Πάντενουλφ της Κάπουα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πάντενουλφ της Κάπουα
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση9ος αιώνας[1]
Θάνατος9ος αιώνας[2]
Οικογένεια
ΓονείςΠάντο της Κάπουα
ΟικογένειαΛανδουλφίδες
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΚάπουα

Ο Πάντενουλφ, Pandenulf (άκμασε 862 - 882) από τον Οίκο των Λαντουλφιδών ήταν κόμης της Κάπουα, διεκδικώντας αυτόν τον τίτλο από το 862 και τον κατείχε με επιτυχία κατά τη διάρκεια τού ταραχώδους εμφυλίου πολέμου των ετών 879-882. Ήταν γιος και διάδοχος του Πάντo, αλλά απομακρύνθηκε -με το τέλος τού πατέρα του- από τον θείο του, τον Λάντουλφ Β΄ επίσκοπο της Κάπουα.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος τού Λάντουλφ Β΄, επανέλαβε τον ισχυρισμό του με την υποστήριξη μίας μεγάλης φατρίας, αν και αντιτάχθηκε από τον Λάντο Γ΄. Πήρε τις πόλεις Τεάνο και Καζέρτα, ενώ η φατρία του Λάντο Γ΄ κρατούσε το Καιάτσο και το Καλίνο. Ο Λάντενουλφ είχε την υποστήριξη του Γουαϊφέρος πρίγκιπα του Σαλέρνo, έτσι ο Πάντενουλφ προσπάθησε να πάρει τον Γκαϊντέρις του Μπενεβέντο και τον Βυζαντινό στρατηγό Γρηγόριο, τότε μαζί στο Μπενεβέντο. Πήγαν στη Νώλα, αλλά ο Πάντουλφ αρνήθηκε να δηλώσει υποτέλεια στον Γκαϊντέρις. Οι Μπενεβεντιανοί και οι Βυζαντινοί ενώθηκαν με τους Σαλερνίτες πολιορκώντας την Κάπουα. Η πολιορκία συνεχιζόταν και σύντομα έμεινε μόνο ο πρίγκιπας του Μπενεβέντο.

Εν τω μεταξύ, ο Πάντουλφ ανανέωσε την πίστη του στον πάπα, ελπίζοντας να χρησιμοποιήσει τον πάπα Ιωάννη Η΄ ως μοχλό ενάντια στους αντιπάλους του. Ωστόσο οι Καπουανοί είχαν κάνει επίσκοπο σε εκείνη την πόλη τον Λάντουλφ, τον νεαρό γιο του Λάντo Α΄, αλλά ο Πάντενουλφ τον έδιωξε και προσπάθησε να διορίσει τον αδελφό του Λάντενουλφ Β΄, αν και έγγαμο, ως επίσκοπο. Αυτό προκάλεσε σχίσμα στην εκκλησία της Κάπουα. Ο Πάντενουλφ έστειλε τον αδελφό του στη Ρώμη, απαιτώντας από τον πάπα να τον χειροτονήσει. Ο επίσκοπος του Tεάνo και ο ηγούμενος του Moντεκασίνo παρότρυναν τον Ιωάννη Η΄ να αντισταθεί στον κόμη της Κάπουας, αλλά ο Ιωάννης Η΄, επιθυμώντας να διατηρήσει την πίστη του και να ικανοποιήσει και τους δύο διεκδικητές, χειροτόνησε τον Λάντουλφ Β΄ ως επίσκοπο της Παλαιάς Κάπουα, που τώρα ονομάζεται Σάντα Μαρία Κάπουα Βέτερε, και επιβεβαίωσε τον Λάντουλφ ως επίσκοπο της Νέας Κάπουα. Τελικά ο Πάντενουλφ αναγνώρισε τον Λάντo Β΄ στο Καϊάτσo, αλλά υπήρχαν άλλοι διεκδικητές, που έπρεπε να αντιμετωπιστούν.

Αφού ο Δοσίμπιλης Α΄ ύπατος της Γκαέτα διαφώνησε με τον πάπα για τους Σαρακηνούς, με τους οποίους ο Δοσίμπιλης Α΄ ήταν σύμμαχος, ο Ιωάννης Η΄ εξουσιοδότησε τον Πάντενουλφ να καταλάβει τις παπικές κτήσεις, που διοικούνταν από τη Νάπολη. Τα στρατεύματα του Πάντενουλφ περιόρισαν τους Γκαετανούς να ελέγχουν μόνο τη δική τους χερσόνησο, αλλά ο Δοσίμπιλς Α΄ κάλεσε τους Σαρακηνούς της Αγρόπολης και ανακατέλαβαν το Φόντι, λεηλατώντας την παπική επικράτεια. Ωστόσο ο Πάντενουλφ κλήθηκε πίσω από τα γεγονότα στην Κάπουα, και ο Ιωάννης Η΄ αναγκάστηκε να συνάψει συνθήκη με τον Δοσίμπιλις Α΄, με την οποία ο τελευταίος έγινε υποτελής του πάπα.

Ο Πάντενουλφ βρήκε δεύτερο σύμμαχο στο πρόσωπο του Αθανασίου, δούκα-επισκόπου της Νάπολης. Θέλοντας να κρατήσει τους Καπουανούς σε πόλεμο, ο Αθανάσιος μπήκε με χαρά στη σύγκρουση. Τότε αφορίστηκε, διότι ήταν σύμμαχος με τους Σαρακηνούς. Έτσι μετέφερε την υποτέλειά του στους Βυζαντινούς και πολιόρκησε την Κάπουα. Από τον Απρίλιο του 881, έδιωξε τον Πάντενουλφ και ο ίδιος κυβέρνησε στην Κάπουα ως υποτελής του γκουάιμαρ Α΄ πίγκιπα του Σαλέρνο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές σε πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Ανακτήθηκε στις 26  Νοεμβρίου 2018.
  2. Ανακτήθηκε στις 27  Νοεμβρίου 2018.