Μετάβαση στο περιεχόμενο

Παρμενίδης (Πλάτωνος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Παρμενίδης
ΣυγγραφέαςΠλάτων
ΤίτλοςΠαρμενίδης
ΓλώσσαΑρχαία ελληνικά
ΣειράΠλατωνικός διάλογος
ΧαρακτήρεςΣωκράτης
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Παρμενίδης ( Αρχαία Ελληνικά Παρμενίδης) είναι έργο γραμμένο σε μορφή διαλόγου από τον Έλληνα φιλόσοφο Πλάτωνα για την ενότητα και την πολλαπλότητα, το εν και το άπειρον. Αναπαράγει μια συνομιλία μεταξύ του δασκάλου του Πλάτωνα Σωκράτη και του φιλόσοφου Παρμενίδη, από τον οποίο πήρε το όνομα ο διάλογος, του μαθητή του Ζήνωνα από την Ελαία και ενός νεαρού ονόματι Αριστοτέλη, που δεν πρέπει να συγχέεται με τον ομώνυμο διάσημο φιλόσοφο. Ο ήδη ηλικιωμένος Παρμενίδης επισκέπτεται μαζί με τον Ζήνωνα την γενέτειρα του Σωκράτη την Αθήνα. Εμφανίζεται ως έμπειρος. Απέναντί του, ο Σωκράτης, μόλις δεκαεννέα ετών, εμφανίζεται ως μαθητής.

  • 1.     Εισαγωγή (126a – 127d)
  • 2.     Πρώτο Μέρος (127d – 135c): Η θεωρία των Ιδεών του νεαρού Σωκράτη
  • 3.     Δεύτερο Μέρος (135c – 166b): Η διαλεκτική άσκηση

1.     ΕΙΣΑΓΩΓΗ (126a – 127d)

Ο Κέφαλος, ένας φιλόσοφος με καταγωγή από τις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας, διηγείται τη μετάβασή του στην Αθήνα, όπου συναντήθηκε με δύο αδερφούς του Πλάτωνα, τον Γλαύκωνα και τον Αδείμαντα, κι αυτοί τον έφεραν σε επαφή με τον φιλοσοφικά καταρτισμένο Αθηναίο Αντιφώντα. Αυτός αφηγείται το πώς έγινε πριν από μερικά χρόνια η συνάντηση του Παρμενίδη και του Ζήνωνα με τον Σωκράτη, και τι ειπώθηκε ανάμεσά τους.

Ο Παρμενίδης και ο Ζήνων είναι δύο βασικοί εκπρόσωποι της Ελεατικής Σχολής. Πρόκειται πάντως για μια πλαστή συνάντηση, διότι δεν έχουμε καμία άλλη μαρτυρία ότι ο Ζήνων και ο Παρμενίδης επισκέφτηκαν ποτέ την Αθήνα. Η υποτιθέμενη αυτή συνάντηση και συζήτηση θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά γύρω στο 450 π.Χ., όταν ο Σωκράτης ήταν μόλις 19 ετών, ενώ ο Παρμενίδης περίπου 65 και ο Ζήνων περίπου 40 ετών.

2.     ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ (127d – 135c)

Η θεωρία των Ιδεών του νεαρού Σωκράτη

A)   Ο Σωκράτης επικρίνει το σύγγραμμα του Ζήνωνα και παρουσιάζει τη θεωρία του περί Ιδεών, μια θεωρία που ως γνωστόν δεν είναι σωκρατική, αλλά φτιάχτηκε από τον μαθητή του, τον Πλάτωνα (127d – 130b).

B)   Ο Παρμενίδης ασκεί αυστηρή κριτική στη θεωρία των Ιδεών. Οι αντιρρήσεις του έχουν ως εξής:

Β1) Πρόβλημα «συμμετοχής»: Κατά ποιον τρόπο συμμετέχουν τα αισθητά όντα στις Ιδέες;

-       Πρώτη απορία (130e – 131c): Συμμετέχουν χωρίς να χωρίζονται οι Ιδέες από τα αισθητά όντα, ή παραμένουν ως Ιδέες κάτι ξεχωριστό;

-       Δεύτερη απορία (131c-d): Κατανέμονται οι Ιδέες σε πολλά αισθητά όντα, ή παραμένουν ολόκληρες;

Β2) Υπάρχουν άραγε Ιδέες ακόμα και για τα «ταπεινά» όντα (π.χ. για τη λάσπη και για τις τρίχες); (130c)

B3) Το επιχείρημα του «τρίτου ανθρώπου»: Το πρόβλημα της ατέρμονης αναγωγής σε κάποια περαιτέρω Ιδέα (132a – 133b).

Β4) Η «πιο μεγάλη» δυσκολία (133b – 135c)

  • -       Πρώτη απορία: η οντολογική κατάσταση των Ιδεών (133b – 134a)
  • -       Δεύτερη απορία: η γνωσιακή προσέγγιση στις Ιδέες (134a-c)
  • -       Τρίτη απορία: η θεολογική διάσταση των Ιδεών (134c-e)
  • -       Συμπέρασμα: η σημασία της θεωρίας των Ιδεών (134e – 135c)

Το Πρώτο Μέρος στοχεύει προπάντων στο να αναδείξει τον προβληματικό χαρακτήρα της θεωρίας των Ιδεών.

3.     ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ (135c – 166d)

Η διαλεκτική άσκηση

Εδώ ο Παρμενίδης προσφέρει ένα πρότυπο διαλεκτικής έρευνας. Επιδεικνύει με υποθέσεις, τι είναι η διαλεκτική επιχειρηματολογία. Επιλέγει τη σχέση ανάμεσα σε δύο Ιδέες: «το Ένα – τα άλλα (= τα πολλά)». Η βασική δομή των υποθέσεων έχει ως εξής: «Αν το Ένα υπάρχει (ή δεν υπάρχει), τότε…». Πρόκειται για οκτώ τέτοιες υποθέσεις:

Πρώτη υπόθεση (137c – 142a): Αν το Ένα υπάρχει, τι σημαίνει αυτό για το Ένα;

  • -       Εδώ εξετάζεται μόνο το Ένα, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα άλλα όντα.
  • -       Το Ένα αναδεικνύεται σαν κάτι που δεν έχει μέρη, δεν κινείται, δεν είναι ούτε μέσα σε χρόνο ούτε βρίσκεται σε κάποιον τόπο. Επιπλέον είναι αμετάβλητο, απλό και ακατανόητο.
  • -       Γίνεται φανερό ότι το Ένα εμφανίζεται μόνο αρνητικά («αποφατικά»).

Δεύτερη υπόθεση (142b – 155e): Αν το Ένα υπάρχει ως σχετιζόμενο προς άλλα όντα, ποιες είναι οι ιδιότητές του;

  • -       Εδώ το Ένα εξετάζεται σαν κάτι υπαρκτό, που έχει κατ’ ανάγκη πολλές ιδιότητες.
  • -       Έτσι ιδωμένο το Ένα έχει μέρη, είναι μέσα σε τόπο και χρόνο, κινείται και στέκεται, είναι ταυτό και έτερο, όμοιο και ανόμοιο, εφαπτόμενο και μη-εφαπτόμενο, ίσο και άνισο, παλιότερο και νεότερο.
  • -       Έτσι όμως φανερώνεται ότι έχει αντιφατικές ιδιότητες, κι αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο.

Τρίτη υπόθεση (157b – 159b): Αν υπάρχουν και το Ένα και τα άλλα όντα, τι σημαίνει αυτό για τα άλλα ως προς το Ένα;

  • -       Τα άλλα σχετίζονται τότε με το Ένα: συμμετέχουν σ’ αυτό, αποτελούν μέρη του, και είναι άλλα (= διαφορετικά) από το Ένα.
  • -       Τα άλλα είναι τότε πεπερασμένα και άπειρα, όμοια και ανόμοια, τα αυτά και έτερα, κινούμενα και ακίνητα – κάτι που αναδεικνύει κι εδώ αντιφατικές ιδιότητες.
  • -       Προκύπτει επιπλέον το δυσεπίλυτο πρόβλημα: Σε ποια σχέση βρίσκεται τότε το Ένα προς τα πολλά;

Τέταρτη υπόθεση (159b – 160b): Αν το Ένα υπάρχει χωριστά από τα άλλα, τι σημαίνει αυτό για τα άλλα ως προς τον εαυτό τους;

  • -       Αυτή η υπόθεση οδηγείται σε αποκλεισμό της ύπαρξης των πολλών, γιατί τα πολλά υπάρχουν μόνο ως πολλές ενότητες.
  • -       Επιπλέον το δύο, το τρία κτλ. οφείλουν επίσης να αποκλειστούν, γιατί δεν μπορούν να υπάρχουν αν δεν υποτεθεί ως αρχή τους το Ένα.
  • -       Ούτε μπορούν τα άλλα να αποτελούνται από αντιθέσεις: άρα δεν είναι ούτε τα αυτά ούτε διαφορετικά, ούτε όμοια ούτε ανόμοια, ούτε κινούμενα ούτε ακίνητα.
  • -       Παρουσιάζεται μια απόλυτη απομόνωση του Ενός από τα άλλα, κι αυτό σημαίνει ότι το Ένα είναι και τα πάντα και ούτε καν ένα από αυτά, τόσο ως προς τον εαυτό του όσο και ως προς τα άλλα.

Πέμπτη υπόθεση (160b – 163b): Αν το Ένα δεν υπάρχει, τι συμβαίνει με το Ένα;

  • -       Εξετάζεται το μη-Ένα με ενδεχόμενη βάση τη μη-ύπαρξη.
  • -       Αν το Ένα δεν υπάρχει, πώς μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό και να το γνωρίζουμε ως μη-ον;
  • -       Έτσι προκύπτει ένας αδιέξοδος προβληματισμός για το «μη-ον», διότι το μη-ον-Ένα δεν μπορεί να είναι όμοιο με τον εαυτό του (όπως είναι τα άλλα), άρα το Ένα είναι και όμοιο και ανόμοιο, και ον και μη-ον, και αμετάβλητο και μεταβλητό.

Έκτη υπόθεση (163b – 164b): Αν το Ένα δεν υπάρχει, τι συμβαίνει σ’ αυτό ως προς τον εαυτό του;

  • -       Το Ένα ούτε υπάρχει ως αυτό το ίδιο ούτε μετέχει στην ουσία, ούτε κινείται ούτε ακινητεί, δεν είναι ούτε μεγάλο ούτε μικρό, ούτε όμοιο ούτε ανόμοιο· δεν μπορεί να του αποδοθεί κανένα κατηγόρημα.
  • -       Ως τέτοιο το Ένα είναι εντελώς ανέγνωρο και δεν μπορεί καν να έχει όνομα.

Έβδομη υπόθεση (164b – 165e): Αν το Ένα δεν υπάρχει, τι σημαίνει αυτό για τα άλλα ως προς το Ένα;

  • -       Τα άλλα είναι άλλα όχι πια προς το Ένα αλλά μεταξύ τους ως πλήθη.
  • -       Τα άλλα είναι και άπειρα και πεπερασμένα, φαίνεται ότι έχουν αριθμό αλλά δεν έχουν, φαίνονται και όμοια και ανόμοια με τον εαυτό τους και μεταξύ τους, και τα αυτά και έτερα μεταξύ τους, και εφαπτόμενα και χωριστά, και κινούμενα και στάσιμα.

Όγδοη υπόθεση (165e – 166b): Αν το Ένα δεν υπάρχει, τι σημαίνει αυτό για τα άλλα ως προς τον εαυτό τους;

  • -       Αυτός είναι ένας απόλυτος εκμηδενισμός: τα άλλα δεν είναι πολλά –ούτε ως ενότητα ούτε ως πληθώρα–, άρα δεν υπάρχουν.
  • -       Τότε όμως δεν μπορεί να τους αποδοθεί κανένα κατηγόρημα.
  • -       Τα άλλα ούτε υπάρχουν ούτε φαίνεται ότι υπάρχουν, ούτε ως ενιαία ούτε ως πολλαπλά, ούτε ως όμοια ούτε ως ανόμοια, ούτε ως αυτά τα ίδια ούτε ως άλλα.
  • -       Έτσι αποδομούνται τα πάντα· ακυρώνεται κάθε νοητική σύλληψη του κόσμου.

Ως τελικό συμπέρασμα προκύπτει η πρόταση: «Είτε το Ένα υπάρχει είτε δεν υπάρχει, αυτό το ίδιο και τα άλλα, και ως προς τον εαυτό τους και ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις, όλα και με κάθε τρόπο και υπάρχουν και δεν υπάρχουν, και φαίνονται και δεν φαίνονται» (166c). Καμία λοιπόν από τις υποθέσεις δεν είναι προτιμότερη από τις άλλες. Δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται για μια νοητική άσκηση στη διαλεκτική, που επιδεικνύει τα έσχατα όρια της γλώσσας και της λογικής ικανότητας. Εικάζεται μάλιστα ότι ο διάλογος θέλει να επιδείξει μια σειρά από παράδοξα, αντίστοιχα με εκείνα που είχε φτιάξει ο Ζήνων.

  • Πλάτωνος: Παρμενίδης. Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Παύλος Καλλιγάς. "Στιγμή", Αθήνα 2022, ISBN: 978-960-269-306-3
  • Πλάτων: Παρμενίδης. Η οντολογία του Ενός στην πλατωνική θεωρία των ιδεών. Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια Μάρκος Δενδρινός – Άννα Γρίβα. «Ζήτρος», Θεσσαλονίκη 2021.
  • Ράγκος, Σπύρος Ι.: Πλάτωνα Παρμενίδης. «Η Εγκυκλοπαίδεια του Πλάτωνα».
  • Πλάτων: Παρμενίδης ή περί ιδεών. Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Ορέστης Περδικίδης. "Κάκτος", Αθήνα 1993.
  • Κουμάκης, Γεώργιος Χ.: «Προϋποθέσεις ερμηνείας του πλατωνικού Παρμενίδη». Στο: Προσωκρατική φιλοσοφία: ο άνθρωπος, η κοινωνία και ο κόσμος (2016). Διαδίκτυο, 1-18.
  • Μαγουλάς, Χαράλαμπος: «Η εξέταση του επιχειρήματος του τρίτου ανθρώπου στον Παρμενίδη [του Πλάτωνος] με βάση το σημειωτικό τρίγωνο». Φιλοσοφείν: επιστήμη, εύνοια, παρρησία 10 (2014), 227-240.
  • Μπενάκης, Λίνος Γ.: «Τα σχόλια του Πρόκλου και του Παχυμέρη στον Παρμενίδη του Πλάτωνος». Στο: Moutsopoulos, E. – Protopapas-Marneli, M. (Επιμ.): Plato. Poet and Philosopher. «Ακαδημία Αθηνών. ΚΕΕΦ», Αθήναι 2013, 295-300.
  • Πάλλας, Παρασκευάς Ν. Ε.: «Ανθυφαιρετική ερμηνεία του επιχειρήματος του Τρίτου Ανθρώπου (Πλάτωνος Παρμενίδης, 132a1-b2). Αθήνα 2005, στο διαδίκτυο.
  • Παναγιώτου, Σπ.: «Το ‘βεληνεκές των ιδεών’ στον Παρμενίδη του Πλάτωνος». Στο: Αραμπατζής, Γ. – Μαρινοπούλου, Α. (Επιμ.): Πλάτων (2007), 172-183.
  • Τερέζης, Χρήστος: «Ένα νεοπλατωνικό σχόλιο στο εδάφιο 130c5-d2 του Πλατωνικού Παρμενίδη». Δωδώνη 26/Γ΄ (1997), 35-53.
  • Παχυμέρης, Γεώργιος: Υπόμνημα εις τον Παρμενίδην Πλάτωνος. Επιμ. L. G. Westerink κ.ά. "“καδημία Αθηνών», Αθήναι 1989.
  • Koumakis, Georgios: Platons Parmenides. Zum Problem seiner Interpretation. Diss., “H. Bouvier u. Co. Verlag”, Bonn 1971.
  • Βουδούρης, Κωνσταντίνος: «Το επιχείρημα του “τρίτου ανθρώπου” εις τον του Πλάτωνος “Παρμενίδην”». Αθηνά 70 (1968), 203-222.