Σίβυλλα (τραγωδία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Σίβυλλα είναι η δεύτερη τραγωδία του Άγγελου Σικελιανού. Γράφτηκε το καλοκαίρι του 1940 ( λίγους μήνες πριν τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ) και δημοσιεύθηκε το 1944 σε τρεις συνέχειες στο περιοδικό Νέα Εστία.[1]

Πλοκή και σχόλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεντρικό επεισόδιο του έργου είναι η επίσκεψη του Νέρωνα στο μαντείο των Δελφών, προκειμένου να λάβει χρησμό από την Σίβυλλα, ιέρεια του Μαντείου, και οι αντιδράσεις της τελευταίας. Το έργο, σε αντίθεση με το πρώτο του, τον «Διθύραμβο του Ρόδου», είναι μια ολοκληρωμένη τραγωδία ειδολογικά και δομικά: με διακριτά και πλήρη κατά ποσόν (τόσο διαλογικά, όσο και χορικά) και κατά ποιόν (εξέχοντα εδώ είναι ο μύθος και οι χαρακτήρες) μέρη. Τα επίκαιρα για την εποχή τους μηνύματα αντίστασης απέναντι στην επερχόμενη λαίλαπα και αναζήτησης της ελευθερίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας μέσα από αγώνα, που το έργο μεταφέρει, δίνονται μέσω ενός πυκνότατου δραματουργικά και με λεπτό τρόπο επεξεργασμένου δικτύου συμβολικών σχέσεων, επιδράσεων και επιρροών από το αρχαίο δράμα. Πλήθος μοτίβων και κειμενικών (λεκτικών ή νοηματικών) αντιστοιχιών μπορούν να εντοπιστούν στην «Σίβυλλα» υπό την επίδραση –ρητή ή υπόρρητη- της αρχαίας τραγωδίας (ενδεικτικά: ο τρόπος που απεικονίζεται η τοπιογραφία των Δελφών απηχεί τους τρόπους συγκεκριμένων τραγωδιών πάνω στο ίδιο θέμα).

Η Σίβυλλα (και τα γύρω απ’ αυτήν πρόσωπα) ως προφήτις, επίσης, εκφράζει και συμβολίζει το ελληνικό πνεύμα και συνείδηση απέναντι τόσο στην ρωμαϊκή τραχύτητα (θεώρηση που προκύπτει από τον μύθο ειδωμένο στα στοιχεία της εποχής του), όσο και στο πνεύμα του κατακτητή (αλληγορική θεώρηση, που στηρίζεται στις ιστορικές συνθήκες συγγραφής του έργου).[2]

Στο έργο εκφράζονται προσωπικές ιδέες του Σικελιανού, διανοητικά σύγχρονες της εποχής τους, που όμως δίνονται μέσα από το θεατρικό ένδυμα της αρχαίας τραγωδίας και των κατηγοριών που παραδοσιακά το τραγικό φέρει (θρησκευτικές, ψυχολογικές κι άλλες). Βαρύνουσας σημασίας για την κατανόηση του έργου είναι οι έννοιες της «μαντοσύνης» (της μαντικής τέχνης ως μιας εσώτερης δύναμης, ανώτερης πνευματικά από τις υπόλοιπες εσωτερικές δυνάμεις του κάθε ανθρώπου), ιδιότητα που ως μυθικό πρόσωπο και σύμβολο φέρει ακέραια η Σίβυλλα, και του συγκερασμού του απολλώνιου και του διονυσιακού στοιχείου (η ατομική, λογική-σώφρων, προφητική, ένθεη λατρεία του Απόλλωνος σε συνδυασμό με την συλλογική, βακχική-ξέφρενη, εκστατική, χαρούμενη λατρεία του Διονύσου, λατρείες που βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση πριν από την έλευση του Διονύσου στους Δελφούς).[2][3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Θεόδωρος Ξύδης, «Οι τραγωδίες του Σικελιανού», περ. Νέα Εστία, τ. 90, τχ. 1056, 1η Ιουλίου 1971, σ. 847 - 848.
  2. 2,0 2,1 Θεόδωρος Ξύδης, 1971, σ. 848.
  3. Γιώργος Βαρθαλίτης, «Απολλώνια Μανία», Ο καθρέφτης της Ηρωδιάδος. (Κέντρωνες για τη λογοτεχνία), «Ευθύνη»/ Αναλόγιο λγ΄, Αθήνα 2011, σ. 63 - 68.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]