Ο διάβολος και η δεσποινίδα Πριμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο διαβολος και η δεσποινίδα Πριμ
Εξώφυλλο ελληνικής έκδοσης
Συγγραφέας Πάουλο Κοέλιο
Μετάφραση Δημήτρης Πουρνιάς
Χώρα Βραζιλία
Είδος Νουβέλα
Εκδότης Εκδοτικός οίκος Α.Α. Λιβάνη
Ημερομηνία έκδοσης 2001
Ιστοσελίδα www.paulocoelho.com

Ο Διάβολος και η δεσποινίδα Πριμ (πορτογαλικά: O Demônio e a Srta. Prym‎) είναι μυθιστόρημα του βραζιλιάνου συγγραφέα Πάουλο Κοέλιο που δημοσιεύθηκε το 2000. Το έργο προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: Υπάρχουν άραγε κακοί άνθρωποι;.

Το βιβλίο Διάβολος και η δεσποινίδα Πριμ ολοκληρώνει την τριλογία Και την έβδομη ημέρα, που περιλαμβάνει επίσης το Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθησα και έκλαψα (1994) και Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει (1998). Η τριλογία πήρε το όνομά της χάρη στο γεγονός ότι σε κάθε ένα από τα τρία βιβλία η δράση λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας. Αυτή η εβδομάδα αλλάζει ριζικά τη ζωή όλων των ηρώων.

Στο μυθιστόρημα, μεγάλο μέρος αφιερώνεται στον φόβο. Γεγονός ότι συχνά οι άνθρωποι εξουσιάζονται από τους φόβους τους. Ο φόβος της μοναξιάς, της φτώχειας, της αναξιότητας, η έλλειψη κατανόησης και, εν τέλει, ο φόβος του θανάτου. Ο πιο μεγάλος φόβος, που έχει βιώσει ποτέ ο κόσμος. Όποιος ξεπεράσει το φόβο, αυτός θα είναι ο νικητής.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για σχεδόν 15 χρόνια, η γριά Μπέρτα περνούσε ολόκληρες μέρες, βλέποντας το μικρό χωριό Βίσκος, μιλώντας στον μακαρίτη σύζυγό της, και περιμένοντας την άφιξη του Διαβόλου, όπως είχε προβλέψει ο σύζυγός της. Ώσπου, ένας ξένος εμφανίζεται, με την πρόθεση να μείνει για μία εβδομάδα, στο χωριό.

Στο δάσος θάβει 11 μπάρες χρυσού. Στο δρόμο της επιστροφής συναντά την Σαντάλ Πριμ, μια νεαρή και όμορφη κοπέλα, που εργάζεται στο μπαρ του μοναδικού ξενοδοχείου της πόλης, πλήττει την μονοτονία και τον αργό ρυθμό της ζωής της πόλης. Περιοδικά δημιουργεί σχέσεις με ξένους, με την ελπίδα ότι κάποιος από αυτούς θα αποδειχθεί ο δρόμος προς τη σωτηρία της. Ο ξένος της αποκαλύπτει την ύπαρξη του θησαυρού, και υπόσχεται ότι θα τον παραχωρήσει στους κατοίκους, αν δεχτούν να σκοτώσουν κάποιον από τους συμπολίτες τους. Επιπλέον, της προτείνει να ανακοινώσει εκείνη στους κατοίκους την πρότασή του, πράγμα για το οποίο της υπόσχεται μια ράβδο χρυσού, ενώ παράλληλα της γνωστοποιεί το σημείο που έθαψε τον θησαυρό, έτσι βάζει την κοπέλα στο δίλημμα- είτε να κλέψει το χρυσό, είτε εκπληρώσει δίκαια τους όρους της συμφωνίας.

Μέσα της πραγματοποιείται μια άγρια μάχη, μάχη μεταξύ του άγγελου και του Διαβόλου. Καταλαβαίνει πως ο χρυσός είναι ο δρόμος προς την απόδραση της. Ωστόσο, κάτι την κρατάει. Σε λίγες μέρες, αποφασίζει να πει για το τι πρότεινε ο ξένος, ελπίζοντας ότι οι συμπολίτες της θα αρνηθούν την προσφορά. Η αντίδραση των ανθρώπων, σπέρνει αμφιβολίες στην Σαντάλ. Πλέον φοβάται για τη ζωή της. Ως πράξη απελπισίας, αποφασίζει να πάρει την πλάκα χρυσού, δικαιολογώντας τον εαυτό της. Η μοίρα της στέλνει έναν μοναχικό λύκο που απειλεί τη ζωή της, ο Ξένος έρχεται να την βοηθήσει και οι δύο τους να φεύγουν.

Εν τω μεταξύ οι κάτοικοι συγκεντρώνονται για να επιλέξουν το θύμα τους. Το εξιλαστήριο θύμα τους γίνεται η Μπέρτα, επειδή είναι έτσι κι αλλιώς γριά. Η Σαντάλ  τους πείθει, ότι σε καμία περίπτωση ο φόνος δεν θα είναι δικαιολογημένος, ότι η συμπεριφορά τους είναι αντικείμενο ελέγχου και επιλογής.

Το βιβλίο δείχνει ότι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι, περιγράφει την στιγμιαία πάλη μεταξύ του Καλού και του Κακού, και το ποιος θα κερδίσει - ένα θέμα της Πίστης και Αυτοελέγχου.

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ξένος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο άνθρωπος τον οποίο κυνηγούν τα φαντάσματα του δύσκολου παρελθόντος του, που ήρθε στο Βίσκος, ψάχνοντας απεγνωσμένα για απαντήσεις. Κάποτε ήταν καλός άνθρωπος, μέχρι που από ένα καπρίτσιο της μοίρας, η ζωή του έγινε κομμάτια. Η οικογένειά του έχει απαχθεί από μια ομάδα τρομοκρατών που απειλούσαν να τους σκοτώσουν, αν δεν συμφωνούσε να παραδώσει μια τεράστια ποσότητα όπλων. Ωστόσο, κάλεσε την αστυνομία, και αποτέλεσμα της αποτυχημένης επιχείρησης ήταν η δολοφονία της οικογένειάς του (όπως αποδεικνύεται αργότερα, η μικρότερη κόρη του σκοτώθηκε τυχαία). Η απώλεια της οικογένειας οδήγησε, φαινομενικά, σε αφόρητο πόνο και τη στιγμή του ισχυρότερου πόνου τον κυρίευσε ο διάβολος. Είχε μια διακαή επιθυμία για εκδίκηση για την αδικία που έγινε απέναντί του, αλλά οι τρομοκράτες ήταν ήδη νεκροί — σκοπός το ανθρώπινο κακό.

Σαντάλ Πριμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια νεαρή, όμορφη δεσποινίς, ορφανή, μεγαλωμένη με την γιαγιά της, η οποία κατά τη στιγμή της δράσης του μυθιστορήματος έχει πεθάνει. Ο ξένος κατά κάποιο τρόπο, την επηρέασε. Την υποχρέωσε να ενεργήσει προκειμένου να σταματήσει η γκρίνια και να αποκαλύψει την δική του οπτική γωνία. Ορισμένες φορές φλέρταρε με τους πελάτες διότι κάποιος από αυτούς μπορεί να ήταν ο δρόμος της προς την φυγή από την κόλαση του Βίσκος. Από την στιγμή που άκουσε την πρόταση του ξένου, ήταν σαν να έσπειρε μέσα της τον οίκτο, την αμφιβολία, τους φόβους, και αυτή ακριβώς η σχέση είναι που εμπόδισε τους κατοίκους να διαπράξουν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής τους, να αφαιρέσουν την ζωή της αθώας γριούλας μόνο και μόνο για εγωιστικούς λόγους.

Η Γριά Μπέρτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι μια χήρα που περνά πολλές ημέρες χαζεύοντας το χωριό της και τη φύση γύρω της. Αρκετά συχνά μιλούσε με τον μακαρίτη σύζυγό της. Έχει την ικανότητα να βλέπει φαντάσματα, αυτό το αίσθημα είναι που ίσως και προκάλεσε το γεγονός ότι οι χωρικοί την φώναζαν μάγισσα. Η Μπέρτα μπορεί επίσης να διαβάσει τα σημάδια της φύσης, είδε ένα σημάδι στην επικείμενη καταιγίδα την στιγμή, που ο ξένος έφτασε στο χωριό. Οι κάτοικοι του Βίσκος αποφάσισαν να τη σκοτώσουν, για να πάρουν τον χρυσό του ξένου.

Βασικά θέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία ενός αγώνα μεταξύ του καλού και του κακού μέσα σε κάθε άτομο και της ευθύνης για κάθε πράξη του. Ωστόσο, δεν δίνει απάντηση στο ερώτημα υπάρχουν κακοί άνθρωποι;.