Πραξικόπημα του 1954 στη Γουατεμάλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πραξικόπημα του 1954 στη Γουατεμάλα
Ψυχρός Πόλεμος
President Eisenhower and John Foster Dulles in 1956.jpg
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (αριστερά, απεικονίζεται εδώ το 1956) με τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Φόστερ Ντάλες, τον οργανωτή του πραξικοπήματος.
Χρονολογία18–27 Ιουνίου 1954
ΤόποςΓουατεμάλα
ΣτόχοιΑνατροπή της κυβέρνησης
ΜέθοδοιΣτρατιωτικό πραξικόπημα
ΈκβασηΔικτακτορία/Κυβέρνηση ΗΠΑ/Στρατιωτική νίκη
  • Ανατροπή Τζάκομπο Αρμπένζ
  • Τέλος της Επανάστασης στη Γουατεμάλα
  • Στρατιωτική χούντα αναλαμβάνει την εξουσία
Αντιμαχόμενοι

Flag of Guatemala.svgΚυβέρνηση της Γουατεμάλας

  • Στρατός της Γουατεμάλας

Flag of Guatemala.svg Εξόριστοι αντάρτες της Γουατεμάλας

  • Στρατός της Γουατεμάλας (ομάδες)

Υποστηρίζεται από:
Flag of the United States.svg Ηνωμένες Πολιτείες

Ηγετικά πρόσωπα
Flag of Guatemala.svg Τζάκομπο Άρμπενζ
Flag of Guatemala.svg Κάρλος Ενρίκε Ντίαζ
Δυνάμεις
  • 5.000 στρατιώτες
  • 2.500 πολιτοφύλακες
  • 480 επαναστάτες
  • Πολλά αεροσκάφη
Απολογισμός
  • 2+ σκοτώθηκαν
  • 1+ αιχμάλωτοι
  • 1 φορτηγό πλοίο καταστράφηκε
  • 113 σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν
  • 60 συλλήψεις (στο Ελ Σαλβαδόρ)
  • Πολλά αεροσκάφη καταρρίφθηκαν

Το πραξικόπημα του 1954 στη Γουατεμάλα, (ισπανικά: 1954 Guatemalan coup d'état‎) με την κωδική ονομασία Operation PBSuccess, ήταν μια μυστική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε από την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (CIA) που καθαίρεσε τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της Γουατεμάλας Τζάκομπο Αρμπένζ και τερμάτισε την επανάσταση της Γουατεμάλας του 1944–1954. Εγκατέστησε τη στρατιωτική δικτατορία του Κάρλος Καστίγιο Αρμάς, του πρώτου από μια σειρά αυταρχικών ηγετών που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ στη Γουατεμάλα.

Η Επανάσταση της Γουατεμάλας ξεκίνησε το 1944, μετά από μια λαϊκή εξέγερση που ανέτρεψε τη στρατιωτική δικτατορία του Χόρχε Ούμπικο.[1][2][3] Ο Χουάν Χοσέ Αρεβάλο εξελέγη πρόεδρος στις πρώτες δημοκρατικές εκλογές της Γουατεμάλας. Εισήγαγε έναν κατώτατο μισθό και προχώρησε σε δημοκρατικές μεταρυθμίσεις. Τον Αρεβάλο διαδέχτηκε το 1951 ο Αρμπένζ, ο οποίος θέσπισε αγροτικές μεταρρυθμίσεις που παραχωρούσαν ιδιοκτησία σε ακτήμονες αγρότες.[4] Η επανάσταση της Γουατεμάλας δεν άρεσε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία είχε μια προδιάθεση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου να την βλέπει ως κομμουνιστική.[5] Αυτή η αντίληψη αυξήθηκε μετά την εκλογή του Αρμπένζ και την επίσημη νομιμοποίηση του κομμουνιστικού Κόμματος Εργασίας της Γουατεμάλας.

Η πολυεθνική εταιρεία Ενωμένη Εταιρεία Φρούτων (αγγλ.:United Fruit Company), της οποίας η εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση είχε επηρεαστεί από το τέλος των εκμεταλλευτικών εργασιακών πρακτικών στη Γουατεμάλα, συμμετείχε σε μια εκστρατεία επιρροής των λόμπι προκειμένου να πείσει τις ΗΠΑ να ανατρέψουν την κυβέρνηση της Γουατεμάλας. [6][7][8][9] Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν εξουσιοδότησε την "Επιχείρηση PBFortune" για την ανατροπή του Αρμπένζ το 1952, αν και η επιχείρηση ματαιώθηκε γρήγορα, γρήγορα αντικαταστάθηκε από την "Επιχείρηση PBSuccess".

Ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ το 1952, υποσχόμενος να ακολουθήσει μια πιο σκληρή γραμμή κατά του κομμουνισμού. Οι δεσμοί που είχαν τα μέλη του επιτελείου του Τζον Φόστερ Ντάλες και ο αδερφός του, Άλεν Ντάλες με την Ενωμένη Εταιρεία Φρούτων τους προδιάθεσαν επίσης να δράσουν εναντίον της κυβέρνησης της Γουατεμάλας. Επιπλέον, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ έβγαλε βιαστικά συμπεράσματα σχετικά με την έκταση της κομμουνιστικής επιρροής μεταξύ των συμβούλων του Αρμπένζ.[10][11] Ο Αϊζενχάουερ εξουσιοδότησε τη CIA να πραγματοποιήσει την "Επιχείρηση PBSuccess" τον Αύγουστο του 1953.

Η CIA εξόπλισε, χρηματοδότησε και εκπαίδευσε μια δύναμη 480 ανδρών με επικεφαλής τον Κάρλος Καστίγιο Άρμας. Το πραξικόπημα είχε προηγηθεί από τις προσπάθειες των ΗΠΑ να ασκήσουν κριτική και να απομονώσουν τη Γουατεμάλα διεθνώς. Η δύναμη του Καστίγιο Άρμας εισέβαλε στη Γουατεμάλα στις 18 Ιουνίου 1954, υποστηριζόμενη από μια έντονη εκστρατεία ψυχολογικού πολέμου.[12] Αυτό περιελάμβανε έναν ραδιοφωνικό σταθμό που μετέδιδε αντικυβερνητική προπαγάνδα και μια εκδοχή στρατιωτικών γεγονότων ευνοϊκών για την εξέγερση, που ισχυριζόταν ότι ήταν γνήσια[13], καθώς και αεροπορικούς βομβαρδισμούς της πόλης της Γουατεμάλας και ναυτικό αποκλεισμό. Η δύναμη εισβολής τα πήγε άσχημα στρατιωτικά και οι περισσότερες από τις επιθέσεις της ηττήθηκαν. Ωστόσο, ο ψυχολογικός πόλεμος και ο φόβος μιας εισβολής των ΗΠΑ φόβισαν τον στρατό της Γουατεμάλας, η οποία τελικά αρνήθηκε να πολεμήσει. Ο Αρμπένζ προσπάθησε για λίγο και ανεπιτυχώς να οπλίσει αμάχους για να αντισταθούν στην εισβολή, προτού παραιτηθεί στις 27 Ιουνίου.[14] Ο Καστίγιο Αρμάς έγινε πρόεδρος δέκα ημέρες αργότερα, μετά από διαπραγματεύσεις στο Σαν Σαλβαδόρ.

Περιγραφόμενο ως το οριστικό θανατηφόρο χτύπημα για τη δημοκρατία στη Γουατεμάλα, το πραξικόπημα επικρίθηκε ευρέως διεθνώς και ενίσχυσε το μακροχρόνιο αντιαμερικανικό αίσθημα στη Λατινική Αμερική. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει το πραξικόπημα, η CIA ξεκίνησε την "Επιχείρηση PBHistory", η οποία αναζήτησε στοιχεία για τη σοβιετική επιρροή στη Γουατεμάλα μεταξύ των εγγράφων της εποχής του Αρμπένζ. Ωστόσο η προσπάθεια απέτυχε. Ο Καστίγιο Αρμάς ανέλαβε γρήγορα δικτατορικές εξουσίες, απαγορεύοντας τα κόμματα της αντιπολίτευσης, φυλακίζοντας και βασανίζοντας πολιτικούς αντιπάλους[15] και ανατρέποντας τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της επανάστασης. Ακολούθησαν σχεδόν τέσσερις δεκαετίες εμφυλίου πολέμου, καθώς οι αριστεροί αντάρτες πολέμησαν τα διαδοχικά αυταρχικά καθεστώτα που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ, των οποίων οι ωμότητες περιλαμβάνουν μια γενοκτονία του λαού των Μάγια.[16][17][18]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Forster 2001, σελίδες 12–15.
  2. Gleijeses 1991, σελίδες 10–11.
  3. Streeter 2000, σελίδες 10–11.
  4. Immerman 1982, σελίδες 64–67.
  5. Immerman 1982, σελίδες 82–100.
  6. Jiménez 1985, σελίδες 149–151.
  7. McCleary 1999, σελ. 10.
  8. Streeter 2000, σελ. 1.
  9. Figueroa Ibarra 2006, σελ. 400.
  10. Cullather 2006, σελίδες 14–28.
  11. Gleijeses 1991, σελ. 228.
  12. Kornbluh 1997.
  13. Schlesinger & Kinzer 1999, σελ. 166.
  14. Gleijeses 1991, σελ. 390.
  15. Bartrop & Jacobs 2015, σελ. 963.
  16. McAllister 2010, σελίδες 276–281.
  17. Castañeda 2005, σελ. 90.
  18. Navarro 1999.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]