Ρονίν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ξυλογραφία από τον δεξιοτέχνη του ουκίγιο-ε Utagawa Kuniyoshi που απεικονίζει τον διάσημο rōnin Miyamoto Musashi, την ώρα που του λένε τη μοίρα του.
Ξυλογραφία ουκίγιο-ε φιλοτεχνημένη από τον Yoshitoshi που απεικονίζει τον Oishi Chikara, έναν από τους σαράντα επτά <i id="mwFg">rōnin</i>

Οι rōnin («γυρολόγοι» ή «περιπλανώμενοι»)[1] [2] ήταν αδέσποτοι σαμουράι, χωρίς κύριο ή αφέντη, κατά τη διάρκεια της φεουδαρχικής περιόδου (1185-1868) της Ιαπωνίας. Ένας σαμουράι γινόταν α-δέσποτος μετά τον θάνατο του κυρίου του ή μετά την απώλεια της εύνοιας ή του προνομίου του αφέντη του.[3]

Στη σύγχρονη ιαπωνική του χρήση, μερικές φορές ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν μισθωτό υπάλληλο που είναι άνεργος ή έναν απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που δεν έχει ακόμη εισαχθεί στο πανεπιστήμιο.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη rōnin σημαίνει κυριολεκτικά "άνθρωπος του κύματος". Πρόκειται για ιδιωματική έκφραση, που δηλώνει τον "αλήτη" ή τον "περιπλανώμενο", κάποιον που δεν έχει σπίτι. Ο όρος προέρχεται από τις περιόδους Nara και Heian, όταν αναφερόταν σε έναν δουλοπάροικο που είχε αποδράσει ή είχε εγκαταλείψει τη γη του κυρίου του. Στη συνέχεια, ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται για τους σαμουράι που δεν είχαν κύριο. (Εξ ου και ο όρος "άνθρωπος του κύματος" που απεικονίζει κάποιον που είναι κοινωνικά αδέσμευτος, όπως ένα καράβι στη θάλασσα).  

Κοινωνική Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Bushido Shoshinshu («ο κώδικας του πολεμιστή»), ένας σαμουράι έπρεπε να διαπράξει seppukuχαρακίρι, «κοπή κοιλιάς», μια μορφή τελετουργικής αυτοκτονίας) κατά την απώλεια του κυρίου του. Όποιος επέλεγε να μην τιμήσει τον κώδικα ήταν «μόνος του» και βιώνε μεγάλη ντροπή. Το ανεπιθύμητο καθεστώς του ρονίν ήταν κυρίως μια μορφή κοινωνικής διάκρισης που επιβλήθηκε από άλλους σαμουράι και από τους daimyō, τους φεουδάρχες άρχοντες.

Όπως και οι άλλοι σαμουράι, ο ρονίν έφερε δύο σπαθιά.[4] Οι ρονίν χειρίζονταν επίσης και άλλα όπλα. Ορισμένοι ρονίν — συνήθως όσοι δεν διέθεταν τα απαραίτητα χρήματα — έφεραν Bo (ένα ραβδί μήκους μεταξύ 1,50 και 1,80 μέτρων ) ή (μικρότερο ραβδί ή μπαστούνι μήκους 1,0 - 1,50 μέτρου) ή, τέλος, ένα yumi (τόξο). Τα περισσότερα όπλα αντιστοιχούσαν στο ryū (σχολή πολεμικών τεχνών), στο οποίο είχαν φοιτήσει.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου Edo, με το άκαμπτο ταξικό σύστημα και τους νόμους του σόγκουν, ο αριθμός των ρονίν αυξήθηκε σημαντικά. Η κατάσχεση των φέουδων κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του τρίτου σόγκουν, του Ιεμίτσου της δυναστείας Tokugawa, οδήγησε σε μια ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση των ρονίν. Μέχρι τότε, οι σαμουράι είχαν τη δυνατότητα να μετακινούνται μεταξύ κυρίων και ακόμη και μεταξύ επαγγελμάτων. Μπορούσαν επίσης να παντρευτούν γυναίκες από άλλες τάξεις. Ωστόσο, κατά την περίοδο Εdo, οι σαμουράι περιορίστηκαν, και τους απαγορεύτηκε, προπαντός, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε άλλον αφέντη, χωρίς την άδεια του προηγούμενου κυρίου τους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Rōnin, Japanese warrior». Encyclopædia Britannica. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2009. 
  2. /ˈrnɪn/
  3. Barry Till, "The 47 Ronin: A Story of Samurai Loyalty and Courage", 2005, pg. 11
  4. history, Kallie Szczepanski Kallie Szczepanski has a Ph D. in; College, Has Taught at the; U.S, high school level in both the; Korea. «What Was a Ronin in Feudal Japan?». ThoughtCo (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.