Πειραματικός σχεδιασμός εκτεταμένης ατομικής ανάλυσης της συμπεριφοράς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εκτεταμένη ατομική ανάλυση είναι η πειραματική μέθοδος η οποία περιλαμβάνει έναν μόνο συμμετέχοντα ή μια μόνο ομάδα συμμετεχόντων και έχει σκοπό τη διερεύνηση της επίδρασης μίας ή και περισσότερων πειραματικών συνθηκών σε κάθε συμμετέχοντα ξεχωριστά [1]. Με τη μέθοδο αυτή οι επιδράσεις των εξωγενών μεταβλητών ελέγχονται άμεσα μέχρι το επίπεδο της εξαρτημένης μεταβλητής που μελετάται να είναι σταθερό οπότε και ακολουθεί ο χειρισμός της ανεξάρτητης μεταβλητής [2]. Απόδειξη της αξιοπιστίας των επιδράσεων του πειραματικού χειρισμού αποτελεί η συστηματική χωροχρονική σχέση μεταξύ επιπέδων ανεξάρτητων και εξαρτημένων μεταβλητών [2] [3]. Η εκτεταμένη ατομική ανάλυση με άλλα λόγια, συμβάλλει στον προσδιορισμό αιτιωδών σχέσεων καθώς μελετά τις ατομικές διαφορές τις οποίες θεωρεί πολύ σημαντικές για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων και για τη δημιουργία πραγματικά ωφέλιμων αρχών [4]. Χρησιμοποιείται κυρίως από την πειραματική ανάλυση της συμπεριφοράς και από την εφαρμοσμένη ανάλυση της συμπεριφοράς αλλά και από άλλες επιστήμες με υποκείμενα ανθρώπινα και μη ανθρώπινα όντα. Οι σχεδιασμοί ΑΒΑ,πολλαπλού βασικού επιπέδου και μεταβαλλόμενου κριτηρίου αποτελούν πειραματικά σχέδια της εκτεταμένης ατομικής ανάλυσης[1] [2].

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έρευνα πάνω σε ένα μόνο υποκείμενο υπήρξε στα πρώτα βήματα της ψυχολογίας. Η μέθοδος της ενδοσκόπησης του Wundt, οι μελέτες του Ebbinghaus και τα πειράματα του Pavlov έγιναν με την χρήση μόνο ενός συμμετέχοντα[1]. O στατιστικός Ronald Fisher όμως σκοπεύοντας να διευκολύνει την γεωπονική έρευνα το 1935 άλλαξε έμμεσα την πορεία της ψυχολογικής έρευνας θέτοντας με τη δημοσίευση του βιβλίου του τις βάσεις για τη διεξαγωγή και ανάλυση πειραμάτων με πολλά υποκείμενα[1]. Από τότε άρχισαν όλοι οι ψυχολόγοι να χρησιμοποιούν τους σχεδιασμούς και τις στατιστικές διαδικασίες που ανέλυσε ο Fisher. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Skinner (1938)[5] που μαζί με τους μαθητές και τους συνεργάτες του ανέπτυξαν την προσέγγιση της πειραματικής ανάλυσης της συμπεριφοράς. Με τη μέθοδο αυτή γίνονταν πειράματα με έναν ή με λίγους μόνο συμμετέχοντες έτσι ώστε ένας οργανισμός να εξετάζεται λεπτομερώς σε υψηλά ελεγχόμενο περιβάλλον και να εξασφαλίζει έγκυρα και αξιόπιστα συμπεράσματα σχετικά με συγκεκριμένες πειραματικές συνθήκες[1]. Oι πειραματικοί σχεδιασμοί μεμονωμένης περίπτωσης που ο B.F. Skinner και οι συνεργάτες του ανέπτυξαν, τελειοποιήθηκαν από τον Sidman[6] και αναγνωρίστηκαν από την επιστημονική κοινότητα με την αύξηση της δημοτικότητας της θεραπείας της συμπεριφοράς[1].

Σχεδιασμός ΑΒΑ ή σχέδιο ανατροπής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτόν τον σχεδιασμό η συμπεριφορά του συμμετέχοντα στις πειραματικές συνθήκες συγκρίνεται με τη συμπεριφορά του πριν και μετά τον χειρισμό της ανεξάρτητης μεταβλητής[1]. Η φάση Α αποτελεί τη βασική φάση και αναφέρεται στην καταγραφή και στην αξιολόγηση της συμπεριφοράς που ο ερευνητής μελετά πριν την παρέμβαση δηλαδή πριν από τον χειρισμό των επιπέδων της ανεξάρτητης μεταβλητής[1][2]. Η φάση Β αποτελεί την φάση χειρισμού στην οποία ο ερευνητής παρεμβαίνει και ρυθμίζει τις περιβαλλοντικές συνθήκες έτσι ώστε να παρατηρήσει μια σημαντική και σταθερή αλλαγή στην συμπεριφορά. Αφού ολοκληρωθεί η φάση Β εφαρμόζεται ξανά η φάση Α που είναι η φάση ανατροπής (Ά). Σε αυτή τη φάση δηλαδή η ανεξάρτητη μεταβλητή επιστρέφει στο αρχικό της επίπεδο[1][2]. Η πρώτη και η τρίτη φάση συμβολίζονται με το ίδιο γράμμα επειδή σε αυτές τις δύο φάσεις τα επίπεδα της ανεξάρτητης μεταβλητής παραμένουν ίδια[2]. Η επαναφορά της συμπεριφοράς στο αρχικό επίπεδο (δηλαδή πριν την παρέμβαση) αποτελεί και τη μεγαλύτερη απόδειξη για την αξιοπιστία μιας παρατηρούμενης επίδρασης της ανεξάρτητης μεταβλητής[2][1]. Σχέδιο ανατροπής ονομάζεται γιατί μετά από διαφοροποίηση του επιπέδου της ανεξάρτητης μεταβλητής ανατρέπεται το αρχικό της επίπεδο[2]</ref>.

Σχεδιασμός πολλαπλού βασικού επιπέδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδιασμός στον οποίο αφού προηγηθεί η αξιολόγηση και καταγραφή των συμπεριφορών του βασικού επιπέδου με διαφορετική χρονική ακολουθία, η πειραματική συνθήκη εφαρμόζεται διαδοχικά στο ίδιο υποκείμενο ή σε αρκετά υποκείμενα σε διαφορετικές καταστάσεις[1]. Το πειραματικό σχέδιο στο οποίο η βασική φάση αλλάζει ως προς τη διάρκειά της για διαφορετικά υποκείμενα ονομάζεται πειραματικό σχέδιο πολλαπλού βασικού επιπέδου με διασταύρωση υποκειμένων. Αυτό το σχέδιο μελετά παράλληλα κατά πόσον μπορεί να γενικευτεί η λειτουργική σχέση μεταξύ των υποκειμένων[2]. Το πειραματικό σχέδιο στο οποίο μελετάμε βασικές επιδόσεις για δύο ή περισσότερες συμπεριφορές ταυτόχρονα στον ίδιο συμμετέχοντα και διαφοροποιούμε τις συνθήκες με παρόμοιο τρόπο σε διάφορες χρονικές περιόδους για την κάθε συμπεριφορά ονομάζεται πειραματικό σχέδιο πολλαπλού βασικού επιπέδου με διασταύρωση συμπεριφορών. Απόδειξη του κατά πόσο η σχέση μεταξύ μεταβλητών είναι λειτουργική αποτελεί η παρατήρηση οτι ο χειρισμός της ανεξάρτητης μεταβλητής έχει παρόμοια επίδραση πάνω στην εξαρτημένη σε διαφορετικές χρονικές στιγμές[2].

Σχεδιασμός μεταβαλλόμενου κριτηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδιασμός της εκτεταμένης ατομικής ανάλυσης στον οποίο ύστερα από την καταγραφή της συμπεριφοράς που ο ερευνητής μελετά εφαρμόζεται μια πειραματική συνθήκη η οποία συνεχίζεται σε διαδοχικές φάσεις παρέμβασης στις οποίες το αρχικό κριτήριο αυξάνεται σταδιακά[1]. Με άλλα λόγια η συμπεριφορά του υποκειμένου αλλάζει βαθμιαία προς το επιθυμητό επίπεδο μέσω της αλλαγής του κριτηρίου επιτυχίας κατά τη διάρκεια μιας αλληλουχίας εφαρμογών της πειραματικής συνθήκης[1].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 1,12 Christensen L.B.(2007). Η πειραματική μέθοδος στην επιστημονική έρευνα. Εκδόσεις: Παπαζήση
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 2,8 2,9 Μέλλον Ρ.(2007). Η ψυχολογία της συμπεριφοράς. Εκδόσεις: Τόπος
  3. Πανελλήνια κοινότητα ανάλυσης της συμπεριφοράς
  4. Μέλλον Ρ.(2003). Η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ πειραματικής και εφαρμοσμένης ψυχολογίας: Μεθοδολογικές προτάσεις για πειραματικούς ψυχολόγους. Επιστημονική Επετηρίδα της Ψυχολογικής Εταιρείας Βορείου Ελλάδος, 2ος τόμος, 203-226.
  5. B.F. Skinner (1938). The Behavior of Organisms: An Experimental Analysis. Cambridge, Massachusetts: B.F. Skinner Foundation
  6. Sidman, M. (1960). Tactics of scientific research: Evaluating experimental data in psychology. New York, NY: Basic Books. (Reprinted by Authors Cooperative, Boston, MA, 1988)