Πορδιστής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Διαγωνισμός πορδιστών σε ιαπωνικό χειρόγραφο του 1864

Ο πορδιστής είναι τύπος ψυχαγωγού ή κωμικού του οποίου η παράσταση αποτελείται αποκλειστικά ή κυρίως από την απελευθέρωση εντερικών αερίων (πορδές) με δημιουργικό, μουσικό, ή διασκεδαστικό τρόπο.[1]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχει πλήθος ιστορικών αναφορών για αρχαίους και μεσαιωνικούς πορδιστές, οι οποίοι ήταν σε θέση να πέρδονται με διαφορετικούς ρυθμούς και ένταση ελέγχοντας κατάλληλα το σώμα τους. Ο Άγιος Αυγουστίνος κατά τον 4ο αιώνα στη θεολογική πραγματεία του με τίτλο De Civitate Dei (Η πόλη του Θεού) ανέφερε πως κάποια άτομα είχαν τέτοιο έλεγχο του σώματος τους ώστε μπορούσαν να απελευθερώνουν αέρια συνεχώς και κατά βούληση, με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουν την εντύπωση πως τραγουδάνε.[2] Το 1522, ο λόγιος της Βαλένθια Ιωάννης Λουδοβίκος Βιβές (Ioannes Lodovicus Vives) στον σχολιασμό που έγραψε για το έργο του Αυγουστίνου, επιβεβαίωσε πως και ο ίδιος υπήρξε μάρτυρας αυτού του ιδιαίτερου φαινομένου.[3] Την αναφορά αυτή την αναπαρήγαγε και ο συγγραφέας Μισέλ ντε Μονταίν κατά τον 16ο αιώνα,[4] αλλά και ο ζωγράφος του 20ού αιώνα Σαλβαντόρ Νταλί, ο οποίος ήταν και ο ίδιος ενθουσιώδης ερασιτέχνης πορδιστής.[5][6]

Οι επαγγελματίες πορδιστές της μεσαιωνικής Ιρλανδίας ονομάζονταν μπρέιγκετοϊρ (braigetoír), και περιλαμβάνονται μαζί με άλλων τύπων ψυχαγωγούς και μουσικούς στο σχεδιάγραμμα του 12ου αιώνα με την ονομασία Τεχ Μιντσούαρντα (Tech Midchúarda) το οποίο περιγράφει την διάταξη της μεσαιωνικής αίθουσας δεξιώσεων. Ως κατάταξη, οι πορδιστές βρισκόταν κάτω από τους βάρδους, ποιητές και μουσικούς.[7][8]

Ένας άλλος προβεβλημένος δεξιοτέχνης του είδους υπήρξε και ο Ρολάνδος ο Πορδιστής, ο οποίος αναγράφεται στο αγγλικό καταστατικό του 13ου αιώνα με τίτλο Liber Feodorum (βιβλίο οφειλών), πως είχε ανταμειφθεί από τον βασιλιά της Αγγλίας με ιδιοκτησία γης για τις υπηρεσίες του. Ωστόσο σταδιακά, η τέχνη της πόρδισης δεν περιοριζόταν μονάχα στους κύκλους της αριστοκρατίας. Στο αγγλικό αλληγορικό ποίημα του 14ου αιώνα Piers Plowman, η πόρδιση απαριθμείται ως μια από τις επιθυμητές ικανότητες τις οποίες θα πρέπει να κατέχει ένας καλός ψυχαγωγός, μαζί με την αφήγηση, παίξιμο του βιολιού, ή το παίξιμο της άρπας.[9]

Άπω ανατολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ιαπωνία κατά την διάρκεια της περιόδου Έντο (1603-1868), οι πορδιστές ονομάζονταν χεπίρι οτόκο (放屁男, άνθρωποι που κλάνουν).[10]

Ιαπωνικές παραστάσεις του 1864, με λεπτομερείς αναπαραστάσεις πορδιστών
Ιαπωνικές παραστάσεις του 1864, με λεπτομερείς αναπαραστάσεις πορδιστών

Νεότερη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τους πλέον διάσημους πορδιστές της νεότερης εποχής υπήρξε ο Γάλλος Λε Πετομάν, ο οποίος από τα τέλη του 19ου αιώνα και έως τα μέσα του 20ού, έδωσε πλήθος παραστάσεων, παρήγαγε ηχογραφήσεις, και ενέπνευσε πολλούς μελλοντικούς καλλιτέχνες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Le Pétomane:The Strange Life of a "Fartiste"
  2. «NPNF1-02. St. Augustine's City of God and Christian Doctrine - Christian Classics Ethereal Library». www.ccel.org. http://www.ccel.org/ccel/schaff/npnf102.iv.XIV.24.html. Ανακτήθηκε στις 2016-07-13. 
  3. Shipley, Joseph Twadell (2001-02-15). The Origins of English Words: A Discursive Dictionary of Indo-European Roots. JHU Press. ISBN 9780801867842. https://books.google.co.uk/books?id=m1UKpE4YEkEC&pg=PA310&lpg=PA310&dq=Juan+Luis+Vives+fart&source=bl&ots=L998MWStAe&sig=rneglHJaUb1bze3N6ETegf47KTY&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwibm729n-_NAhWJyRoKHSbTDwcQ6AEIJDAB#v=onepage&q=Juan%20Luis%20Vives%20fart&f=false. 
  4. Dawson, Jim (2011-01-26). Who Cut the Cheese?: A Cultural History of the Fart. Potter/TenSpeed/Harmony. ISBN 9780307778789. https://books.google.co.uk/books?id=dzXo09e488kC&pg=PA114&lpg=PA114&dq=michel+de+montaigne+fart&source=bl&ots=rUyU6ddBUg&sig=K8glLt8GBBJ1ByasGz93FtsAMkI&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwiFoOD4n-_NAhWElxoKHeU-DEQQ6AEIRzAJ#v=onepage&q=michel%20de%20montaigne%20fart&f=false. 
  5. «Art quote:: Dali on melodious farts | Contemporary Talks». contemporarytalks.com. http://contemporarytalks.com/art-quote-dali-on-melodious-farts/. Ανακτήθηκε στις 2016-07-13. 
  6. Sex, Surrealism, Dali and Me: The Memoirs of Carlos Lozano. Maximilian Thurlow. 2000-01-01. ISBN 9780953820504. https://books.google.co.uk/books?id=2cUoZHcFVCUC&pg=PT1&lpg=PT1&dq=salvador+dali+farting&source=bl&ots=tmJGHqU1o1&sig=iFOQuriBmZRzZVBQb8WpUU5sKe0&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwja9YrBoe_NAhXLWhoKHVPvDRE4ChDoAQg5MAU#v=onepage&q=salvador%20dali%20farting&f=false. 
  7. Collinson, Francis M. (1975). The bagpipe: the history of a musical instrument. Routledge, σελ. 73. ISBN 0-7100-7913-3. 
  8. Fletcher, Alan John (2001). Drama and the performing arts in pre-Cromwellian Ireland: a repertory of sources and documents from the earliest times until c. 1642. Boydell & Brewer, σελ. 468. ISBN 0-85991-573-5. 
  9. Peter Meredith, "The professional travelling players of the fifteenth century: myth or reality?" European Medieval Drama 2 (1998) 21-34. DOI 10.1484/J.EMD.2.300900
  10. «放屁男». Nihon Kokugo Daijiten (日本国語大辞典). Shogakukan. 

Σχετική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Valerie J. Allen; Broken Air Exemplaria (2004). ([1] PDF version)
  • G. Ramsey; A Breath of Fresh Air: Rectal Music in Gaelic Ireland in Archaeology Ireland Vol. 16, No. 1, pp. 22-23 (2002)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]