Παλαιά Ιρλανδική Βουλή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Παλαιά Ιρλανδική Βουλή
Houses of Parliament-Bank of Ireland 1.jpg
Είδοςκτίριο
Γεωγραφικές συντεταγμένες53°20′41″N 6°15′36″W
Διοικητική υπαγωγήΔουβλίνο
ΧώραΔημοκρατία της Ιρλανδίας
ΈνοικοιBank of Ireland
ΔιαχειριστήςBank of Ireland
ΑρχιτέκτοναςEdward Lovett Pearce
Commons page Πολυμέσα και Πολυμέσα

Αυτό το άρθρο αφορά το κτίριο της Ιρλανδικής Βουλής πριν το 1800. Η σημερινή Βουλή της Ιρλανδίας στεγάζεται στο Λένστερ Χάους (Leinster House).

Το Παλιό Ιρλανδικό Κοινοβούλιο (Ιρλανδικά: Tithe na Parlaiminte), σήμερα είναι περισσότερο γνωστό απλά ως Τράπεζα της Ιρλανδίας επί της οδού Κόλετζ Γκριν, ονομασία που παρέμεινε λόγω της χρήσης του κτιρίου από την τράπεζα. Η παλιά Ιρλανδική Βουλή ήταν η πρώτη μοντέρνα βουλή, που κατασκευάστηκε με σκοπό να αποτελέσει έδρα κοινοβουλίου. Διέθετε δύο αίθουσες συνεδριάσεων καθώς αποτελούσε έδρα και των δύο βουλευτικών σωμάτων, και της Βουλής των Λόρδων και της Βουλής των Κοινοτήτων του Βασιλείου της Ιρλανδίας. Υπήρξε η Βουλή του Βασιλείου της Ιρλανδίας για το μεγαλύτερο μέρος του 18ου αιώνα μέχρι που καταργήθηκε με την Πράξη της Ένωσης του 1800 οπότε η Ιρλανδία ενσωματώθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας.

Η παλιά Ιρλανδική Βουλή. Εδώ απεικονίζεται η ανατολική είσοδος που προοριζόταν αποκλειστικά για την είσοδο των Λόρδων στο Κοινοβούλιο (Βουλή των Λόρδων). Αυτό το τμήμα ήταν μέρος της μια επέκτασης στο αρχικό κτήριο, που σχεδιάστηκε από τον διάσημο αρχιτέκτονα James Gandon.

Οι απαρχές της Ιρλανδικής βουλής ανάγονται στον 17ο αιώνα, όταν το κοινοβούλιο εγκαθίσταται στον Οίκο των Τσίτσεστερ (Chichester House), ένα πολυώροφο σπίτι στο Χόγκεν Γκριν (μετέπειτα Κόλετζ Γκριν), το οποίο προηγουμένως ανήκε στο Σερ Τζωρτζ Καρού (Sir George Carew) ο οποίος κατείχε τον τίτλο του λόρδου ενώ ήταν παράλληλα Πρόεδρος του Μάνστερ (Munster) και υπουργός οικονομικών της Ιρλανδίας. Το σπίτι του Καρού, μετονομάστηε σε οίκο των Τσίτσεστερ λόγω του μεταγενέστερου ιδιοκτήτη του Σερ Άρθουρ Τσίτσεστερ. Ο οίκος των Τσίτσεστερ είχε χτιστεί στη θέση ενός γυναικείου μοναστηριού που είχε καταλύσει ο Ερρίκος Η' κατά την ιστορική περίοδο που έχει μείνει γνωστή στην Αγγλική ιστορία ως περίοδος της διάλυσης των μοναστηριών. Παρ’ όλα αυτά ήταν ένα πολύ σημαντικό και ιστορικό κτίριο και πριν εγκατασταθούν σε αυτό οι διάσημοι ευγενείς ένοικοί του, καθώς είχε στεγάσει προσωρινά τα δικαστήρια του Βασιλείου της Ιρλανδίας, ενώ περιβόητη επίσης είναι και η υπογραφή σε αυτό, του Εποικισμού του Ώλστερ (Plantation of Ulster), που κυρώθηκε, στις 16 Νοεμβρίου 1612.

Το νέο κτίριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανέγερση της βουλής, Δουβλίνο, από τον Πίτερ Mazell με βάση το σχέδιο από τον Rowland Omer 1767

Ο Οίκος των Τσίτσεστερ ήταν σε ερειπωμένη κατάσταση, δήθεν στοιχειωμένος και ακατάλληλος για κοινοβουλευτική χρήση. Το 1727 το Κοινοβούλιο ψήφισε να δαπανήσει £ 6.000 για την κατασκευή ενός νέου κοινοβουλευτικού κτιρίου σε εκείνη τη θέση. Επρόκειτο να είναι το πρώτο κτίριο με δύο αίθουσες συνεδριάσεων, που χτιζόταν παγκοσμίως με σκοπό να αποτελέσει βουλή. Το τότε παμπάλαιο παλάτι του Γουέστμινστερ, η έδρα της αγγλικής Βουλής (πριν το 1707) και, αργότερα, της Βρετανικής Βουλής, ήταν μια ανακατασκευασμένη εκκλησία με διάφορες ελλείψεις για το σκοπό που ήθελε να εξυπηρετήσει. Το γεγονός ότι προϋπήρχε σαν εκκλησία δικαιολογούσε την περίεργη διάταξη των καθισμάτων στην αίθουσα της Βουλής των Κοινοτήτων. Η διάταξη αυτή των καθισμάτων συνεχίστηκε και στο καινούριο Βρετανικό κοινοβούλιο που χτίστηκε στα μέσα του 19ου αι. έπειτα από την καταστροφή λόγω πυρκαγιάς που υπέστη το μεσαιωνικό κτίριο. Το ίδιο σχέδιο ακολουθήθηκε και τη δεκαετία του 40' όταν η αίθουσα της Βουλής των Κοινοτήτων βομβαρδίστηκε κατά τη διάρκεια του Β' ΠΠ, παρότι είχε ληφθεί μέριμνα να αντικατασταθεί με μία νέα ημικυκλική αίθουσα που να μη θυμίζει εικόνα διάταξης εκκλησίας.

Ο σχεδιασμός αυτού του ριζικά νέου κοινοβουλευτικού κτιρίου, που αποτελεί ένα από τα δύο ειδικά κατασκευασμένα για αυτό το σκοπό κτίρια (το άλλο είναι η Βουλή στο Stormont), ανατέθηκε σε ένα ταλαντούχο νέο αρχιτέκτονα, τον Έντουαρντ Λάβετ Πήρς (Edward Lovett Pearce), ο οποίος ήταν ο ίδιος μέλος του Κοινοβουλίου και μαθητευόμενος του Προέδρου της Βουλής των Κοινοτήτων, Γουίλιαμ Κόνολι (William Conolly) του Οίκου Κάσλταουν (Castletown House). Ενώ η κατασκευή είχε αρχίσει, το Κοινοβούλιο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Blue Coat στo Νορθσάιντ (Northside) του Δουβλίνου. Ο θεμέλιος λίθος για το νέο κτίριο μπήκε στις 3 Φεβρουαρίου 1729.

Σχεδιασμός του νέου κτιρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σχέδιο του Πήρς για το νέο Ιρλανδικό κοινοβούλιο ήταν επαναστατικό. Το κτίριο ήταν ημι-κυκλικό σε σχήμα και καταλάμβανε 6,000 m² (1,5 έικρ). Το νέο κτίριο σε αντίθεση με τον οίκο των Τσίτσεστερ θα χτιζόταν επί της οδού Κόλετζ Γκριν και όχι παραπίσω όπως ο προκάτοχός του. Η κεντρική είσοδος αποτελείται από μία κιονοστοιχία ιωνικού ρυθμού με κίονες που εκτείνονται στις τρεις πλευρές του περιβόλου της εισόδου, σχηματίζοντας το γράμμα "Ε". Τρία αγάλματα, που αποτελούν προσωποποιήσεις της Ιρλανδίας (Ιβερνία στα Λατινικά), της Πίστης και του Εμπορίου (μετέπειτα λαξευμένα από τον Edward Smyth) δεσπόζουν πάνω από το προστώο. Πάνω από την κεντρική είσοδο βρίσκεται το βασιλικό οικόσημο σκαλισμένο σε πέτρα.

Ο πολυέλαιος στην παλιά Ιρλανδική Βουλή. Άποψη από την αίθουσα της Βουλής των Λόρδων.

Ο Πηρς πέθανε σε μικρή ηλικία και το έργο του συνεχίστηκε από τον αρχιτέκτονα James Gandon. Ο Gandon έχει επίσης επιμεληθεί τρία από τα ωραιότερα αρχιτεκτονικά οικοδομήματα του Δουβλίνου, το Τελωνείο, το Four Courts (Ιρλανδικά Δικαστήρια) και το King's Inns (Δικηγορικός Σύλλογος). Μεταξύ 1785 και 1789 πρόσθεσε μία νέα είσοδο, την είσοδο των ευγενών στην ανατολική πλευρά του κτιρίου, προς την οδό Westmoreland. Σε αντίθεση με τη κεντρική είσοδο στη νότια πλευρά, η οποία έμεινε γνωστή ως η είσοδος της Βουλής των Κοινοτήτων, η νέα είσοδος των ευγενών είχε έξι κίονες κορινθιακού ρυθμού κατόπιν αιτήματος των ευγενών που επιθυμούσαν η δική τους είσοδος να διαφέρει από εκείνη των κοινοτήτων με τις ιωνικές κολώνες. Πάνω από την είσοδο των ευγενών τοποθετήθηκαν τρία αγάλματα του Edward Smyth που αναπαριστούν τη Δύναμη, τη Δικαιοσύνη και την Ελευθερία. Στις επεκτάσεις του Gandon περιλαμβάνεται ένας καμπύλος τοίχος ο οποίος δε φαίνεται από το εξωτερικό του κτιρίου αλλά μπήκε για να καλύψει τις ανισοεπίπεδες ενώσεις. Ο τοίχος είναι από γρανίτη με ένθετες γωνίες, και αποτελεί ένα από τα πιο άμεσα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του κτιρίου, αν και δε μοιάζει καθόλου με το πως ήταν την εποχή που χρησιμοποιούταν σαν κοινοβούλιο,