Σερέτσε Χάμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σερέτσε Χάμα
Seretse Khama photo.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1  Ιουλίου 1921[1]
Σερόουε
Θάνατος 13  Ιουλίου 1980[2][1]
Γκαμπορόνε
Αιτία θανάτου καρκίνος στο πάγκρεας
Συνθήκες θανάτου φυσικά αίτια
Χώρα πολιτογράφησης Μποτσουάνα
Θρησκεία Καθολικισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Αγγλικά[3]
Σπουδές Πανεπιστήμιο του Φορτ Χερ
Κολλέγιο Μπάλιολ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πολιτικός
δικηγόρος
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/Κίνημα δημοκρατικό κόμμα της Μποτσουάνα
Οικογένεια
Σύζυγος Ruth Khama
Τέκνα Ίαν Χάμα
Tshekedi Khama II
Γονείς Sekgoma II και Tebogo Kebailele[4]
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Πρόεδρος της Μποτσουάνα (1966–1980)
Prime Minister of Botswana (1965–1966)
Βραβεύσεις Ταξιάρχης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας
Βραβείο Νάνσεν (1978)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Σερ Σερέτσε Χάμα (Sir Seretse Khama, 1921-1980) ήταν πολιτικός από την Μποτσουάνα και πρώτος πρόεδρος της χώρας από τότε που έγινε ανεξάρτητη (1966) ως το θάνατό του, το 1980. Ο γιος του, Ίαν έγινε πρόεδρος της χώρας το 2008.

Πρώτα χρόνια και εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Σερόουε της σημερινής Μποτσουάνας (τότε προτεκτοράτο της Μπετσουαναλάνδης) την 1η Ιουλίου 1921. Υπήρξε γιος του Σεγκόμα Χάμα Β΄ , ανώτατου φυλάρχου του λαού των Μπαμανγκουάτο και εγγονός του Βασιλιά τους, Χάμα Γ΄. Το όνομα "Seretse" σημαίνει “πηλός που συνενώνεται” και δόθηκε σε αυτόν για να εορταστεί η συμφιλίωση ανάμεσα στον πατέρα και στον παππού του. Το 1925 ο ηλικιωμένος πατέρας του απεβίωσε και ο μικρός Σερέτσε έγινε ο ίδιος βασιλιάς kgosi, σε ηλικία 4 ετών, με αντιβασιλέα το θείο του, Τσεκέντι Χάμα.

Τα περισσότερα από τα χρόνια της παιδικής του ηλικίας, ο Χάμα τα έζησε στη Νότια Αφρική, όπου εκπαιδεύτηκε σε σχολεία. Ταξίδεψε επίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο και επί έναν χρόνο έκανε σπουδές στο Κολέγιο Μπαλιόλ, της Οξφόρδης. Το 1946 εγγράφηκε στο Ίννερ Τεμπλ (Inner Temple) του Λονδίνου και ακολούθησε Νομικές Σπουδές.

Γάμος και εξορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο του 1947 ο Χάμα γνώρισε τη Ρουθ Γουίλιαμς, μια Αγγλίδα τραπεζική υπάλληλο της Lloyd's of London και έπειτα από έναν χρόνο δεσμού, παντρεύτηκαν. Ο γάμος μεταξύ των εκπροσώπων διαφορετικών φυλών πυροδότησε οργή και αντιδράσεις από την κυβέρνηση του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική και από τους μεγαλύτερους σε ηλικία φυλάρχους των Μπαμανγκουάτο. Όταν έμαθε για το γάμο, ο θείος του Χάμα, Τσεκέντι, απαίτησε την επιστροφή του νεαρού στη Μπετσουαναλάνδη και την ακύρωση του γάμου. Ο Χάμα επέστρεψε στο Σερόουε αλλά έπειτα από σειρά δημοσίων συναντήσεων (kgotlas) επιβεβαιώθηκε εκ νέου ως βασιλιάς από τους πρεσβύτερους φυλάρχους. Ο θείος του παραδέχθηκε την ήττα του και έφυγε από τη Μπετσουαναλάνδη, ενώ ο Χάμα έφυγε ξανά στο Λονδίνο, για να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Ωστόσο, οι διεθνείς αντιδράσεις για το γάμο του δεν είχαν κοπάσει. Η Νότια Αφρική και το ρατσιστικό καθεστώς της δεν ανεχόταν να έχει ένα ζευγάρι διαοφρετικών φυλών να κυβερνά στα σύνορά της. Έτσι, άσκησε πιέσεις στη Βρετανία, καθώς τότε η Μπετσουαναλάνδη ήταν βρετανικό προτεκτοράτο, με σκοπό να αφαιρεθεί η εξουσία από το Χάμα. Η κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία ήταν χρεωμένη εξαιτίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δεν μπορούσε να απωλέσει το φτηνό χρυσό και τα αποθέματα ουρανίου από τη Νότια Αφρική. Επιπλέον, υπήρχε ο φόβος ότι η Νότια Αφρική θα αντιδρούσε αμέσως και βίαια, με στρατιωτική επέμβαση ή επιβολή κυρώσεων στην Μπετσουαναλάνδη.[5][6] Ως αποτέλεσμα αυτών, η βρετανική κυβέρνηση ξεκίνησε έρευνα για τις συνθήκες υπό τις οποίες απέκτησε την εξουσία ο Χάμα. Το πόρισμα της έρευνας έκρινε ικανό μεν για την εξουσία το Χάμα, ωστόσο λόγω του ατυχή γάμου του[7] η κυβέρνηση αποφάσισε να αφαιρεθεί η εξουσία του Χάμα και να εξοριστεί ο ίδιος μαζί με τη σύζυγό του, το 1951. Η νέα συντηρητική κυβέρνηση του 1952 αποφάσισε η εξορία αυτή να είναι μόνιμη.

Επιστροφή στην πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολούθησαν διαμαρτυρίες από πλευράς εθνικιστικών και κομμουνιστικών κύκλων, αλλά και από οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι διαδηλώσεις έφτασαν και στην ίδια τη Βρετανία, που κατηγορήθηκε για ρατσισμό και πολλοί ζητούσαν την παραίτηση του αρμόδιου υπουργού, Λόρδου Σώλσμπερι.[8]

Το 1956 επιτράπηκε στο ζευγάρι να επιστρέψει από την εξορία του, αλλά ως απλοί πολίτες. Ο Χάμα προσπάθησε ανεπιτυχώς να γίνει κτηνοτρόφος βοοειδών και κατήλθε στην τοπική πολιτική. Το 1957 εξελέγη μέλος του τοπικού συμβουλίου. Τρία χρόνια μετά, διαγνώστηκε με διαβήτη.

Το 1961 ίδρυσε το εθνικιστικό Δημοκρατικό Κόμμα της Μπετσουαναλάνδης (BDP), το οποίο σημείωσε σαρωτική νίκη στις εκλογές του 1965. Ο Χάμα έγινε πλέον πρωθυπουργός και ασκούσε πιέσεις για την ανεξαρτησία της χώρας. Το 1965 ψηφίστηκε Σύνταγμα και σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση, Ακολούθησε η ανεξαρτησία, στις 30 Σεπτεμβρίου 1966. Ο Χάμα έγινε ο πρώτος πρόεδρος της χώρας, η οποία πλέον ονομαζόταν Μποτσουάνα. Την ίδια χρονιά η Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου έχρισε τον Χάμα Ιππότη του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Προεδρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της η Μποτσουάνα ήταν πολύ φτωχή χώρα και αναγκάστηκε σε δανεισμό από τη Βρετανία. Ο Χάμα μερίμνησε να ανακάμψει η οικονομία με στροφή προς τις εξαγωγές (βοδινό κρέας, χαλκός και διαμάντια). Το σχετικό πρόγραμμα της κυβέρνησης ενισχύθηκε και από την ανακάλυψη το 1967 αποθεμάτων από πολύτιμα ορυκτά. Αποτέλεσμα ήταν ότι η Μποτσουάνα είχε από το 1966 ως το 1980 την ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία στον κόσμο. Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων αυτών δαπανήθηκαν για έργα υποδομής και για τη βελτίωση των συνθηκών υγείας και εκπαίδευσης. Παράλληλα λήφθηκαν δραστικά και αυστηρά μέτρα κατά της πολιτικής διαφθοράς.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο πρόεδρος Χάμα επέτρεψε στις ριζοσπαστικές οργανώσεις της Ροδεσίας να χρησιμοποιήσουν την Μποτσουάνα ως βάση για επιδρομές κατά της κυβερνούσας λευκής μειοψηφίας.[9] Λίγο πριν το θάνατό του, ο Χάμα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο για τον τερματισμό του Εμφυλίου Πολέμου στη Ροδεσία και για τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους της Ζιμπάμπουε.

Θάνατος και κηδεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χάμα παρέμεινε πρόεδρος μέχρι το θάνατό του, από καρκίνο του παγκρέατος, στις 13 Ιουλίου 1980, οπότε και τον διαδέχθηκε ο αντιπρόεδρός του, Κουέτ Μαζίρε. Η σορός του Χάμα εκτέθηκε σε δημόσιο προσκύνημα και 40.000 άνθρωποι απέτισαν φόρο τιμής στη μνήμη του ηγέτη τους. Θάφτηκε σε οικογενειακό τάφο στο λόφο του Σερόουε, στην Κεντρική Επαρχία.[10]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Seretse-Khama. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. (Γαλλικά) BNF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12022657z. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. (Γαλλικά) BNF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12022657z. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  4. 4,0 4,1 www.oxforddnb.com/view/10.1093/ref:odnb/9780198614128.001.0001/odnb-9780198614128-e-31311.
  5. Redfern, John (1955). «An appeal». Ruth and Seretse: "A Very Disreputable Transaction". London: Victor Gollancz, σελ. p221. « Στην πραγματικότητα η Νοτιαφρικανική Ένωση μπορούσε να επιβάλλει κυρώσεις οποιαδήποτε στιγμή.» 
  6. Rider, Clare (2003). «The "Unfortunate Marriage" of Seretse Khama». The Inner Temple Yearbook 2002/2003. Inner Temple. Ανακτήθηκε στις 06-08-2006.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια) "Under the provisions of the South Africa Act of 1909, the Union laid claim to the neighbouring tribal territories and, as the Secretary of State for Commonwealth Relations pointed out to the Cabinet in 1949, the 'demand for this transfer might become more insistent if we disregard the Union government's views'. He went on, 'indeed, we cannot exclude the possibility of an armed incursion into the Bechuanaland Protectorate from the Union if Serestse were to be recognised forthwith, while feeling on the subject is inflamed'."
  7. Rider, Clare (2003). «The "Unfortunate Marriage" of Seretse Khama». The Inner Temple Yearbook 2002/2003. Inner Temple. Ανακτήθηκε στις 06-08-2006.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια) "Since, in their opinion, friendly and co-operative relations with South Africa and Rhodesia were essential to the well-being of the Bamangwato Tribe and the whole of the Protectorate, Serestse, who enjoyed neither, could not be deemed fit to rule. They concluded: 'We have no hesitation in finding that, but for his unfortunate marriage, his prospects as Chief are as bright as those of any native in Africa with whom we have come into contact'."
  8. Redfern, John (1955). «The mean marquis». Ruth and Seretse: "A Very Disreputable Transaction". London: Victor Gollancz, σελ. p189. «Some sections of the press attacked him, the Daily Express with especial force: ... "For the nation's good, Lord Salisbury's first deed as Commonwealth Relations Secretary should be his last."» 
  9. 65 Robert Mugabe and the Betrayal of Zimbabwe
  10. Tlou, Thomas. Parsons, Neil; Henderson, Willie (1995). Seretse Khama, 1921–1980. Braamfontein: Macmillan Boleswa, σελ. 391-2. ISBN 99912-60-31-5. 

Περαιτέρω βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

The definitive biography, "Seretse Khama" was written by Neil Parsons, Willie Henderson and Thomas Tlou in 1995

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Seretse Khama της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).