Ρευματοειδής παράγοντας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ως ρευματοειδής παράγοντας ορίζεται η μέθοδος εργαστηριακής διάγνωσης της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Ως ρευματοειδής παράγοντας (Rheumatoid Factor ή RF) ορίζεται το σύνολο των αυτααντισωμάτων έναντι του Fc της ανοσοσφαιρίνη IgG. Ανακαλύφθηκε το 1940 από τον Waaler και πήρε την ονομασία RF από τον Pike το 1949. Ανήκει κυρίως στις ανοσοσφαιρίνες IgM, μπορεί όμως να είναι και ανοσοφαιρίνη IgG ή Ανοσοσφαιρίνη A, ακόμα και IgΕ ή IgD. Το Fc κλάσμα (επίτοπος) είναι το τμήμα του αντισώματος που συνδέεται με τα λευκοκύτταρα. H παραγωγή RF οφείλεται στο ότι κατά την ένωση του αντιγόνου με την ανοσοσφαιρίνη IgG, το μόριο της IgG υφίσταται κάποια αλλοίωση κατά την οποία αλλάζει η στερεοδιάταξη του μορίου με αποτέλεσμα να αποκαλύπτονται συγκεκαλυμμένοι επίτοποι και έτσι η τροποποιημένη IgG δρα ως αυτοαντιγόνο προκαλώντας την παραγωγή αντισωμάτων.[1]

Ασθένειες όπου ανιχνεύεται ο RF[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρευματοειδής παράγοντας ανιχνεύεται στο 65-85% περίπου των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η οποία ανήκει στα αυτοάνοσα νοσήματα. Με τον όρο αυτοάνοσα νοσήματα ορίζεται η ομάδα των νοσημάτων κατά τα οποία ο οργανισμός αναγνωρίζει τα δικά του αντιγόνα σαν ξένα και διεγείρει το ανοσοποιητικό σύστημα με σκοπό την παραγωγή αντισωμάτων έναντι αυτών. Πιο συγκεκριμένα στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, ο οργανισμός παράγει αντισώματα κατά των ανοσοσφαιρινών του ή κατά των πρωτεϊνών του αρθρικού χόνδρου.

Αυτοάνοσα νοσήματα με ανιχνεύσιμο RF[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νοσήματα με ανιχνεύσιμο RF[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις
    1. Υποξεία βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα
    2. Νόσος του Χάνσεν
    3. Σύφιλη
    4. Φυματίωση
    5. Νόσος Lyme
  2. Ιογενή νοσήματα
    1. Ερυθρά
    2. CMV λοίμωξη
    3. Λοιμώδης μονοπυρήνωση
    4. Γρίπη
  3. Παρασιτικά νοσήματα
    1. Συχνή η ύπαρξη υπεργαμμασφαιριναιμίας
    2. Πολυκλωνική Β-κυτταρική ενεργοποίηση
  4. Χρόνια φλεγμονώδη νοσήματα
    1. Σαρκοείδωση
    2. Πνευμονική διάμεση νόσος
    3. Παθήσεις ήπατος
    4. Περιοδοντική νόσος
  5. Άλλα Αυτοάνοσα νοσήματα
    1. Σύνδρομο Sjogren’s
    2. Μικτή κρυοσφαιριναιμία
    3. Υπεργαμμασφαιρινική πορφύρα
    4. Συστηματικός Ερυθρηματώδης Λύκος
    5. Ρευματοειδής Αρθρίτιδα

Νεοπλάσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τελική διάγνωση δίνεται από τα κλινικά ευρήματα. Η μέτρηση του Ρευματοειδούς παράγοντα γίνεται συνήθως στον ορό του ασθενούς. Μπορεί όμως να ζητηθεί και για το αρθρικό υγρό καθώς και σε άλλα υγρά, όπως πλευριτικό ή περικαρδιακό[2][3]

Μέθοδοι προσδιορισμού RF[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μέθοδοι προσδιορισμού του ρευματοειδή παράγοντα που έχουν χρησιμοποιηθεί από παλιά είναι οι συγκολλητινοαντιδράσεις και κυρίως η αντίδραση Latex. Χρησιμοποιούνται σωματίδια Latex καλλυμένα με IgG ανοσοσφαιρίνη και αναζητείται στον ορό του αίματος αντίσωμα έναντι της IgG (δηλαδή ρευματοειδή παράγοντα). Τα αντιδραστήρια που προμηθεύονται τα εργαστήρια από το εμπόριο περιλαμβάνουν θετικό και αρνητικό μάρτυρα. Η αντίδραση γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή, αλλά κατά βάση η τεχνική και η αξιολόγηση είναι περίπου ίδιες. Η δοκιμή βγαίνει θετική στο 80 – 90% των πασχόντων από ρευματοειδή αρθρίτιδα. Επίσης βγαίνει θετική σε υψηλά ποσοστά στο Σύνδρομο Sjogren’s και σε χαμηλότερα ποσοστά σε άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, στο σκληρόδερμα κ.α. Μπορεί να βγει θετική και σε μερικούς ασθενείς που πάσχουν από οξείες και χρόνιες λοιμώξεις (όπως ιογενείς λοιμώξεις, λέπρα, φυματίωση κ.α.), σε νεοπλάσματα, αλλά και σε μικρό ποσοστό φυσιολογικών ατόμων, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας. Στις μέρες μας όμως, ως μέθοδος εκλογής προτιμάται η Νεφελομετρία, η οποία έχει μεγαλύτερη ευαισθησία και ειδικότητα από την αντίδραση Latex ενώ μπορεί να δώσει και ποσοτικά αποτελέσματα (τιμές αναφοράς < 10 IU/mL). Η συγκολλητινοαντίδραση και η νεφελομετρία ανιχνεύουν τον IgM Ρευματοειδή παράγοντα. Οι άλλοι Ρευματοειδείς παράγοντες ανιχνεύονται με την μέθοδο ELISA ή με ραδιοανοσολογικές μεθόδους και ζητούνται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις.[4][5] Η εξέταση του ρευματοειδούς παράγοντα ζητείται συνήθως μαζί με την εξέταση CRP αφού και αυτή ως πρωτεΐνη οξείας φάσεως αυξάνει ραγδαία στα πρώιμα στάδια της νόσου.[6][7]

Τεχνική ημιποσοτικής δοκιμασίας Ra test ή RF test[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εκτελούνται πρώτα σε μία σειρά σωληναρίων υποδιπλάσιες αραιώσεις του εξεταζόμενου ορού 1:20 1:40 1:80 1:160 1:320.
  2. Μια σταγόνα από τη κάθε αραίωση μεταφέρεται πάνω στην πλάκα.
  3. Προστίθεται από μια σταγόνα του αντιδραστηρίου Latex, γίνεται η αντίδραση όπως περιγράφεται παραπάνω και στη συνέχεια διαβάζεται το αποτέλεσμα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Καρκαλούσος Π, Εργαστηριακές ασκήσεις ανοσολογίας - θεωρητικό μέρος, Έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2012.
  2. Wilson D. Rheumatoid factors in patients with rheumatoid arthritis. Can Fam Physician 2006; 52:180-1.
  3. Γερμενης Α, Ιατρική Ανοσολογία, Εκδόσεις Παπαζήση.
  4. Turgeon Μ, Immunology & Serology in Laboratory Medicine, Second Edition.
  5. Καρακάση – Γαρδούνη Α, Κατσούλης Χ, Μιχαηλίδης Σ. Ανοσολογία. Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, έκδοση Β’ 2003.
  6. Παυλάτου Μ, Ανοσολογία, Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας, β’ έκδοση.
  7. Παυλάτου Μ, Ανοσολογία, Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας, γ’ έκδοση.