλαβόφωνος πατριαρχικός καπετάν Κώττας από τη Ρούλια της Φλώρινας και ο σλαβόφωνος εξαρχικός Αναστάς Γιάνκοφ από τη Ζαγορίτσανη συμμετείχαν στην εξέγερση του Ίλιντεν. Ο σλαβόφωνος πατριαρχικός καπετάν Κώττας από τη Ρούλια της Φλώρινας και ο σλαβόφωνος εξαρχικός Αναστάς Γιάνκοφ από τη Ζαγορίτσανη συμμετείχαν στην εξέγερση του Ίλιντεν.
Ο σλαβόφωνος πατριαρχικός καπετάν Κώττας από τη Ρούλια της Φλώρινας και ο σλαβόφωνος εξαρχικός Αναστάς Γιάνκοφ από τη Ζαγορίτσανη συμμετείχαν στην εξέγερση του Ίλιντεν.

Πέρα από την επιχείρηση κατάληψης πατριαρχικών εκκλησιών και την ίδρυση σχολείων, η εξαρχική μερίδα κατέφυγε και στην άσκηση τρομοκρατίας.[εκκρεμεί παραπομπή] Στην άσκηση βίας που αποτελούσε μέρος της ζωής των χωρικών, λόγω της διάδοσης της ληστείας στη Μακεδονία, που έθετε εν αμφιβόλω τη ζωή και την περιουσία τους, και των οθωμανών διωκτών των ληστών, προστέθηκε από το τέλος του 19ου αιώνα η δράση των κομιτατζήδων, των ανταρτών της ΕΜΕΟ.[59] Παρά την ύπαρξη ελληνίζοντος στοιχείου στα ελεύθερα χωριά της Μακεδονίας, εκεί βρήκαν την κύρια πηγή υποστήριξης οι Σλάβοι εθνικιστές και αυτά αποτέλεσαν τη σπονδυλική στήλη της εξέγερσης του Ίλιντεν τον Ιούλιο του 1903.[60] Το 1904 η τρομοκρατική δράση των ένοπλων ομάδων της ΕΜΕΟ εναντίον πατριαρχικών χωριών είχε ως αποτέλεσμα «ελάχιστοι τολμούν έτι να ελληνίζωσι.»[61] Στη βία κατέφυγε και η ελληνική πλευρά: από το 1903 και για τα επόμενα πέντε χρόνια οργανώθηκε η αποστολή ένοπλων ομάδων, κυρίως Κρητικών, στη Μακεδονία. Ενώ Βλάχοι και Βούλγαροι εθνικιστές έδιναν έμφαση στη γλώσσα ως κριτήριο εθνικότητας, οι Έλληνες υποστήριζαν ότι τέτοιου είδους αντικειμενικά κριτήρια είχαν λιγότερη σημασία από τα υποκειμενικά, δηλαδή την εθνική συνείδηση.[62] Καθώς οι σλαβόφωνοι χωρικοί δύσκολα έβρισκαν σημεία ταύτισης με έννοιες νέες για αυτούς, όπως η Ελλάδα και το ελληνικό έθνος, οι Έλληνες οπλαρχηγοί χρησιμοποιούσαν επιχειρηματολογία που αναφερόταν στη θρησκεία και το Χριστιανισμό.[63] Η ένταση της βίας που ασκούσαν οι ελληνικές ομάδες σε κάθε χωριό ήταν ανάλογη της πρόσδεσής του στην υπόθεση της Εξαρχίας.[64] Η μέριμνα των χωρικών για τη διατήρηση της ειρήνης και την εξασφάλιση της μικρής περιουσίας τους οδηγούσε στη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του εκάστοτε ισχυρού προκειμένου να μη γίνει το χωριό τους στόχος της βίας των ένοπλων ομάδων ή στη φιλοξενία Βουλγαρικών και Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων.[65] Τόσο άτομα όσο και κοινότητες ολόκληρες επεδείκνυαν προασμοστικότητα υπό την απειλή βίας ένοπλων ομάδων, αλλάζοντας την εθνική τους , όπως το απαιτούσαν οι κατά καιρούς περιστάσεις.[66]

«Ο έπαρχος της Καστοριάς έτρεξε την επόμενη άνοιξη για να αποκαταστήσει την τάξη, έκανε έρευνες στα σπίτια και μάζεψε όλα τα όπλα που βρήκε. Το χωριό είναι τώρα στο έλεος του πρώτου λήσταρχου που θα θελήσει να το πατήσει. Το κυνήγι όμως πια δεν αξίζει το μπαρούτι του∙ οι 200 λίρες που δόθηκαν στους Αλβανούς εκπροσωπούσαν τη συρμαγιά μιας γενεάς ολόκληρης∙ το μόνο που απομένει στα καλύβια πια είναι το χώμα και οι πλίθρες».
Βικτόρ Μπεράρ, Οδοιπορικό στη Μακεδονία 1890-1892. [67]
«Προχτές οι Βούλγαροι, γυρίζοντας τη νύχτα [στην Φλώρινα] από το Μοναστήρι (σημερινά Μπίτολα) , όπου είχαν πάει να δουν το δεσπότη τους, κατεχέρισαν κι έδεσαν με τα χειροπάδαρα το χαντζή · τρώγοντας τα ορνίθιά του και πίνοντας το κρασί του, τον κεντούσαν με τα μαχαίρια τους ((για να τον κάνουν να τραγουδήσει-sic)). Έβγαλαν τα μάτια από τα πολύχρωμα πορτρέτα Ελλήνων ηρώων, πρωθυπουργών και πατριαρχών που σκεπάζουν τους τοίχους. Έριξαν στη φωτιά το βασιλιά Γεώργιο, τον Τρικούπη και τη βασίλισσα Όλγα και μάλιστα, παίρνοντας το Γαμβέτα για Έλληνα «πατριώτη», τον καταξέσχισαν. [Και αυτοπαρηγορείται]: Ο χαντζής (πανδοχέας) ελπίζει ότι η Γαλλία δε θ΄αργήσει να εκδικηθεί για την προσβολή αυτή».
Βικτόρ Μπεράρ,
Οδοιπορικό στη Μακεδονία 1890-1892. [68]

.

Ενσωμάτωση στα εθνικά κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διανομή των βαλκανικών κτήσεων της οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου.

Η περιοχή της Μείζονος Μακεδονίας με τη Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) τριχοτομήθηκε κατά 52,4% στην Ελλάδα, 38% στη τότε Σερβία και 9,6% στη Βουλγαρία, ενώ στη Θράκη με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (1919) παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία το 52% και το υπόλοιπο 48% μετά την λήξη της Μικρασιατικής εκστρατείας διαμορφώθηκε σε 11% για την Ελλάδα και 37% για την Τουρκία.[69]

Μετά τη λήξη των Βαλκανικών και την επακολουθήσασα Συνθήκη του Βουκουρεστίου (Ιουλ. 1913) σημειώθηκαν αθρόες μετακινήσεις όπως από το Μελένικο, τη Στρώμνιτσα με συμπάγεια ελληνικού πληθυσμού, το Μοναστήρι (Μπίτολα), Κρούσεβο, αλλά και αντιστρόφως προς τη Βουλγαρία και στη συνέχεια με το Πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ (1924) περί αμοιβαίας και εθελουσίας ανταλλαγής πληθυσμών. Κατά το Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η Βουλγαρία ως σύμμαχος του άξονα εισήλθε και πάλι στη Δυτική Μακεδονία με αποτέλεσμα οι εκτεθέντες να μετακινηθούν κυρίως προς τη Γιουγκοσλαβία μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρ. 1945). Κατά τη διάρκεια του Ελληνικού εμφύλιου πόλεμου 1946-49 διαχωρίστηκαν και πάλι σε Σλαβομακεδόνες του ΔΣΕ, όπως ο ίδιος τους αποκαλούσε στα πλαίσια της εξισορρόπησης των βουλγαρογιουγκοσλαβικών αντιπαραθέσεων και συμφερόντων[70] και σε Σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας. Στις αθρόες μετακινήσεις πρέπει να συνυπολογιστούν και τα παιδιά που φυγαδεύτηκαν τον Μάιο του 1948 που στην συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν από τη Δυτική Μακεδονία. Από αυτά 11.500 παρέμειναν στη Γιουγκοσλαβία, όπου κατέληξαν και πολλά άλλα Σλαβομεκεδονόπουλα από άλλες σοσιαλιστικές χώρες.[71]Μαζικές όμως μετακινήσεις (7.500 περ. σλαβομακεδόνες) παρατηρήθηκαν τον Ιούνιο του 1949, όταν το ΚΚΕ στη ρήξη Τίτο και Στάλιν τάχθηκε υπέρ του δεύτερου[72] και μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου (Αύγ. 1949). Έτσι, για παράδειγμα, μεταξύ των απογραφών 1940 και 1950 λαμβάνοντας υπόψη και τις ρευστοποιήσεις των περιουσιών των φυγάδων[73] στη Χαλάρα Καστοριάς σημειώθηκε μείωση του πληθυσμού κατά 263 άτομα ήτοι ποσοστό 62%, στη Μεταμόρφωση Καστοριάς 189 κάτοικοι ήτοι ποσοστό 59,8%, ενώ κάποια χωριά όπως το Ποιμενικό Καστοριάς και η Περικοπή Φλώρινας που πυρπολήθηκαν έμειναν ακατοίκητα.

Στις μέρες μας, αρχές του 21ου αιώνα, όσοι απέμειναν εντός ελλαδικού χώρου ως δίγλωσσοι, όπως οι Αρβανίτες και οι Βλάχοι αποτελούν πλέον μια πληθυσμιακή ομάδα[ασαφές][εκκρεμεί παραπομπή]. Ο ακριβής αριθμός δεν μπορεί να υπολογισθεί λόγω έλλειψης στατιστικών στοιχείων κυρίως, αλλά και εξαιτίας επιμειξιών και της αστυφιλίας που παρατηρήθηκε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Υπολογίζονται στις μέρες μας από 10.000- 20.000.[74]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κολιόπουλος 2003, σελ. 17-19
  2. Κολιόπουλος 2003, σελ. 80
  3. Κολιόπουλος 2003, σελ. 101-103
  4. Gounaris 1995, σελ. 410-1, Κολιόπουλος 2003, σελ. 80-1.
  5. Γούναρης 1994, σελ. 211-212, Κολιόπουλος 2003, σελ. 104, 16.
  6. Γούναρης 1994, σελ. 211-212, Κολιόπουλος 2003, σελ. 81
  7. Κολιόπουλος 2003, σελ. 17
  8. Κολιόπουλος 2003, σελ. 16, Gounaris 1995, σελ. 410-1
  9. Κολιόπουλος 2003, σελ. 87 Κολιόπουλος 2003, σελ. 104-5
  10. Κολιόπουλος 2003, σελ. 81-82
  11. Γούναρης 1994, σελ. 211-212, Κολιόπουλος 2003, σελ. 16-17, 111-112
  12. Κολιόπουλος 2003, σελ. 111-112
  13. Γούναρης 1994, σελ. 212.
  14. Vermeulen 1984, σελ. 234.
  15. Vermeulen 1984, σελ. 234.
  16. Γούναρης 1994, σελ. 212-213.
  17. Γούναρης 1994, σελ. 213.
  18. Vermeulen 1984, σελ. 231.
  19. Γούναρης 1994, σελ. 212.
  20. Κολιόπουλος 2003, σελ. 149
  21. Vermeulen 1984, σελ. 234.
  22. Vermeulen 1984, σελ. 234.
  23. Vermeulen 1984, σελ. 235.
  24. Vermeulen 1984, σελ. 226.
  25. Vermeulen 1984, σελ. 228, 227.
  26. Vermeulen 1984, σελ. 231-2.
  27. Vermeulen 1984, σελ. 232.
  28. Vermeulen 1984, σελ. 232.
  29. Vermeulen 1984, σελ. 233.
  30. Vermeulen 1984, σελ. 234-235.
  31. Κολιόπουλος 2003, σελ. 146-7
  32. Γούναρης 1994, σελ. 213.
  33. Γούναρης 1994, σελ. 214.
  34. Vermeulen 1984, σελ. 239.
  35. Γούναρης 1994, σελ. 214.
  36. Vermeulen 1984, σελ. 239.
  37. Gounaris 1995, σελ. 416
  38. Livanios 1999, σελ. 198.
  39. Livanios 1999, σελ. 199.
  40. Livanios 1999, σελ. 197.
  41. Vermeulen 1984, σελ. 239.
  42. Vermeulen 1984, σελ. 240.
  43. Livanios 1999, σελ. 197.
  44. Gounaris 1995, σελ. 420
  45. Γούναρης 1993, σελ. 201
  46. Vermeulen 1984, σελ. 240.
  47. Vermeulen 1984, σελ. 240.
  48. Gounaris 1995, σελ. 415
  49. Vermeulen 1984, σελ. 229.
  50. Vermeulen 1984, σελ. 230.
  51. Gounaris 1995, σελ. 416
  52. Vermeulen 1984, σελ. 240-241.
  53. Vermeulen 1984, σελ. 240, 245.
  54. Vermeulen 1984, σελ. 241-2.
  55. Γούναρης 1994, σελ. 214.
  56. Γούναρης 1994, σελ. 214.
  57. Vermeulen 1984, σελ. 241-2.
  58. Vermeulen 1984, σελ. 244.
  59. Livanios 1999, σελ. 201.
  60. Vermeulen 1984, σελ. 241.
  61. Livanios 1999, σελ. 202.
  62. Vermeulen 1984, σελ. 244.
  63. Livanios 1999, σελ. 215-216.
  64. Livanios 1999, σελ. 215-217.
  65. Livanios 1999, σελ. 205.
  66. Gounaris 1995, σελ. 414-415
  67. Βικτόρ Μπεράρ, Οδοιπορικό στη Μακεδονία (1890-1892), Σ. 362, εκδ. Τροχαλία, 1987
  68. Βικτόρ Μπεράρ, Οδοιπορικό στη Μακεδονία (1890-1892),σ. 357 εκδ. Τροχαλία, 1987
  69. ΙΕΕ, τόμ. ΙΔ
  70. Σπυρίδων Σφέτας (Α.Π.Θ.), Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Μια επώδυνη διαδικασία.
  71. Κρις Γουντχάουζ, Struggle (Αγώνας) σ. 248, όπου παρατίθεται περίληψη άρθρου του Kirjazovski στην εφημερίδα του Βελιγραδίου Μπόρμπα, 3 Μαρτίου 1949
  72. Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων, τόμ. Β΄, εκδ. Βάνιας σ. 297 ISBN 960288-039-2
  73. Ιάκωβος Μηχαηλίδης, Μετακινήσεις Σλαυοφώνων πληθυσμών 1912-1930, εκδ. ΚΡΙΤΙΚΗ 2003, ISBN 960-218-305-8
  74. *Politics, power, and the struggle for democracy in South-East Europe, Karen Dawisha, Bruce Parrott, Cambridge University Press, 1997, ISBN 0-521-59733-1, pp. 268-269.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαβάστε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]