Ριμπολίτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ribollita toscana.JPG
Προέλευση
Τόπος προέλευσηςΙταλία
ΠεριοχήΤοσκάνη (Διαμέρισμα της Πίζας , Φλωρεντία και Αρέτσο)
Πληροφορίες
Κύρια συστατικάποικιλία λάχανου
μαύρο λάχανο
φασόλια
ψωμί
λάδι
ντομάτες
πατάτες
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π)


Η ριμπολίτα (ιταλικά: Ribollita ‎) είναι ένα πιάτο που προέρχεται από την τυπική σούπα μπαγιάτικου ψωμιού και λαχανικών που παραδοσιακά παρασκευάζεται σε αρκετές περιοχές της Τοσκάνης, και ειδικά στη Πίζα , στη Φλωρεντία  και στο Αρέτσο . Είναι ένα τυπικό "φτωχό" πιάτο αγροτικής προέλευσης, το όνομα του οποίου προέρχεται από το γεγονός ότι κάποτε οι αγρότες μαγείρευαν μεγάλη ποσότητα (κυρίως τις Παρασκευές, όντας πιάτο άπαχο) και έτσι ήταν βρασμένο στο τηγάνι για τις επόμενες μέρες, γι΄αυτό και πήρε και το όνομα “ribollita” ξαναβρασμένη , επειδή η γνήσια σούπα ζεσταίνεται δυο φορές, αλλιώς θα ήταν μία συνηθισμένη σούπα ψωμιού και λαχανικών (που δεν πρέπει να συγχέεται με τη σούπα ψωμιού).

Όπως όλες οι άλλες σούπες λαχανικών έτσι και η ριμπολίτα γίνεται ολοένα και πιο νόστιμη κάθε φορά που βράζεται ξανά.

Τα βασικά συστατικά είναι το μαύρο λάχανο και τα φασόλια (borlotti , toscanelli ή cannellini ). Η  ριμπολίτα είναι ένα πιάτο χειμερινό ημι-στερεό. Για να γίνει καλύτερη η σούπα είναι απαραίτητο το μαύρο λάχανο να “έχει πάρει πάγο”, να έχει περάσει δηλαδή, ένα ή δύο χειμερινούς παγετούς, ώστε να μαλακώσουν τα φύλλα.

Το καλύτερο είναι να “βράσει” η σούπα σε ξυλόφουρνο, ωστόσο και σε ένα βαθύ τηγάνι ή με ένα διπλό πάτο χάλυβα-χαλκού ή χάλυβα-αλουμινίου για να μην κολλήσει και καεί.

Μπορεί να προστεθεί στην ριμπολίτα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμυδάκι.

Στην κουζίνα της Τοσκάνης υπήρχε επίσης μια καλοκαιρινή σούπα ψωμιού, λιγότερο διαδεδομένη σήμερα, στην οποία το μαύρο λάχανο αντικαταστάθηκε από πατάτες , ενώ η τελική εμφάνιση είναι  φανερά πιο υγρή, κάνοντάς την να μοιάζει περισσότερο σε μια σούπα.

Τα πρώτα ίχνη αυτής της συνταγής χρονολογούνται από το 1910 στο βιβλίο L'arte cucinaria in Italia του Alberto Cougnet .