Ο Μεσσίας (Κλόπστοκ)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Μεσσίας
ΣυγγραφέαςΦρήντριχ Κλόπστοκ
ΓλώσσαΓερμανικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1748
Είδοςποίηση

Ο Μεσσίας (γερμανικά Der Messias) είναι επικό - θρησκευτικό ποίημα του Φρίντριχ Κλόπστοκ με θέμα το απολυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού, του Μεσσία. Θεωρείται ως το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο του Γερμανικού Πιετισμού. Το έργο είναι γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο και οι στίχοι του φτάνουν στους 19.458 (συγκριτικά, η Οδύσσεια περιέχει 12.310 στίχους). Διαιρείται σε 20 άσματα (Gesängen), τα οποία δημοσιεύθηκαν σταδιακά από τον ποιητή.

Ιστορία της συγγραφής και έκδοσης του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κλόπστοκ, ήδη από τα σχολικά του χρόνια, είχε κάνει ένα σχεδίασμα ενός έργου για τον Χριστό, επηρεασμένος από την μετάφραση σε πεζό (1742) του Χαμένου Παραδείσου (Paradise Lost) του Τζον Μίλτον από τον Ελβετό συγγραφέα και κριτικό Γιόχανν-Γιάκομπ Μπόντμερ (Johann-Jakob Bodmer). Κατά τη διάρκεια των θεολογικών του σπουδών στην Ιένα έγραψε τα τρία πρώτα άσματα (σε πεζό) του Μεσσία, τα οποία επεξεργάστηκε στη συνέχεια. Τα τρία πρώτα άσματα του Μεσσία δημοσιεύθηκαν ανώνυμα το 1748 στις Bremer Beiträge ("Συμβολές της Βρέμης"). Σύντομα η ταυτότητα του ποιητή έγινε γνωστή, το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία και το αναγνωστικό κοινό περίμενε ανυπόμονο τη συνέχεια. Τα επόμενα δύο άσματα παρουσιάστηκαν το 1750 και άλλα πέντε το 1755. Σε αυτά τα δέκα πρώτα άσματα οφείλεται περισσότερο η φήμη του έργου. Στα υπόλοιπα δέκα (τα πέντε εξ αυτών δημοσιεύτηκαν το 1768 και τα υπόλοιπα πέντε το 1773) η φαντασία του ποιητή φαίνεται πως έβαινε μειούμενη και το αποτέλεσμα ήταν μάλλον απογοητευτικό. Παρ' όλα αυτά, Ο Μεσσίας, με τη ρηξικέλευθη μορφή και υπόθεσή του εγκαινίασε μια νέα περίοδο στη γερμανική λογοτεχνία, την λεγόμενη εποχή της Ευαισθησίας (Empfindsamkeit).

Σύνοψη του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεσσίας περιγράφει τα γεγονότα της ζωής του Χριστού που αφορούν στο απολυτρωτικό του έργο, ιδωμένο από την προτεσταντική και ευσεβιστική αντίληψη. Χρονικά αρχίζει την Κυριακή των Βαΐων και φτάνει μέχρι την Κυριακή της Αναλήψεως, με αποκορύφωμα τα πάθη, τον σταυρικό θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού. Οι διηγήσεις των Ευαγγελίων αναμιγνύονται με γεγονότα και πρόσωπα που πλάθει η φαντασία του ποιητή. Μεγάλα τμήματα του έργου αφορούν πράξεις υπερφυσικών όντων, όπως αγγέλων, δαιμόνων και πνευμάτων, ενώ το λυρικό στοιχείο υπερτερεί του επικού. Στα πρώτα δύο άσματα οι άγγελοι και οι δαίμονες προετοιμάζονται για τον επικείμενο θάνατο του Μεσσία, οι μεν άγγελοι γνωρίζοντας για τον απολυτρωτικό χαρακτήρα της θυσίας του υπέρ των ανθρώπων, ενώ οι δαίμονες γιατί θέλουν να τον εκδικηθούν. Ο ποιητής εισάγει στην υπόθεση τον χαρακτήρα του Αββαδόνα, ενός εκπεσόντος αγγέλου που αντιμάχεται τους υπόλοιπους δαίμονες, λόγω της αγάπης που έχει για τον Χριστό. Τα γεγονότα εκτυλίσσονται σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, ιδωμένα συνήθως από τη μεριά του Θεού, διαφόρων πνευμάτων, όπως του Αδάμ και της Εύας, καθώς και των αγγέλων και των δαιμόνων. Στα επόμενα πέντε άσματα περιγράφονται πρώτα οι δώδεκα μαθητές και ιδιαίτερα οι Πέτρος, Ιωάννης και Ιούδας, ενώ στη συνέχεια το Συνέδριο των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων, η προσευχή στη Γεθσημανή και το τι συμβαίνει κατά τη διάρκειά της, η προδοσία του Ιούδα και τέλος η σύλληψη και η δίκη και καταδίκη του Χριστού από το Συνέδριο και από τον Πιλάτο. Στα επόμενα τρία άσματα περιγράφεται η Σταύρωση, καθώς και τα υπερφυσικά γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκειά της. Στα υπόλοιπα δέκα άσματα περιγράφονται η ανάσταση ορισμένων κεκοιμημένων αγίων και οι εμφανίσεις τους, η αποκαθήλωση, η ταφή και η Ανάσταση του Χριστού, οι εμφανίσεις του στις μυροφόρες και στους μαθητές, η ανάληψη των καθηκόντων του ως Κριτή ζώντων και νεκρών και τελικά, αφού προηγείται ένα όραμα του Αδάμ για την έσχατη κρίση κατά τη Δευτέρα Παρουσία, η θριαμβευτική ανάληψή του Μεσσία στον Ουρανό, όπου κάθεται εκ δεξιών του Πατρός.

Περίληψη ανά άσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτο άσμα (Ενέργειες των αγγέλων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο μετά την υποδοχή του στα Ιεροσόλυμα από τα πλήθη, ανίδεα στην πραγματικότητα για την αποστολή του, ο Μεσσίας απομακρύνεται ακολουθούμενος από τον μαθητή του, Ιωάννη. Το βράδυ ανεβαίνει μόνος του στο Όρος των Ελαιών, όπου προσεύχεται στον Πατέρα Του, μεσιτεύοντας και ζητώντας συγχώρεση για τους αμαρτωλούς. Στην προσευχή λέει ότι πλησιάζει η ώρα που θα δώσει το ίδιο του το αίμα για την απολύτρωση των ανθρώπων και την αποκατάσταση της θεϊκής εικόνας του ανθρώπου. Στέλνει τον προστάτη άγγελό του, Γαβριήλ, στον Ουρανό, για να φέρει στον Θεό την προσευχή του.

Ο Γαβριήλ, πετά ανάμεσα στους ήλιους των Ουρανών, διερχόμενος από μια φωτεινή οδό, από την οποίον κάποτε κατέβαινε ένα αιθέριο ρεύμα μέχρι την Εδέμ. Οι άγγελοι ψέλνουν στους Ουρανούς. Ο Ελόα, ο πιο υψηλός ανάμεσα στους αγγέλους, που ο Θεός τον είχε δημιουργήσει πρώτον από όλους τους άλλους και τον είχε πάντα κοντά του στην υπηρεσία του, έρχεται να προϋπαντήσει τον Γαβριήλ. Αφού τον αγκαλιάζει, τον οδηγεί στον Θρόνο του Θεού, μπροστά στο θυσιαστήριο του Μεσσία, που είναι ψηλό σαν βουνό. Το μεγαλείο του Θεού κρυβόταν σε ζόφο από τα μάτια των αγγέλων, όταν ξάφνου ένα φως γέμισε τους Ουρανούς. Ο Γαβριήλ απαγγέλει την προσευχή του Μεσσία ενώπιον του Θεού. Όλοι αναμένουν σιωπηλοί την απάντηση.

Ο Θεός με έναν κεραυνό ανοίγει τα Άγια των Αγίων του Ουρανού. Το Σεράφ Ελόα και το Χερούβ Ουρίμ συνομιλούν για το τι βλέπουν στα Άγια των Αγίων: την φοβερή Δευτέρα Παρουσία του Κριτή και την επικείμενη σταύρωσή του. Επτά φορές ήχησε ο κεραυνός. Τώρα ομιλεί ο Θεός. Λέει ότι Αυτός είναι Αγάπη. Αφού η ώρα έφτασε και πλησιάζει η Λύτρωση των ανθρώπων, θέλει να εορταστεί ένα δεύτερο Σάββατο, γι’ αυτό επιθυμεί να έλθουν οι ψυχές των προπατόρων, Αδάμ και Εύας, στον ήλιο, από όπου να γίνουν μάρτυρες της Λύτρωσης. Ο Γαβριήλ λαμβάνει από τον Θεό εντολές για τον Άγγελο του ηλίου και για τον Άγγελο της γης σχετικά με τα θαύματα που θα συμβούν κατά τον θάνατο του Υιού Του. Οι άγγελοι του θρόνου του Θεού σκορπίζονται για τον εορτασμό του δεύτερου Σαββάτου σε όλο τον Ουρανό.

Ο Γαβριήλ κατεβαίνει στη γη. Βρίσκει τον Μεσσία να κοιμάται, ωστόσο του μιλά (καθώς αυτός μπορεί να ακούσει και στον ύπνο του) και του λέει πως εξετέλεσε την αποστολή του και έχει να κάνει κάποια πράγματα ακόμα. Από εκεί πηγαίνει προς τον φύλακα-Άγγελο της γης, που ο τόπος διαμονής του βρίσκεται στο μέσον της γης, σε ένα μικρόν ήλιο, που θερμαίνει και ζωοποιεί τη γη από μέσα. Φτάνει εκεί μέσω ενός ανοίγματος στον βόρειο πόλο και βρίσκει τον άγγελο της γης στον ήλιο του, μαζί με τις ψυχές των πολύ μικρών παιδιών, που εδώ προετοιμάζονται για τους Ουρανούς. Εν συνεχεία ο Γαβριήλ υψώνεται στον ήλιο και βρίσκει εκεί τους προπάτορες, Αδάμ και Εύα, πλάι στον Ουριήλ, τον άγγελο του ηλίου.

Δεύτερο άσμα (Ενέργειες των δαιμόνων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ψυχές των Προπατόρων, Αδάμ και Εύας, βλέπουν το πρωί τον Μεσσία να ξυπνά και τον χαιρετούν με έναν άγιο άσμα, όπου εξυμνούν την Θεομήτορα και την Βηθλεέμ ως τη νέα Εδέμ. Ο Ιησούς μαθαίνει από τον Ραφαήλ, τον φύλακα άγγελο του Ιωάννη, πως αυτός ο μαθητής προσπαθεί να φροντίσει κάτω στα μνήματα κοντά στο όρος των Ελαιών έναν δαιμονισμένο, τον Σαμμά. Ο Ιησούς κατεβαίνει και βρίσκει τον Σαμμά, που ο Σατανάς είχε μπει μέσα του προκαλώντας του τέτοια απελπισία που ήθελε να αυτοκτονήσει πέφτοντας από ένα γκρεμό. Ο Ιησούς εξορκίζει τον δαίμονα, ρωτώντας τον ποιος είναι. Ο Σατανάς, μέσα από τον Σαμμά, απευθύνεται στον Ιησού, λέγοντάς του ότι είναι ο Σατανάς, ο άρχοντας του κόσμου αυτού και η ανώτατη θεότητα όλων των αδούλωτων πνευμάτων. Αποκαλεί τον Μεσσία έναν ονειροπαρμένο θνητό. Ο Μεσσίας δεν απαντά στον Σατανά, όμως τον αναγκάζει να εγκαταλείψει τον Σαμμά, που γιατρεμένος πέφτει στα πόδια του Ιησού.

Ενώ ο Ιησούς μένει ανάμεσα στα μνήματα με τον Ιωάννη, ο Σατανάς επιστρέφει στην Κόλαση, όπου ο κήρυκας της Κόλασης, Ζοφιήλ, συγκαλεί τη συνέλευση των δαιμόνων. Αυτοί έρχονται με βιασύνη, και ανάμεσά τους οι μεγαλύτεροι, ο Αδραμελέχ, ο Μολώχ, ο Βελίαλ και ο Μαγώγ και άλλες μυριάδες μυριάδων. Ο Σατανάς τους λέει ότι μπορεί να έχασαν τον Ουρανό, αλλά πρέπει να κρατήσουν υπό την εξουσία τους την γη και τους ανθρώπους. Έπειτα ψέγει τους δαίμονες, ρωτώντας τους γιατί φεύγουν μπρος από τον Ιησού και τον ονομάζουν γιο του Θεού. Τους λέει για τις φαντασιώσεις των Ιουδαίων για την έλευση ενός Μεσσία και τους διηγείται ό,τι γνωρίζει για τον Ιησού από τότε που ο Γαβριήλ επισκέφθηκε τη Μαρία. Τους λέει ότι ενώ περίμενε με τρόμο τη γέννησή του, αυτός δεν ήταν παρά ένα αβοήθητο μωρό, παρόλο που οι άγγελοι έψελναν γι’ αυτόν. Τους λέει πώς αυτός ο ίδιος προκάλεσε τον Ηρώδη να διατάξει την σφαγή των νηπίων και γενικά τους διηγείται όλη την ιστορία του Ιησού, αυτού του επι γης Θεού, λέγοντάς τους ότι δεν μπορεί να είναι ο φοβερός Υιός του Θεού που τους είχε ρίξει από τους Ουρανούς. Τελειώνει λέγοντας, ας δούμε αν μπορεί να σώσει τον εαυτό του, αυτός που έσωσε τόσους άλλους! Πρέπει να πεθάνει, λέει. Αυτή είναι η απόφασή μου!

Ένας από τους εκπεσόντες αγγέλους, ο Αβδιήλ Αββαδόνα, που ακόμα θυμόταν με νοσταλγία την προπτωτική του κατάσταση, φέρνει αντίρρηση στα λόγια του Σατανά. Έχει δει ο ίδιος την δύναμη του Ιησού. Ο Σατανάς από την οργή του δεν είναι σε θέση να του απαντήσει. Αυτό το κάνει ο Αδραμελέχ, επικρίνοντας με δριμύτητα τον Αββαδόνα για δειλία, του λέει μάλιστα να φύγει και να παρακαλέσει τον Παντοδύναμο να του παραχωρήσει κάποιαν άθλια διαμονή, γεμάτη πόνο και θλίψη, μέσα στο κενό. Έπειτα επιδοκιμάζει την απόφαση του Σατανά, ότι αυτός ο Σωτήρας Ιησούς, που αψηφά την εξουσία τους, πρέπει να πεθάνει. Αυτό κάνει και όλη η συνέλευση της Κόλασης. Ο Σατανάς και ο Αδραμελέχ επιστρέφουν στη γη, για να εκτελέσουν την απόφαση που πήραν. Ο Αββαδόνα τους ακολουθεί από μακριά. Βλέπει κοντά στις πύλες της Κόλασης τον Αβδιήλ, έναν καλό άγγελο, παλιό του φίλο από τους Ουρανούς. Γεμάτος νοσταλγία τον φωνάζει από μακριά, όμως ο Αβδιήλ δεν του δίνει σημασία.

Ο Αββαδόνα προχωρά προς την είσοδο του κόσμου και εκεί θρηνεί την χαμένη του ευτυχία, χάνοντας κάθε ελπίδα ότι μπορεί να βρει την χάρη από το Θεό. Μετά από κάποιες μάταιες παρακλήσεις προς τον Θεό να εκμηδενίσει την ύπαρξή του και μια εξίσου μάταιη προσπάθειά του να κατακαεί στον ήλιο, φτάνει στη γη, την οποία χαιρετά ως έναν ευτυχισμένο κόσμο, συγκρίνοντάς τον με την δική του άθλια κατάσταση. Αντιθέτως, καθώς ο Σατάν και ο Αδραμελέχ σιμώνουν στη γη, ο Αδραμελέχ μιλά μέσα σε σε έκρηξη θυμού, γεμάτος κακία και αποφασισμένος να καταστρέψει όχι μόνον αυτήν, αλλά και τα άστρα και όλη τη δημιουργία του Θεού και κυρίως Εκείνον που λέει ότι είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού. Μακάρι να είναι, για να τον καταστρέψει, λέει. Έπειτα, αυτός και ο Σατανάς κατεβαίνουν στο Όρος των Ελαιών.

Tρίτο άσμα (Οι μαθητές του Χριστού και οι φύλακες άγγελοί τους)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θεάνθρωπος βρίσκεται ακόμα ανάμεσα στα μνήματα μαζί με τον Ιωάννη. Σκέφτεται τα πάθη τα οποία πρόκειται να υπομείνει χάριν της σωτηρίας των ανθρώπων και η ψυχή του ταράζεται. Στρέφεται προς τον Πατέρα του για παρηγόρια. Ο άγγελος Ελόα, ορατός και από τον Ιωάννη, κατεβαίνει από τους Ουρανούς και μετρά τα δάκρυα που έχυσε ο Ιησούς για τη σωτηρία των ανθρώπων. Οι υπόλοιποι έντεκα μαθητές γυρεύουν τον Ιησού στο Όρος των Ελαιών. Οι μαθητές ακολουθούνται από τους φύλακες αγγέλους τους, υπό την αρχηγία του Γαβριήλ, του φύλακα αγγέλου του Μεσσία. Ξάφνου εμφανίζεται μπροστά στους αγγέλους ένα Σεράφ, ο Σελία, ερχόμενο από τον ήλιο, όπου υπηρετούσε υπό τον αρχάγγελο Ουριήλ. Το είχαν στείλει οι ψυχές των προπατόρων για να παρατηρεί προσεχτικά τον Ιησού, τώρα που που είχε νυχτώσει και δεν μπορούσαν να τον δουν. Οι άγγελοι του δείχνουν το μέρος όπου βρίσκεται ο Ιησούς. Ο Μεσσίας είχε αποκοιμηθεί για τελευταία φορά.

Ο Σελία ρωτά ποιοι είναι αυτοί που είναι κοντά στον Ιησού, αν και δεν τον βλέπουν τώρα που νύχτωσε, και παίρνει απάντηση από τον Ωρίωνα, τον φύλακα άγγελο του Πέτρου, ότι είναι οι ευλογημένοι μαθητές του Ιησού. Έπειτα μαθαίνει για τον καθέναν τους μέσων των φυλάκων αγγέλων τους: Για τον Σίμωνα Πέτρο, μέσω του Ωρίωνα, για τον Ανδρέα μέσω του Σιφά, για τον Φίλιππο μέσω του Λιβανιήλ, για τον Ιάκωβο του Ζεβεδαίου, μέσω του Αδώνα, για τον Σίμωνα τον Κανανίτη μέσω του Μεγιδδών, για τον Ιάκωβο του Αλφαίου μέσω του Αδωράμ, για τον Θωμά μέσω του Ουμβιήλ, για τον Ματθαίο μέσω του Βιλδάι, για τον Βαρθολομαίο μέσω του Σιώνα, για τον Λεββαίο μέσω του Ελίμ και για τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ο οποίος ανέβαινε τώρα μόνος στο όρος, μέσω του Ιθουριήλ. Ο Σελία παρατηρεί κάτι διαφορετικό σ’ αυτόν τον μαθητή. Ο Ιθουριήλ του διηγείται για τις αλλαγές στην συμπεριφορά του Ιούδα και ότι φοβάται για την προδοσία του, διότι ζήλευε τον Ιωάννη, τον αγαπημένο μαθητή, ο οποίος επαινέθηκε στη συνέχεια από τον Σαλήμ, έναν από τους δύο φύλακες αγγέλους του Ιωάννη, ως παράδειγμα αθώας και ανυστερόβουλης αγάπης.

Ο Σατανάς τώρα εμφανίζεται στον κοιμισμένο Ιούδα μέσα σ’ ένα όνειρο υπό την μορφή του πεθαμένου πατέρα του και του υπενθυμίζει ότι ο Ιησούς θα προτιμά πάντα τον Πέτρο και τους γιους του Ζεβεδαίου, Ιάκωβο και Ιωάννη, στους οποίους θα δώσει μια πλούσια κληρονομιά. Λέει επίσης στον Ιούδα ότι οι υπόλοιποι απόστολοι τον μισούν. Τον συμβουλεύει λοιπόν να παραδώσει τον Ιησού στον Αρχιερέα, πρώτα για να πάρει ό,τι του οφείλεται και δεύτερον για να αναγκάσει τον Μεσσία να παρατήσει την ειρηνική του στάση και να γίνει μαχητικός, ώστε να επισπεύσει την βασιλεία του. Του λέει να ακούσει τον νεκρό πατέρα του και να πράξει έτσι. Ο Ιθουριήλ, που είχε διακρίνει τον δόλο του Σατανά, προσπαθούσε να ξυπνήσει τον Ιούδα, αλλά δεν τα κατάφερε προτού τελειώσει το όνειρο.

Ο Ιούδας ξυπνά τελικά και αμφιταλαντεύεται για το αν πρέπει να πράξει σύμφωνα με αυτά που του είπε ο πατέρας του στο όνειρό του ή όχι. Καταριέται τον τόπο εκείνον όπου κοιμήθηκε και την ημέρα που ο Μεσσίας τον κάλεσε στον κύκλο των μαθητών του. Ξέρει ότι πρέπει να κάνει μια εκλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ο Μεσσίας ξυπνά κι αυτός και έρχεται προς τους μαθητές του και τους λέει για τον επικείμενο χωρισμό τους σε λίγο, μόλις τελειώσει η μέρα που μόλις είχε αρχίσει, προσθέτοντας ωστόσο ότι θα τον έβλεπαν πάλι εντός ολίγου. Ο Ιούδας, ο οποίος κρατιόταν κρυμμένος από τους υπόλοιπους, ακούει τον Μεσσία με μίσος, αισθανόμενος οριστική την επίδραση μιας κακίας, που ήταν τόσο αυτή που είχε ενδιάθετη ο ίδιος μέσα του, όσο και και αυτή που του έχει εμπνεύσει με το όνειρο ο Σατανάς.

Τέταρτο άσμα (Συνέδριο των αρχιερέων και πρεσβυτέρων και ο Μυστικός Δείπνος)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αρχιερέας Καϊάφας, που έχει δει κι αυτός ένα σκοτεινό όνειρο από το Σατανά, συγκαλεί το Συνέδριο των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων, για να αποφασίσουν τελικά όλοι μαζί να συλλάβουν και να δικάσουν τον Ιησού, αυτόν τον ψευτομεσσία, που ξεσήκωνε το λαό με τα θαύματά του, στρέφοντάς τον εναντίον της εξουσίας τους. Τους διηγείται το όνειρό του, που το θεωρεί εμπνεόμενο από τον Θεό: ήταν ο ίδιος στον Ναό και προχωρούσε τρέμοντας προς τα Άγια των Αγίων του Ιεχωβά, όταν είδε σε όραμα τον Ααρών, ο οποίος με φοβερή φωνή τον επιτίμησε που ανεχόταν αυτόν τον Ναζωραίο που μόλυνε με την παρουσία τον Ναό, που δεν τηρούσε το Σάββατο και που εχθρευόταν τον Αβραάμ, τον Μωυσή και τον ίδιο τον Ααρών!

Ο Καϊάφας λέει στους συνέδρους πως ο Ιησούς έπρεπε να πεθάνει, προς υπεράσπιση των αποκαλύψεων του Θεού στον Μωυσή επί του όρους Σινά και χάριν του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης που η τήρησή του κινδύνευε από την διδασκαλία του Ναζωραίου. Αυτό προκαλεί μεγάλη χαρά στον Σατανά, ο οποίος είχε έρθει μαζί με τον Ιθουριήλ (τον άγγελο φύλακα του Ιούδα), πλησιάζοντας τον Ιούδα με σκοπό να τον κάνει να τον προδώσει και τώρα παρακολουθούσε αόρατος τι συνέβαινε. Μια θεολογική διαμάχη ξέσπασε τότε μεταξύ των Σαδδουκαίων και των Φαρισαίων στο συμβούλιο. Ο Φίλων, ένας Φαρισαίος, έχει αμφιβολίες ότι το όνειρό του Καϊάφα είναι όντως σταλμένο από τον Θεό, αλλά αποφασίζει με ακόμα μεγαλύτερη ζέση για τον θάνατο του Ιησού, που δεν είναι κατ’ αυτόν ο Μεσσίας, αλλά ένας ταραχοποιός ψευδοπροφήτης, που έπρεπε να πεθάνει παρουσία του λαού και των Ρωμαίων.

Ο Γαμαλιήλ συμβουλεύει να αφήσουν το πράγμα στον Θεό και να μην χύσουν αίμα δικαίου. Ο Νικόδημος τον ευχαριστεί ανοιχτά γι’ αυτό και τολμά να υπερασπιστεί με έναν μεγάλο και έντονα συναισθηματικό λόγο του τον Ιησού, τονίζοντας την άμεμπτη ζωή του, φέροντας πολλά παραδείγματα για την αποστολή, τα θαύματά του και την ειρηνοποιό του δράση και τα κηρύγματά του για μια καινή διαθήκη με τον Θεό και για την αιώνιο ζωή, για την οποία ο Πατέρας Θεός θα προσφέρει τη ζωή του Υιού του. Το συνέδριο φαίνεται να είναι θετικά διακείμενο προς τον Ιησού μετά τον λόγο του Νικόδημου και ο Ιθουριήλ, βλέποντας στον Νικόδημο το πρωτότυπο του νέου ανθρώπου, ψάλλει έναν ύμνο προς την ανακαινισμένη δημιουργία, κατά το παράδειγμα του Ελόα. Ο Φίλων τότε στη δευτερολογία του απαγγέλει έναν διαπρύσιο λόγο υπέρ των παραδόσεων του Ισραήλ, συνοδευόμενο με έναν λίβελο κατά του Μεσσία, του Γαμαλιήλ και του Νικόδημου, που του υπέβαλε προηγουμένως ο Σατανάς. Ο Νικόδημος απαντά στον Φίλωνα και φεύγει μαζί με τον Ιωσήφ από το συνέδριο. Έρχεται ο Ιούδας και αναφέρει ιδιαιτέρως στον Καϊάφα τις προθέσεις του, τις οποίες ο Καϊάφας αποκρύπτει από τη συνέλευση, επαινώντας τον προδότη γι’ αυτές.

Στο μεταξύ, ο Μεσσίας πλησιάζει την Ιερουσαλήμ, και στέλνει τον Πέτρο και τον Ιωάννη στην πόλη, για να ετοιμάσουν το τελευταίο δείπνο. Ο Πέτρος φτάνοντας στο κατώφλι της οικίας, βλέπει την μητέρα του Ιησού, τον αναστηθέντα Λάζαρο, την αδερφή του Μαρία, την Τσίδλι, τη αναστημένη θυγατέρα του Ιαείρου, και τον Σεμίδα, τον αναστημένο γιο της χήρας από τη Ναΐν (και αγαπημένο της Τσίδλι), που είχαν έρθει ψάχνοντας τον Ιησού. Η μητέρα του Ιησού αναλογίζεται την παιδική του ηλικία και βλέπει προφητικά τον θάνατο και την ανάστασή Του. Βλέποντας τον Πέτρο, όλοι έρχονται προς αυτόν. Ο Ιωάννης τους λέει ότι ο Ιησούς όπου να ’ναι θα ερχόταν από τη Βηθανία. Περιμένουν όλοι σιωπηλοί, μέχρις ότου η Μαρία, πιστεύοντας πως θα συναντήσει τον γιο της στο δρόμο προς τη Βηθανία, φεύγει για εκεί. Ο Ιησούς όμως είχε πάρει έναν άλλο δρόμο, καθυστερώντας στον Γολγοθά. Στέκεται κοντά στον νέο τάφο του Ιωσήφ και σκέφτεται τον θάνατο και την ανάστασή του.

Φτάνει τώρα το βράδυ. Ο Ιούδας πλησιάζει στα τείχη της Ιερουσαλήμ, ερχόμενος προς αυτούς. Ο Ιθουριήλ λέει στον Μεσσία για την προδοσία του Ιούδα και ότι δεν μπορεί να είναι πια φύλακας άγγελος του προδότη. Ο Ιησούς τότε τον ορίζει δεύτερο φύλακα άγγελο του Πέτρου. Ο Ιησούς εισέρχεται στην πόλη και κάθεται μαζί με τους άλλους μαθητές για το δείπνο, όπου συντρώγουν τον αμνο της Διαθήκης. Τους λέει έπειτα για τον θάνατό του, τους αποχαιρετά, προφητεύει για τον προδότη του, που βρίσκεται ανάμεσά τους, και εγκαθιδρύει την Θεία Ευχαριστία ως ανάμνηση του θανάτου του. Ο Ιωάννης πέφτει στα πόδια του Ιησού, βλέποντας το σκεύος της Ευχαριστίας και τους συγκεντρωμένους αγγέλους. Ο Ιούδας θέλει να μιμηθεί τον Ιωάννη. Ο Ιησούς του λέει να σηκωθεί ξανά και προφητεύει ξανά για την προδοσία του, δίνοντάς του το κομμάτι ψωμί βουτηγμένο στο ζωμό. Ήταν πια νύχτα. Ο Ιούδας, πηγαίνοντας στον Καϊάφα, σκέφτεται ότι αν κινδυνέψει να συλληφθεί ο Ιησούς θα αναγκαστεί να δραστηριοποιηθεί και να αποδείξει την Θεότητά του. Αν πάλι πεθάνει, τότε το γεγονός ότι τόσες φορές ξέφυγε από τον Εχθρό θα αποδειχθεί απλή σύμπτωση και άρα δεν ήταν ο απεσταλμένος του Θεού, αλλά ένας απλός ονειροπόλος.

Τώρα η σύναξη των μαθητών είναι εντελώς αγία. Ο Ιησούς τους μιλά για τον τρόπο με τον οποίον θα δοξαστεί, ότι θα δώσει τη ζωή του για τις αμαρτίες των ανθρώπων και για την ανακαίνισης πάσης της κτίσεως, αλλά ότι θα τον δουν ξανά συντόμως κοντά τους. Η τολμηρή απάντηση του Πέτρου, ότι θα έδινε ακόμα και τη ζωή του γι’ αυτόν, και η αναγγελία από τον Ιησού της μελλοντικής του απιστίας. Ο Ιησούς προτρέπει τους μαθητές του να κρατούν την εντολή του, να αγαπούν αλλήλους και προσεύχεται γονατιστός στο Θεό να τους χαρίσει την αιώνια ζωή. Έπειτα σηκώνεται για να πάει στο Όρος των Ελαιών, για να παραδοθεί στην κρίση του Θεού. Καθώς πλησιάζουν στην κοιλάδα του Κεδρών, στέκεται για λίγο σε έναν λόφο και περιγράφει στον Γαβριήλ έναν συγκεκριμένο κήπο στη Γεθσημανή όπου θα πρέπει να συγκεντρώσει τους αγγέλους.

Πέμπτο άσμα (Η προσευχή στη Γεθσημανή και η θεϊκή κρίση)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιεχωβά με φοβερή όψη αφήνει τον αιώνιο θρόνο του για να κατέλθει στο όρος Θαβώρ όπου θα κρίνει τον Μεσσία, τον Μεσίτη και Θεάνθρωπο Υιό του. Ο Ελόα ακολουθεί με διαταγή του Θεού από κοντά, μέσα στο άρμα που είχε πάρει κάποτε τον Προφήτη Ηλία στους ουρανούς. Με τη δύση του ηλίου έρχονται οι ψυχές των έξι σοφών εξ Ανατολών, αυτών που είχαν καθοδηγηθεί από το άστρο της Βηθλεέμ και είχαν προσκυνήσει μαζί με τους βοσκούς τον νεογέννητο Ιησού. Τα ονόματά τους είναι Αδάδ, Σελιμά, Σιμρί, Μιρτζά, Βελέδ και Σουνίθ. Ο Σελιμά, απευθύνεται στον Θεό, χαιρετώντας τον ως τον Αιώνιο Πατέρα του Αιώνιου Θεού.

Ο Θεός κατεβαίνοντας περνά από τα άστρα. Ο πρώτος, αντίστοιχος του Αδάμ, μιας αναμάρτητης και αθάνατης γενεάς ανθρώπων, που διέμεναν σε μιαν άλλη γη κάποιου άλλου ήλιου μιλά στα παιδιά του, την γενιά εκείνου του κόσμου, για τον Θεό που τον βλέπουν να περνά από τα άστρα θυμωμένος. Όλοι τον χαιρετούν, ως τον Κύριο της ζωής και τρέμουν το θυμό που φαίνεται να έχει Αυτός για τους συγγενείς τους, τους κατοίκους της αμαρτωλής γης. Ο Θεός πλησιάζει τη γη αργά και ο Ελόα βλέπει ταυτοχρόνως Αυτόν και τον Μεσσία. Ο Θεός τώρα βρίσκεται στην κορυφή του Θαβώρ, καλυμμένος από τη βαθιά νύχτα. Βλέπει πρώτα τις στρατιές των αγγέλων του Ουρανού. Έπειτα αντικρίζει την ανθρώπινη ειδωλολατρεία να κυριαρχεί παντού στη γη. Οι αμαρτίες των ανθρώπων κατά του Δημιουργού τους είναι αμέτρητες.

Ο Ελόα καλεί με σάλπισμα κάποιον να προσέλθει στο κριτήριο του Θεού, ιστάμενος στη θέση της ανθρωπότητας. Ο Μεσσίας ακούει την κλήση, φτάνοντας με τρεις μαθητές του στη Γεθσημανή. Προχωρά μόνος του για να προσευχηθεί. Ο Θεός αρχίζει την κρίση. Ο Μεσσίας προσεύχεται προς τον Πατέρα Του. Νιώθει τα βάσανα των καταδικασμένων σε αιώνιο θάνατο. Το πάθος του αυξάνεται. Στάλες αίματος πέφτουν μαζί με τον ιδρώτα του. Ο δαίμονας Αδραμελέχ έρχεται για να τον χλευάσει, όμως στο βλέμμα του Μεσσία, ακριβώς το ίδιο που θα έχει Εκείνος όταν θα είναι στη Δευτέρα Παρουσία Του, μένει ενεός, χωρίς αισθήσεις. Ο Μεσσίας έρχεται να δει τους κοιμισμένους τρεις Αποστόλους. Τώρα έχει περάσει η πρώτη ώρα. Οι Ουρανοί, που γιορτάζουν το δεύτερο Σάββατο, ψέλνουν γι’ αυτό.

Ο Μεσσίας προσέρχεται εκ νέου στο κριτήριο. Φτάνει ο Αββαδόνα, που έψαχνε τον Μεσσία για καιρό. Στην αρχή εκλαμβάνει τον κοιμισμένο Ιωάννη ως τον Μεσσία. Στο τέλος τον αναγνωρίζει, βλέποντάς τον να προσεύχεται γεμάτος αγωνία και πόνο και προχωρά για να του μιλήσει. Έρχεται όμως τότε ο Γαβριήλ και ο Αββαδόνα βλέπει τα Σεραφείμ να πετούν στον ουρανό. Έπειτα βλέπει την ματωμένη όψη του Μεσσία και φρίττει κατανοώντας την Θεότητά του και αναγνωρίζοντας Αυτόν ως τον Υιό του Θεού, που κάποτε έριξε όλους τους επαναστάτες αγγέλους στην άβυσσο, μεταξύ των οποίων και αυτόν τον ίδιο. Ο Αββαδόνα αισθάνεται τότε ότι τα δικά του βάσανα δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτά του Μεσσία. Δεν θέλει πια να είναι αποστάτης άγγελος. Αλλά νιώθει ότι ο Μεσσίας θα δώσει τη ζωή του μόνο χάρη των ανθρώπων. Ο Αββαδόνα φεύγει προτού σηκωθεί από την προσευχή ο Μεσσίας. Ο Μεσσίας σηκώνεται για δεύτερη φορά πηγαίνοντας στους μαθητές του και οι Ουρανοί ψάλλουν ξανά.

Ο Μεσσίας προσέρχεται για τρίτη φορά στο κριτήριο, προσφέροντας το αίμα του για τη σύναψη της Καινής Διαθήκης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Ο Θεός βλέπει από το Θαβώρ την αγωνία του θανάτου στην όψη του Χριστού. Ο Ελόα τότε στέλνεται από τον Θεό για να ψάλλει στον Μεσσία ένα άσμα θριάμβου για την μελλοντική του δόξα. Ο Μεσσίας φαιδρύνεται για λίγες στιγμές. Έπειτα τα βάσανά του γίνονται μεγαλύτερα από ό,τι ήταν προηγουμένως. Όλα τα Σεραφείμ, εκτός από τον Ελόα και τον Γαβριήλ, φεύγουν, μη μπορώντας να αντέξουν την αγωνία Του. Ο Μεσσίας βγαίνει νικητής από την κρίση του Θεού. Τώρα έχει περάσει η τρίτη ώρα. Οι άγγελοι ψέλνουν και ο Θεός επιστρέφει στον θρόνο του.

Έκτο άσμα (Προδοσία, σύλληψη και δίκη του Χριστού στο Συνέδριο)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο Ελόα και ο Γαβριήλ συνομιλούσαν για τα πάθη του Μεσσία στον κήπο της Γεθσημανή, φτάνει ο προδότης Ιούδας και η σπείρα για τη σύλληψη του Ιησού. Ο Ιούδας τους λέει ότι αυτός που θα χαιρετήσει με φίλημα θα είναι ο καταζητούμενος. Η σπείρα επιπίπτει στους κοιμισμένους ακόμα μαθητές. Εμφανίζεται ο Ιησούς και τους ρωτά ποιον ζητούν. Τον Ιησού τον Ναζωραίο, είναι η απάντηση. Οι μαθητές σηκώνονται για να υπερασπιστούν τον Κύριό τους. Εγώ είμαι αυτός που ζητείτε, λέει ο Ιησούς και τότε όλοι πέφτουν σαν νεκροί χάμω. Όταν συνέρχονται, ο Ιούδας προχωρά και δίνει το φιλί της προδοσίας στον Ιησού, ο οποίος αφήνει να τον συλλάβουν, θεραπεύοντας την πληγή ενός από την σπείρα, ο οποίος είχε δεχτεί ένα χτύπημα από τον Πέτρο με μαχαίρι.

Στο μεταξύ οι συγκεντρωμένοι αρχιερείς περιμένουν ανήσυχοι, ώσπου έρχεται ένας κήρυκας που τους αναγγέλλει πως ο Ιησούς με έναν λόγο έριξε όλους από τη σπείρα νεκρούς. Τρόμος καταλαμβάνει το συνέδριο των αρχιερέων. Ένας δεύτερος κήρυκας τους αναγγέλλει τη σύλληψη του Ιησού και τον φόβο που διακατείχε την σπείρα που τον οδηγούσε προς τα εκεί. Ένας τρίτος τους λέει θριαμβευτικά ότι ο Γαλιλαίος συνελήφθη και είναι τώρα κοντά, ενώ οι μαθητές του είχαν σκορπιστεί. Τότε ο Σατανάς εισήλθε στην αίθουσα του συνεδρίου και μαζί με αυτόν ξέσπασε όλη η χαρά της Κόλασης μεταξύ των συνέδρων. Επειδή όμως ο Ιησούς δεν εμφανιζόταν, έστειλαν μια φρουρά με τον Φίλωνα επικεφαλής για να δουν τι συμβαίνει.

Η σπείρα είχε πάει με τον Ιησού στο σπίτι του Άννα, πεθερού του Καϊάφα, που ήθελε να δει τον Ιησού. Αυτός ρώτησε τον Ιησού για την διδασκαλία του και αν ακολουθούσε τις διδασκαλίες του Μωυσή. Η απάντηση του ήταν ότι κάθε ημέρα ήταν φανερά στον Ναό και δίδασκε και ότι γι’ αυτό μπορούσαν να ερωτηθούν αυτοί που τον είχαν ακούσει. Την ώρα εκείνη μπήκε οργισμένος ο Φίλων με τη φρουρά για να οδηγήσει τον Ιησού στον Καϊάφα. Ο Ιωάννης, ο μαθητής του Ιησού, απελπίζεται όταν βλέπει να οδηγούν τον Ιησού στον Καϊάφα.

Ο Μεσσίας τώρα εμφανίζεται ενώπιον του Συνεδρίου. Την ίδια στιγμή ήρθε από το γειτονικό ανάκτορο με μικρή συνοδεία η ενάρετη γυναίκα του Ποντίου Πιλάτου, Πορτία, θέλοντας να δει τον Ιησού. Ο Φίλων κατηγορούσε τον Ιησού ως επαναστάτη κατά του Νόμου και ως βλάσφημο γιατί έλεγε ότι υπήρχε πριν τον Αβραάμ, εξισώνοντας τον εαυτό Του με τον Θεό. Αυτό επέσυρε την ποινή του θανάτου. Θα πέθαινε λοιπόν και δεν θα μπορούσε να επαναφερθεί στη ζωή, όπως έκανε με αυτούς που ανέστησε! Μόλις ο Φίλων ετοιμαζόταν να καταραστεί τον Μεσσία, χλόμιασε ξαφνικά χάνοντας τη μιλιά του, καθώς πάνω του έριξε βλέμμα τρομακτικό ο Οβαδδών, ο Άγγελος του Θανάτου. Ο Ιεχωβά όμως ανέβαλε τον θάνατο του βλάσφημου, ο οποίος έντρομος δεν μπορούσε να συνεχίσει, δίνοντας τον λόγο στον Καϊάφα. Η Πορτία βλέποντας με πόση γαλήνη και καρτερικότητα αντιδρούσε στις επιθέσεις του Φίλωνα ο Ιησούς, τον θαύμασε. Μάταια έστρεφε ωστόσο το βλέμμα της, να βρει κάποιον υποστηρικτή του ανάμεσα στους συνέδρους. Μόνος ένας φαινόταν να τον υποστηρίζει, κι εκείνος ήταν ειδωλολάτρης.

Ο Καϊάφας τώρα καλεί κάποιους ψευδομάρτυρες κατά του Ιησού. Πρώτα ένας τον κατηγόρησε για την επίθεση κατά των εμπόρων στο Ναό. Ένας άλλος ότι, ενώ ήθελε να έχει υπό την εξουσία του τον Ναό, μόλις τα πλήθη τον ανακήρυξαν βασιλιά των Ιουδαίων, αυτός έφυγε μακριά από αυτούς. Ένας Λεβίτης είπε ότι ο Ιησούς έλεγε ότι μπορεί να συγχωρεί τις αμαρτίες, σαν να ήταν Θεός, καθώς και ότι θεράπευε το Σάββατο. Κάποιος άλλος έλεγε ότι ο Ιησούς είπε να καταστρέψουν τον Ναό και αυτός θα τον ανεγείρει σε τρεις ημέρες. Ένας άλλος μαρτύρησε ότι σύχναζε με τελώνες και αμαρτωλούς. Ο Ιησούς παρέμεινε γαλήνιος στις κατηγορίες, πράγμα που εξόργισε τον Καϊάφα που του φώναξε, στο όνομα του Θεού του ζώντος, να απαντήσει αν είναι αυτός ο Χριστός, ο Υιός του Υψίστου.

Ο Ιησούς στράφηκε προς τον Ουρανό και έπειτα απάντησε στον Καϊάφα λέγοντας ότι το είπε αυτός από μόνος του και ότι θα δουν τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται με τις νεφέλες εκ δεξιών της Δύναμης του Θεού, για να κρίνει τον κόσμο. Ο Καϊάφας τότε γεμάτος οργή έσχισε τα ιμάτιά του και είπε ότι δεν υπάρχει χρεία μαρτύρων, γιατί ο κατηγορούμενος βλασφήμησε τον Ιεχωβά και πρέπει να καταδικαστεί σε θάνατο, πράγμα στο οποίο συνηγόρησε, με πύρινο λόγο του ο Φίλων. Τότε η φρουρά πήρε με βία τον Ιησού από εκεί, ενώ οι άγγελοι Γαβριήλ και Ελόα άρχισαν νέα συνομιλία για τις μυστηριώδεις βουλές και τα ανεξερεύνητα μυστήρια του Αιώνιου Θεού.

Η καλή Πορτία, που δεν μπορούσε να βλέπει άλλο τις ταλαιπωρίες του Ιησού, αποτραβήχτηκε να προσευχηθεί στον Έναν Θεό, όποιο και να ήταν το όνομά του, Δίας, Ιεχωβά ή Θεός του Αβραάμ. Άκουσε τότε βαρείς στεναγμούς να έρχονται από την αυλή του κτηρίου. Ήταν ο Πέτρος, που θρηνούσε, γιατί είχε απαρνηθεί τρεις φορές τον Κύριο. Ο Ιωάννης ήταν κοντά του, προσπαθώντας να τον παρηγορήσει.

Έβδομο άσμα (Δίκη και καταδίκη του Ιησού από τον Πόντιο Πιλάτο)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξημερώνει η μέρα του θανάτου του Ιησού. Ο άγγελος Ελόα ψέλνει για τα πάθη και την θυσία του και όλοι οι άγγελοι ανταποκρίνονται με άσματα. Άλλες ήταν οι σκέψεις αυτών που συνέλαβαν τον Χριστό, σκέψεις που έκανε και ο Σατανάς. Το Συνέδριο κάνει ακόμα μια σύσκεψη, όπου ο Φίλων λέει να μην καθυστερούν, γιατί ο Ιησούς πρέπει να πεθάνει προτού τελειώσει η μέρα. Έτσι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι οδηγούν τον Μεσσία στον Πιλάτο, που θαυμάζει βλέποντας όλους αυτούς τους επίσημους Ιουδαίους να έχουν έρθει να κατηγορήσουν έναν μόνο άνδρα. Ο Καϊάφας κατηγορεί τον Ιησού τον Ιησού για προσβολή του Μωυσή και του Νόμου, καθώς και για το ότι έλεγε ότι ήταν βασιλιάς των Ιουδαίων, αμφισβητώντας την εξουσία του Καίσαρα, κάνοντας μάλιστα και θριαμβευτική είσοδο στην Ιερουσαλήμ. Ο Φίλων κάνει το ίδιο, κατηγορώντας τον Ιησού για ψευδοπροφήτη, ταραχοποιό και επαναστάτη, που ξεσήκωνε τα πλήθη για να αναγκάσει τους αρχιερείς να τον αναγορεύσουν βασιλιά. Ο Μεσσίας δεν δίνει την παραμικρή σημασία σε αυτούς, τους θυσιαστές του. Ο Πιλάτος παίρνει τον Ιησού στον Πραιτώριο για να τον ακούσει ιδιαιτέρως.

Στο μεταξύ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, βασανισμένος από τις τύψεις που παρέδωσε ένα αθώο και αμφιβάλλοντας τώρα για τα κίνητρά του, επιστρέφει τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας, βγαίνει από την πόλη και αυτοκτονεί με απαγχονισμό, κρεμασμένος από ένα δέντρο. Ο Ιθουριήλ, ο πρώην φύλακας άγγελός του, χαίρεται με την αυτοτιμωρία του και ο Οβαδδών, ο άγγελος του Θανάτου παίρνει την ψυχή του Ιούδα για να την οδηγήσει στην Κόλαση. Στο Πραιτώριο, ο Πιλάτος ρωτά τον Ιησού αν ήταν βασιλιάς. Αν είχα κάποιο βασίλειο στη γη, οι οπαδοί μου θα με είχαν υπερασπιστεί, ήταν η απάντηση. Ξαναρωτά ο Πιλάτος: Είσαι όμως βασιλιάς; Είμαι ο βασιλιάς των Ουρανών, απαντά ο Μεσσίας, που ήρθε στον κόσμο για να πει την αλήθεια. Τι είναι αλήθεια; τον ρωτά ο Πιλάτος και επανέρχεται στους ιερείς, λέγοντάς τους ότι δεν βρίσκει κάτι μεμπτό στον Ιησού. Αφού, ωστόσο, είναι Γαλιλαίος και κατηγορείται ως επαναστάτης, θα τον στείλει στον Ηρώδη Αντίπα, που ηγεμόνευε στη Γαλιλαία. Έρχεται τώρα η Μαρία, βλέπει τον γιο της και τρέχει, πονεμένη, στην Πορτία, επειδή είχε ακουστά για την καλοσύνη της και την παρακαλεί να πει στον σύζυγό της να μην καταδικάσει έναν αθώο. Η Πορτία θαυμάζει που η μητέρα του Ιησού ήρθε σε αυτήν, πόσω μάλλον που ήθελε και η ίδια να παρέμβει μιλώντας στον Πιλάτο, επειδή είχε δει ένα προφητικό όνειρο για τον Ιησού. Διηγείται το όνειρό της στην Μαρία: είχε δει τον φιλόσοφο Σωκράτη να τις μιλά για τον Ιησού ως τον πιο έξοχο των ανθρώπων, αν δεν ήταν κάτι παραπάνω από άνθρωπος, καθώς και να της λέει πως θα τον έφερναν στον Πιλάτο για να τον δικάσει.

Ο Ιησούς οδηγείται τώρα στον Ηρώδη. Πολλοί από τους δώδεκα μαθητές του Ιησού, όπως ο Πέτρος, ο Ιωάννης, ο Λεββαίος, ο Ναθανιήλ και πολλοί από τους εβδομήντα μαθητές, καθώς και η Μαρία Μαγδαληνή ήταν ανάμεσα στο πλήθος έξω από το ανάκτορο του Ηρώδη. Μέσα ο Φαρισαίος Φίλων κατηγορούσε στον Ηρώδη τον Χριστό. Ο Ηρώδης ζητά τώρα από τον Ιησού να πραγματοποιήσει ένα θαύμα, ο Ιησούς όμως σιωπά. Ο Καϊάφας, με ένα κατηγορητήριο κατά του Μεσσία, παροργίζει ακόμα περισσότερο τον Ηρώδη, που τον εμπαίζει και τον ξαναστέλνει στον Πιλάτο. Το πλήθος από έξω τώρα αυξάνεται, καθώς προσέρχονταν πολλοί που είχαν συρρεύσει για την γιορτή του Πάσχα. Ο Φίλων στέλνει ανάμεσα στο πλήθος πολλούς δικούς του έμπιστους για να προδιαθέτουν τα πλήθη κατά του Ιησού. Στο μεταξύ ο Πιλάτος διατάζει να φέρουν έναν γνωστό ληστή και δολοφόνο, τον Βαρραβά, για να τον παρουσιάσει μαζί με τον Ιησού στον λαό, ώστε να ζητήσουν αυτοί την απελευθέρωση του, προτιμώντας τον από τον Βαρραβά.

Η Πορτία στέλνει μία δούλα στον Πιλάτο να του μεταφέρει το όνειρο της και να του ζητήσει να μην καταδικάσει τον Ιησού. Ο Φίλων αντιλαμβάνεται τις προθέσεις του Πιλάτου που κρύβονταν πίσω από την παρουσίαση του Βαρραβά στα πλήθη. Με ένα λόγο του προς τον κόσμο και με την αρωγή των άλλων ιερέων, που επιδοκιμάζουν τα λόγια του, φανατίζει το πλήθος, το οποίο μέχρι τότε ήταν προδιατεθειμένο υπέρ του Ιησού, ώστε να στραφεί τώρα εναντίον του ζητώντας την σταύρωσή του. Ο Πιλάτος με μια τελετουργική νίψη των χειρών δείχνει πως είναι αθώος για το αίμα του Ιησού. Ο λαός παίρνει πάνω του την ευθύνη για τον θάνατο του Μεσσία. Το αίμα αυτού ας πέσει πάνω σε μας και στα παιδιά μας, λένε. Ο Βαραββάς ελευθερώνεται και ο Ιησούς γυμνώνεται και οδηγείται από τη φρουρά σε έναν στύλο για τη μαστίγωση με το φραγγέλιο. Ο Πιλάτος παρουσιάζει τον μαστιγωμένο Ιησού, ντυμένο με την κόκκινη χλαμύδα και φέροντας στην κεφαλή τον στέφανο εξ ακανθών, ξανά μπροστά στα πλήθη, για να τους συγκινήσει και να τον λυπηθούν.

Ο Πιλάτος κάνει μερικές ακόμα μάταιες προσπάθειες να σώσει τον Ιησού. Όλοι φώναζαν, Σταύρωσον αυτόν! Ο Καϊάφας λέει στον Πιλάτο ότι σύμφωνα με τον νόμο τους ο Ιησούς πρέπει να πεθάνει, γιατί έλεγε για τον εαυτό του ότι ήταν Υιός του Θεού. Ο ειδωλολάτρης Πιλάτος, γεμάτος φόβο, επειδή άκουσε να καταγγέλεται ο Ιησούς ως υιός Θεού, τον παίρνει πάλι μέσα στο ανάκτορο και τον ρωτά ποιος είναι. Λέει με νόημα στον Ιησού ότι είναι υπό την εξουσία του να τον κάνει ό,τι θέλει. Ο Ιησούς στην αρχή δεν απαντά, μετά του λέει ότι η εξουσία αυτή για την οποία μιλά του δόθηκε μόνο άνωθεν. Ο Πιλάτος γυρεύει για μια ακόμα φορά να τον ελευθερώσει. Όμως στην κατηγορία των ιερέων, ότι έτσι δείχνει ότι δεν είναι φίλος του Καίσαρα, παραδίδει τον Ιησού στους αρχιερείς, για να σταυρωθεί.

Όγδοο άσμα (Η Σταύρωση και ο κόσμος των πνευμάτων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ελόα αναγγέλλει στους Ουρανούς ότι ο Χριστός οδηγείται στη θυσία. Δίνει εντολή να σχηματίσουν όλοι οι άγγελοι της γης πετώντας έναν κύκλο γύρω από τον Γολγοθά και κατέρχεται κι αυτός για να καθαγιάσει τον λόφο. Ύστερα προσκυνά από τον Γολγοθά τον Μεσσία που πλησιάζει αργά φέροντας στους ώμους τον σταυρό. Ο κύκλος των αγγέλων απλώνεται τώρα γύρω από τον Γολγοθά. Ο Γαβριήλ οδηγεί τις ψυχές των προπατόρων, Αδάμ και Εύας, από τον ήλιο πάνω στο όρος των Ελαιών. Ο Σατανάς και ο Αδραμελέχ πετούν με μιαν άγρια έκφραση θριάμβου γύρω από τον σταυρό. Ο Ελόα τους διατάζει στο όνομα του Κυρίου να απομακρυνθούν και αυτοί στη φυγή τους πέφτουν μέσα στη Νεκρά Θάλασσα.

Ο Ιησούς εξαντλημένος φτάνει στον Γολγοθά. Συνομιλεί με όσες θρηνούν γι’ αυτόν. Τώρα βρίσκεται πάνω στον λόφο. Οι σταυρωτές υψώνουν τον σταυρό και τα έγκατα της γης τρέμουν. Ο Αδάμ προσεύχεται. Οι σταυρωτές πλησιάζουν στον Λυτρωτή και όλη η κτίση βουβαίνεται. Ο Πατέρας κοιτάζει τον Υιό, ενώ τον σταυρώνουν και ο Ελόα γνωστοποιεί σε όλη την κτίση ότι το αίμα του Λυτρωτή κυλά. Ο Θεάνθρωπος κοιτάζει κάτω προς τον λαό και παρακαλεί τον Πατέρα να τους συγχωρέσει, διότι δεν γνωρίζουν τι κάνουν. Ο ένας από τους δύο κακούργους που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό μεταστρέφεται και ο Ιησούς του λέει ότι σήμερα θα είναι μαζί του στον Παράδεισο. Η ψυχή του μετανοημένου ληστή παραδίδεται από τον Χριστό στο Σεράφ Αβδιήλ για να την μεταφέρει στον Παράδεισο.

Ο Ουριήλ εκτελεί την εντολή που του δόθηκε από τον Ελόα για την ώρα της σταύρωσης. Βγάζει από την τροχιά της την Αδαμίδα, την σφαίρα στην οποία υπάρχουν οι ψυχές όλων των ανθρώπων πριν ακόμα γεννηθούν στη γη, τοποθετώντας την μπροστά στον ήλιο. Μόλις κρύβεται ο ήλιος επικρατεί παντού βαθύ σκότος και η γη σείεται δυνατότερα. Ο Λυτρωτής υποφέρει στον σταυρό. Ο Ουριήλ οδηγεί τις αμέτρητες ψυχές των μελλοντικών ανθρώπινων γενεών από την Αδαμίδα στη γη. Η Εύα βλέπει τις ψυχές να έρχονται και μιλάει γι’ αυτές στον Αδάμ. Πολλές από αυτές τις ψυχές θα είναι οι μελλοντικοί μάρτυρες του Χριστού. Ο Λυτρωτής κοιτάζει με ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη τις ψυχές. Η κεφαλή του Ιησού τώρα γέρνει το στήθος του. Σύννεφα σκεπάζουν τον σταυρό και ξανά σεισμός συνταράζει την γη. Ξεσπά μια δυνατή καταιγίδα και ένας τρομαχτικός κεραυνός πέφτει στη Νεκρά Θάλασσα.

Ο Ελόα αποφασίζει να ανεβεί στον Θρόνο του Υψίστου για να βλέπει ενώπιος ενωπίω τον Ιεχωβά. Τον συνοδεύουν δύο άγγελοι του θανάτου που ο Θεός στέλνει κάτω στον Γολγοθά. Η Εύα νιώθει υπέρμετρη συγκίνηση. Μη μπορώντας να αντέξει άλλο τη θέα του θνήσκοντος Μεσσία, κοιτάζει την Μαρία, αντιλαμβανόμενη ότι είναι η μητέρα του Σωτήρα. Οι δύο άγγελοι του θανάτου, ντυμένοι με τους τρόμους του Ιεχωβά, έρχονται από την Ανατολή. Φτάνουν στον Γολγοθά και βλέπουν με πύρινα μάτια κατάματα τον Χριστό. Έπειτα πετούν επτά φορές γύρω από τον σταυρό. Ο Ιησούς σηκώνει το κεφάλι του και τους βλέπει. Μεγάλος πόνος πιάνει τους προπάτορες, ιδίως την Εύα, από την άφιξη των αγγέλων του θανάτου. Οι άγγελοι του θανάτου ανεβαίνουν στον ουρανό. Η θλίψη της Εύας ξεσπά σε μια προσευχή προς τον Ιησού, τον Σωτήρα και υιό της. Μόλις ο Λυτρωτής τής ρίχνει ένα ευσπλαχνικό βλέμμα, η μητέρα των ανθρώπων, Εύα, νιώθει άφατη γαλήνη.

Ένατο άσμα (Η Σταύρωση και οι μαθητές του Χριστού. Ο άγγελος Αββαδόνα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ελόα επιστρέφει από τον Ουρανό και και λέει στους προπάτορες ότι δεν του επετράπη από έναν άγγελο του θανάτου να πλησιάσει τον Θρόνο του Κριτή Θεού. Ο Ιησούς, με γερμένο κεφάλι πάνω στο στήθος, φαινόταν σαν να κοιμόταν. Διασκορπισμένοι γύρω από τον λόφο ήταν όλοι αυτοί που τον αγαπούσαν. Όμως, μόνο ο αγαπημένος μαθητής του, ο Ιωάννης και η μητέρα του Ιησού, Μαρία, ήταν κοντά στον σταυρό. Ο Πέτρος, ακόμα γεμάτος πόνο που είχε απαρνηθεί τρις τον Σωτήρα εγκαταλείποντάς τον στους σταυρωτές του, έβλεπε από ένα γειτονικό ύψωμα προς τον Γολγοθά και ο προστάτης άγγελός του, Ιθουριήλ, προσπαθούσε να τον παρηγορήσει. Τότε ο Πέτρος, που ένιωσε να συνέρχεται κάπως από την απελπισία του, αποφάσισε να γυρέψει τους φίλους του Σωτήρα για να βρει παρηγοριά από αυτούς. Κοίταξε προς την Ιερουσαλήμ, αλλά η πόλη ήταν μέσα στη σκοτεινιά.

Ο Πέτρος παρατήρησε ότι κάποιοι ξένοι, από αυτούς που προσέρχονταν στην πόλη για την εορτή, ήταν λυπημένοι για τον Ιησού. Ένας από αυτούς, ένας Αιθίοπας ντυμένος με πλούσια ενδυμασία, αυτός που θα βάπτιζε αργότερα ο Φίλιππος, αναρωτιόταν τι έφταιξε ο Ιησούς και τον σταύρωσαν. Ο Σαμμά, αυτόν που θεράπευσε ο Ιησούς στα μνήματα, του είπε ότι σκοτώνουν αυτόν που θεράπευσε τόσους αρρώστους, τυφλούς και χωλούς. Κι εμένα τον ίδιο με γλίτωσε από τον δαίμονα, είπε. Του παίρνουν τη ζωή γιατί ανέστησε νεκρούς, πρόσθεσε. Βλέποντας τον Πέτρο, άρχισε συνομιλία μαζί του. Ο Πέτρος βρίσκει μετά τον Λεββαίο, που από τον πόνο και τα δάκρυα δεν μπορούσε να του μιλήσει. Βρίσκει μετά τον αδερφό του, Ανδρέα. Τα δυο αδέρφια αγκαλιάστηκαν και μετά χώρισαν ξανά. Ο Πέτρος βρίσκει τον Ιωσήφ από Αριμαθαίας και τον Νικόδημο. Του λένε ότι ήταν καιρό κρυφοί μαθητές του Ιησού, μα τώρα έχουν αποφασίσει να τον αναγνωρίσουν, μπροστά σε όλους τους Ιουδαίους.

Ο Πέτρος κατευθύνθηκε ξανά προς τον Γολγοθά. Βλέπει κοντά στο σταυρό τον Ιωάννη και την μητέρα του Ιησού να στέκονται πλάι-πλάι σιωπηλοί και πονεμένοι. Έπειτα βλέπει και άλλους πιστούς και μαθητές του Χριστού, ανάμεσά τους τη Μαρία Μαγδαληνή, την Μαρία του Κλωπά και την Μαρία (ή Σαλώμη), γυναίκα του Ζεβεδαίου, πατέρα του Ιωάννη και Ιακώβου. Δίπλα στο σταυρό πετούσαν οι ψυχές των Πατριαρχών, Αβραάμ, Ισαάκ και Μωυσή και συνομιλούσαν. Ο Αβραάμ προσευχόταν στον Λυτρωτή Μεσσία. Ο Ισαάκ παρατήρησε ότι ένα Χερουβείμ έφερνε ενώπιον του εσταυρωμένου ευσεβείς ψυχές ειδωλολατρών από κάθε μεριά της γης που είχαν πεθάνει πρόσφατα και μετά τους μιλούσε για τον Μεσσία. Ο Σαλήμ, φύλακας άγγελος του Ιωάννη και ο Σελίθ, φύλακας άγγελος της Παναγίας, παρακάλεσαν τον Μεσσία να ρίξει ένα βλέμμα στη μητέρα του και τον Ιωάννη. Ο Σωτήρας κοιτάζει την Μαρία: ιδού ο υιός σου, της λέει για τον Ιωάννη. Και βλέποντας τον Ιωάννη: ιδού η μητέρα σου, του λέει για την Μαρία.

Η γη σείεται ξανά για τα πάθη του Μεσσία. Η δόνηση φτάνει σε μια σπηλιά, όπου είχε βρει καταφύγιο ο Αββαδόνα, όταν είχε φύγει από την Γεθσημανή. Ο Αββαδόνα αναρωτιέται για την τύχη του Μεσσία, που τον είδε να προσεύχεται με τόση αγωνία στον κήπο. Θέλει να πάι να τον γυρέψει. Σκέφτεται ότι αφού ο Σατανάς μπορεί να πάρει όψη αγγέλου του Θεού, ίσως μπορεί να το κάνει και αυτός. Βγαίνει από τη σπηλιά και απορεί για το σκότος που επικρατεί επί της γης. Σκέφτεται: άρα μπορεί να πεθάνει Αυτός, ο καλός Μεσσίας; Τελικά παίρνει την μορφή του καλού αγγέλου που είχε πριν την πτώση του. Φεύγει από την Ιερουσαλήμ και πετά προς το μέρος όπου το σκότος του φαινόταν περισσότερο. Πλησιάζοντας, ακούει τις κραυγές του Σατανά και του Αδραμελέχ από τη Νεκρά Θάλασσα, αλλά δεν σταματά την πορεία του.

Ο Αββαδόνα φτάνει τώρα στον Γολγοθά. Στην αρχή αμφιβάλλει, αλλά τελικά καταλαβαίνει ότι ο σταυρωμένος στο μέσον είναι ο Μεσσίας. Φτάνει κοντά στον κύκλο των αγγέλων και των ψυχών που περιβάλλουν τον σταυρό του Λυτρωτή. Δεν αντέχει να βλέπει το θέαμα του Ιησού στον σταυρό και θέλει να φύγει. Επιστρέφει όμως και βλέπει τον Ιωάννη και μετά τον Χριστό στον σταυρό. Συναισθήματα τον κατακλύζουν. Πώς είναι δυνατόν ο Μεσσίας να σταυρωθεί και να πεθάνει; Ας έπαιρνε ο Θεός να αφανίσει τον ίδιον αυτόν, τον Αββαδόνα, που το άξιζε, ως αποστάτης άγγελος που ήταν. Όχι τον γλυκύ Ιησού. Για ακόμα μια φορά ο Αββαδόνα εύχεται να μπορούσε να αφανιστεί για να μην βασανίζεται άλλο. Ο Αββαδόνα σηκώνει το βλέμμα του στον Ιησού που φαίνεται να ξεψυχά. Με δυσκολία συγκρατεί τη φωτεινή του όψη. Βλέπει δίπλα στον σταυρό την φοβερή λάμψη του παλιού του φίλου, του αγγέλου Αβδιήλ. Προσπαθώντας με κόπο να μην τον αναγνωρίσει, πλησιάζει τον Αβδιήλ και τον ρωτά για τον Μεσσία. Αββαδόνα! ήταν η αντίδρασή του Αβδιήλ. Τότε όλη η σύναξη των αγγέλων και των ψυχών είδαν τον Αββαδόνα να παίρνει την αμαυρή όψη του αποστάτη αγγέλου. Γεμάτος τρόμο τότε ο Αββαδόνα έφυγε μακριά τους.

Τώρα πλησίαζε τρέμοντας μια ψυχή πολύ πιο μαύρη από του Αββαδόνα. Πώς είναι δυνατόν να είναι εδώ; έλεγαν μόλις την είδαν μεταξύ τους οι ευλογημένες ψυχές και οι άγγελοι. Παρατήρησαν όμως μετά τον άγγελο του Θανάτου, Οβαδδών, να τον συνοδεύει. Ήταν το φάντασμα του προδότη Ιούδα, που ο Οβαδδών το έφερνε τώρα κοντά στον σταυρό, δείχνοντάς του τον Λυτρωτή που πέθαινε για χάρη της ανθρωπότητας. Ο Οβαδδών γρήγορα πήρε την ψυχή του Ιούδα από εκεί. Του έδειξε τους Ουρανούς και μετά τον λόφο της Σιών, από όπου ο Μεσσίας στη Δευτέρα Παρουσία θα κρίνει με τους μαθητές του τον κόσμο. Ήσουν κι εσύ μαθητής του, προδότη! του λέει. Έπειτα ο άγγελος του Θανάτου οδήγησε την ψυχή του Ιούδα στην πύλη της Κόλασης. Εκεί, με το πύρινο ξίφος του έσπρωξε τον Ιούδα στην άβυσσο και τον αιώνιο θάνατο, που για να τον αποφύγουν οι καλές ψυχές πέθαινε τώρα ο Μεσσίας. Αφού έριξε τον Ιούδα στην Κόλαση ο Οβαδδών επέστρεψε ευθύς στον Γολγοθά.

Δέκατο άσμα (Θάνατος του Χριστού στον σταυρό)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιεχωβά κοιτάζει τώρα τον Μεσσία στο σταυρό. Ο Χριστός καταλαβαίνει ότι ακόμα ο Θεός δεν είναι συμφιλιωμένος με τους ανθρώπους, αλλά απαιτεί τον θάνατό του, ως Συμφιλιωτή και Μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Ωστόσο, το τέλος είναι κοντά. Κοιτάζει κατά τον τάφο όπου θα αποθέσουν το σώμα του και προσεύχεται στον Θεό για τη σωτηρία όσων βρίσκονται αυτή την ώρα κοντά του. Έπειτα το βλέμμα του στρέφεται στη Νεκρά Θάλασσα, όπου έχουν ριχτεί ο Σατανάς και ο Αδραμελέχ. Ο Σατανάς, αν και βασανίζεται ο ίδιος στον πυθμένα της Νεκράς Θάλασσας, αναμένει με δαιμονική χαρά τον θάνατο του Χριστού, για να δει την ψυχή του στον Άδη. Με το βλέμμα του Μεσσία, τα βάσανα του Σατανά και του Αδραμελέχ αυξάνονται. Έπειτα ο Λυτρωτής κοιτάζει ξανά όλους αυτούς που βρίσκονται γύρω του, τους μαθητές του, τις ψυχές των πατριαρχών και των προπατόρων και ευλογεί τις ψυχές αυτών που πρόκειται να γεννηθούν και που πολλοί από αυτούς θα είναι οι Αποστολικοί Πατέρες και οι μάρτυρές. Βλέπει τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι τον γέροντα Συμεών της Υπαπαντής και τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Η Δεββώρα μαζί με την Μυριάμ, την αδερφή του Μωυσή θρηνούν ψέλνοντας για τον Σωτήρα.

Η ώρα του θανάτου του Χριστού τώρα πλησιάζει. Οι περισσότεροι από τους Αγίους απομακρύνονται, μη αντέχοντας να δουν από κοντά τον θάνατο του Σωτήρα. Ο Λάζαρος παρηγορεί τον Λεββαίο. Ο άγγελος Ουριήλ έρχεται από τον ήλιο και αναγγέλλει ότι είδε τον πρώτο των Αγγέλων του Θανάτου να κατεβαίνει από τον Ουρανό. Το νέο συνταράσσει τη σύναξη των αγίων. Ο Ενώχ, ο Άβελ, ο Σηθ, ο Δαβίδ και ο Ιώβ προσεύχονται. Πιο πολύ από όλους υποφέρουν οι προπάτορες, Αδάμ και η Εύα, που όλοι οι άγιοι τους είδαν τότε να κατεβαίνουν από το Όρος των Ελαιών, από όπου παρατηρούσαν μέχρι τότε τι γινόταν στον Γολγοθά. Έχοντας χάσει την λάμψη που είχαν, λόγω της θλίψης τους, στάθηκαν πλάι στην πέτρα που θα συρόταν στην είσοδο του τάφου όπου θα απέθεταν τον Σωτήρα και προσευχήθηκαν στον Μεσσία ζητώντας συγχώρεση για το προπατορικό αμάρτημα, που ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Μεσσίας τώρα πέθαινε. Οι προπάτορες, νιώθοντας ότι θα είχαν την συγχώρεση του Σωτήρα, που τώρα ξεψυχούσε, προσευχήθηκαν στη συνέχεια για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων.

Ο άγγελος Ελόα ανήγγειλε τότε από το πτερύγιο του Ναού ότι ο Άγγελος του Θανάτου έφτασε στη γη. Αυτός κατέβηκε πρώτα στο όρος Σινά και προσκυνώντας προς τον Γολγοθά, ζήτησε συγχώρεση από τον Μεσσία για την αποστολή που είχε να εκπληρώσει. Έπειτα σηκώθηκε, τρομερός, αναγγέλλοντας το πρόσταγμα του Εκδικητή Θεού: ότι ο άπειρος θυμός του απαιτούσε τον θάνατο του Θεανθρώπου Μεσσία ως εξιλασμό για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Είχε έρθει αυτή η στιγμή. Ο Ιησούς σήκωσε το βλέμμα του στον Ουρανό και φώναξε με δυνατή φωνή: ο Θεός μου, ο Θεός μου, γιατί με εγκατέλειψες; Έπειτα είπε: διψώ, και του έδωσαν και ήπιε. Πατέρα, στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου, ξαναείπε ο Ιησούς. Έπειτα φώναξε: Τετέλεσται. Έγειρε τότε το κεφάλι και πέθανε.

Ενδέκατο άσμα (Ανάσταση των κεκοιμημένων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ το σώμα του είναι στο σταυρό, η μεγαλόπρεπη θεϊκή υπόσταση του Μεσσία πετά τώρα από τον Γολγοθά γοργά στα Άγια των Αγίων του Ναού. Η γη σείεται κάτω του και το παραπέτασμα του Ναού σχίζεται στα δύο. Ο Γαβριήλ λέει στους αγίους να αναζητήσει ο καθένας τους τον τάφο του. Αφού συνομίλησε με τον Ιεχωβά στα Άγια των Αγίων, ο Μεσσίας φεύγει από το Ναό για να αναστήσει τους κεκοιμημένους. Εγείρονται εκ νεκρών οι προπάτορες Αδάμ και Εύα και όλοι οι πατριάρχες, προφήτες και πολλά άλλα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, φέροντας αναστημένο, αιθέριο σώμα. Στον Γολγοθά οι φρουροί σπάνε τα κόκαλα των κνημών από τους σταυρωμένους εκατέρωθεν του Χριστού ληστές, για να πεθάνουν ούτως ώστε να μη μείνουν τα σώματά τους κρεμασμένα στο σταυρό κατά την ημέρα του Πάσχα. Επειδή ο Ιησούς είχε ήδη πεθάνει, δεν του σπάνε τις κνήμες, αλλά ένας στρατιώτης λογχίζει την πλευρά του από όπου στάζει αίμα και νερό. Ο άγγελος Αβδιήλ, ο φίλος του Αββαδόνα όταν εκείνος ήταν άγγελος του Θεού, παίρνει την ψυχή του μετανοημένου ληστή και την μεταφέρει στον Παράδεισο, όπως του υποσχέθηκε ο Ιησούς. Στο δρόμο του δείχνει τους νεκρούς που ανασταίνονται μέσα στους τάφους τους.

Δωδέκατο άσμα (Αποκαθήλωση και ταφή του Χριστού. Σύναξη των αποστόλων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας ζητά από τον Πιλάτο άδεια για να θάψει το σώμα του Ιησού. Μαζί με τον Νικόδημο αποκαθηλώνουν, φροντίζουν και θάβουν το σώμα, ενώ οι χοροί των αγγέλων και των αναστημένων αγίων ψάλλουν. Οι έντεκα μαθητές του Χριστού μαζί με κάποιους από τους εβδομήντα άλλους μαθητές, η Παναγία, η Μαρία η Μαγδαληνή και οι άλλες ευσεβείς γυναίκες συγκεντρώνονται στην οικία του Ιωάννη, προσπαθώντας να παρηγορηθούν. Αναρωτιούνται αν η πρόρρηση του Ιησού για την ανάστασή του θα πραγματοποιηθεί. Έρχονται και ο Ιωσήφ με τον Νικόδημο, φέρνοντας τον ακάνθινο στέφανο του Ιησού. Η αδερφή του Λαζάρου, Μαρία, πεθαίνει και ο Λάζαρος, ο Λεββαίος, ο Ναθανιήλ και η Μάρθα, η αδερφή της παρίστανται στον θάνατό της. Ο Λάζαρος επιστρέφει στη σύναξη και παρά το πένθος του προσπαθεί να τους ενθαρρύνει. Ο Σαλήμ, ο φύλακας άγγελος του Ιωάννη και ο Σελίθ, φύλακας άγγελος της Παναγίας, συνομιλούν για τον πόνο που νιώθουν οι πιστοί του Χριστού, μη όντας σίγουροι για την ανάσταση του Σωτήρα, κάτι που, αν και πολύ ανθρώπινο, ως αγγέλους τους εκπλήττει, αφού γνωρίζουν τα μυστήρια του Θεού. Ο Σαλήμ του στέλνει ένα καθησυχαστικό όνειρο στον αποκοιμισμένο Ιωάννη για να τον εμψυχώσει.

Δέκατο τρίτο άσμα (Η Ανάσταση του Χριστού)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο Ελόα έχει ανέβει στους Ουρανούς, ο Γαβριήλ συγκέντρωσε τους αγγέλους και τους αναστηθέντες αγίους γύρω από τον τάφο του Σωτήρα. Οι συγκεντρωμένοι άγιοι έψελναν ύμνους, εξωτερικεύοντας τι αισθάνονταν περιμένοντας την Ανάσταση του Μεσσία. Στο μεταξύ ο Ρωμαίος αρχηγός της φρουράς αμφέβαλε για όλα όσα είχε ακούσει περί του Ιησού, ως Υιού αυτού του Θεού που οι Ιουδαίοι τον λένε Ιεχωβά. Ήταν θεός ενός κατώτερου λαού. Γιατί να τον προτιμήσει κανείς αντί για τον Δία; Αναμφίβολα βέβαια ο Ιησούς ήταν ένας ευσεβής και ενάρετος άνθρωπος. Και μήπως ο ίδιος, αν και Ρωμαίος, δεν ήταν το ίδιο ξένος και για τον Δία; Ίσως μάλιστα ο Ιεχωβά, ο Θεός των θεών, να του ήταν λιγότερο ξένος. Ποια δύναμη άραγε με παρακινεί να αρνηθώ τον Δία; σκεφτόταν. Ας με κάψει ο Δίας, αν είναι μεγαλύτερος από τον Θεό των θεών, με τον κεραυνό του! Ή ας φανεί ο Ιεχωβά μπροστά μου, αν το αξίζω! Σιγά-σιγά ο Ρωμαίος προχωρούσε προς τη στενή οδό της πίστης στον Χριστό.

Ο Άγγελος του Θανάτου, Οβαδδών, έφυγε τότε από τον Τάφο και πέταξε στη Νεκρά Θάλασσα, όπου έδωσε στον Σατανά και τον Αδραμελέχ τη διαταγή του Μεσσία που επρόκειτο σε λίγο να αναστηθεί: μπορούσαν να διαλέξουν να πάνε κατευθείαν στην Κόλαση ή στον Τάφο του, ώστε να πέσουν να τον προσκυνήσουν όταν αναστηθεί και να ταπεινωθούν μπροστά Του. Μόνο έτσι, θα μπορούσαν να μείνουν λίγο ακόμα στη γη. Ενώ αυτοί δίσταζαν να απαντήσουν, ο Αββαδόνα, πλησίασε λυπημένος και παρακάλεσε τον άγγελο αν μπορούσε να παρευρεθεί και αυτός στην Ανάσταση του Μεσσία, για να τον δει στον θρίαμβό του. Αυτή η παράκληση του Αββαδόνα εξόργισε τον Σατανά, αλλά ο Οββαδών τον διέκοψε. Στράφηκε έπειτα προς τον Αββαδόνα και του είπε ότι δεν είχε καμιά διαταγή γι’ αυτόν. Ίσως να μην είχε αποφασιστεί η μοίρα του. Αλλά πώς θα παρίστατο ανάμεσα στους ευλογημένους; Ο Αββαδόνα είπε, όχι ως ευλογημένος βέβαια, αλλά επιθυμούσε να δει διακαώς τον καλό Σωτήρα. Αυτό έκανε τον Αδραμελέχ να τον χλευάσει ως τον πιο ποταπό και δειλό από τους αγγέλους. Ο Αδραμελέχ τελικά διάλεξε να πάει στην Κόλαση και ο Σατανάς να ακολουθήσει τον Οβαδδών στον τάφο του Μεσσία. Οι δυο τους έφευγαν, ενώ ο Αββαδόνα δεν είχε αποφασίσει τι να κάνει. Τότε ο Αδραμελέχ μετάνιωσε και θέλησε να ακολουθήσει τον Οβαδδώνα. Αυτός του το απαγόρεψε σθεναρά και όχι μόνο αυτό, αλλά τυφλώνοντάς τον, τον έστειλε κατευθείαν στα βάθη της Κόλασης, όπως το είχε αποφασίσει και ο ίδιος.

Οι άγγελοι και οι άγιοι κατάλαβαν ότι ερχόταν ο Ιεχωβά, από ένα κεραυνό. Κατέβηκε τότε από τον Ουρανό και ο Ελόα αναγγέλλοντας τον ερχομό του: Έφτασε η ώρα! Την αυγή ο Μεσσίας θα σηκωθεί από τον τάφο του! Ακούστε Τον που έρχεται! Άνεμος έπνευσε τότε και η γη σειότανε. Τα όρη έτρεμαν. Τα δέντρα έγερναν. Τα νερά του Ιορδάνη στρέφονταν προς τα πίσω. Οι άγγελοι έψελναν. Ο Θεός κατέβαινε στον Τάφο. Η Εύα υμνούσε τον Μεσσία. Ο Γαβριήλ υψώθηκε τότε στον ουρανό για να συναντήσει τον Μεσσία. Οι παρευρισκόμενοι άγιοι αισθάνονταν την ίδια χαρά που θα είχαν όλα τα πλήθη των δικαίων κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Ο Γαβριήλ τότε αστραπιαία κατέβηκε από τον ουρανό στον Τάφο. Ο Τάφος σείστηκε. Οι Ρωμαίοι φρουροί έπεσαν κατάχαμα, το ίδιο και ο παρευρισκόμενος Σατανάς, όταν από το άνοιγμα του Τάφου, καθώς ο άγγελος είχε κυλήσει την πέτρα, εμφανίστηκε ορθός ο αναστημένος Μεσσίας. Στην αρχή άκρα και τρομαχτική σιωπή επικράτησε δίπλα στον Τάφο. Σύντομα όμως όλοι ξέσπασαν σε θριαμβευτικούς, ενθουσιώδεις ύμνους, δοξάζοντας τον Μεσσία.

Κάποιοι τον πλησίασαν περισσότερο. Ο Αβραάμ μέσα σε μεγάλη έκσταση, αινούσε την ανάσταση του Κυρίου με λόγια που δεν θα μπορούσαν να πουν μήτε οι άγγελοι. Ο Μεσσίας κοιτούσε με αγάπη τον γενάρχη Αβραάμ. Ένα Σεραφείμ πέρασε τότε κρατώντας μια ψυχή ενός ειδωλολάτρη, η οποία ρώτησε τον Αβραάμ ποιος άρα ήταν αυτός ο φοβερός που στεκόταν εμπρός τους. Ο Κριτής! ήταν η απάντηση του Αβραάμ. Άρα είναι ο Μίνως! απάντησε ο ειδωλολάτρης. Γιατί με κοιτά όμως έτσι; Ω, στο όνομα του Δία, μη με στείλεις στον Κωκυτό και τον Φλεγέθωνα, μεγάλε Κριτή. Δεν υπάρχει ούτε Δίας ούτε Φλεγέθων ούτε Κωκυτός, είπε ο Ιησούς. Αλλά το διάταγμα προφέρθηκε! Και διάταξε τον άγγελο να πάει την ψυχή του ειδωλολάτρη στην Κόλαση. Ο Μεσσίας είπε τότε προς όσους ήταν μάρτυρες της Αναστάσεώς του ότι θα τους ξαναδεί στο Θαβώρ. Και εξαφανίστηκε από μπροστά τους. Τότε έφυγαν όλοι για το Θαβώρ, εκτός από τον Γαβριήλ, τον φύλακα άγγελο του τάφου. Ο Σατανάς βλέποντας τον Μεσσία να βγαίνει από τον τάφο, είχε πέσει στο χώμα και κυλιότανε στη σκόνη. Ο Γαβριήλ κινήθηκε καταπάνω του, ορμητικός σαν θύελλα, διατάζοντάς τον να φύγει αμέσως για την Κόλαση, για να τυραννιέται εκεί κάνοντας νέα μάταια σχέδια κατά του Παντοδύναμου. Ο Σατανάς έφυγε και στάθηκε πάνω σε ένα βράχο, από όπου με ένα βλέμμα του ο Γαβριήλ τον έστειλε κατευθείαν μέσα στην άβυσσο.

Κάποιοι Ρωμαίοι της φρουράς του τάφου μόλις συνήλθαν το πρωί πρόλαβαν τα νέα στο Συνέδριο των αρχιερέων, που είχε συγκληθεί εσπευσμένα. Η γη σείστηκε, η πέτρα κουνήθηκε και δεν υπάρχει πια μέσα κανένα σώμα. Ο τάφος ήταν άδειος, είπαν στους αποσβολωμένους συνέδρους. Ο αρχηγός της φρουράς επιβεβαίωσε τα λόγια τους μόλις ήρθε. Ο Άγγελος του Θανάτου, Εφώδ Οβαδδών, στάθηκε τότε πάνω από τον Φίλωνα, που γελώντας υστερικά ρώτησε τον αρχηγό της φρουράς πώς έγινε αυτό το πράγμα. Όταν αυτός του είπε ότι ορκίζεται στο όνομα, όχι του Δία, αλλά του Ιεχωβά, πως ό,τι είπε ήταν αλήθεια, ο Φίλων άρπαξε το σπαθί του Ρωμαίου και το έμπηξε στο ίδιο του του στήθος, αυτοκτονώντας. Ο Οβαδδών τότε άρπαξε την ψυχή του και την έριξε στην Γέεννα του πυρός, στην Κόλαση.

Δέκατο τέταρτο άσμα (Εμφάνιση του Χριστού στις μυροφόρες και στους μαθητές)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την αυγή εκείνης της μέρας, η Μαρία η Μαγδαλήνη, η Μαρία του Κλωπά και άλλες γυναίκες πήγαν στον τάφο του Ιησού για να τον αλείψουν με μύρα και είδαν να έχει μετακινηθεί η πέτρα και τον τάφο άδειο. Πάνω στην πέτρα του τάφου καθόταν ο Γαβριήλ, μεταμορφωμένος σε νεανία, που τους είπε ότι ο Ιησούς δεν ήταν εκεί, αλλά αναστήθηκε. Άλλοι δύο άγγελοι, ο Ελόα και ο Αβδιήλ ήταν επίσης εκεί, μεταμορφωμένοι σε νεανίες. Ο Γαβριήλ είπε στις μυροφόρες να πάνε στον Πέτρο και τους μαθητές για να μεταφέρουν το νέο της Ανάστασης του Κυρίου, καθώς και ότι ο Μεσσίας θα τους συναντούσε στη Γαλιλαία.

Οι μυροφόρες φέρνουν το νέο στον Πέτρο και τον Ιωάννη. Αυτοί, μαζί τη Μαρία Μαγδαληνή σπεύδουν στον άδειο τάφο. Οι μαθητές φοβούνται ότι οι αρχιερείς πήραν το σώμα του Ιησού. Μόλις είχαν φύγει από τον τάφο οι δύο μαθητές ο Ιησούς εμφανίστηκε στη Μαγδαληνή και έπειτα σε κάποιες άλλες από τις μυροφόρες. Αυτές μετέφεραν το νέο στους μαθητές. Ο Θωμάς αμφέβαλλε ότι είδαν τον Ιησού. Η Μαρία Μαγδαληνή, ερχόμενη, επιβεβαίωσε ότι ο Μεσσίας είχε αναστηθεί, λέγοντας ότι τον είχε δει και η ίδια. Ο Πέτρος πήγε να προσευχηθεί στον Γολγοθά, και εκεί, δίπλα στον σταυρό είδε και αυτός τον Ιησού. Ο Πέτρος αναγγέλλει στους μαθητές το νέο. Ο Θωμάς αναρωτιέται γιατί ο Ιησούς δεν εμφανίστηκε και στη Μαρία, τη μητέρα του και στους υπόλοιπους μαθητές.

Έπειτα ο Ιησούς εμφανίστηκε σε δύο μαθητές του, τον Κλεόπα και τον Ματθία, που πήγαιναν προς το χωριό Εμμαούς. Ο Θωμάς, αμφιβάλλοντας ακόμα, πήγε σε ένα μνήμα στο Όρος των Ελαιών. Εκεί προσευχόταν, όταν εμφανίστηκε σε αυτόν ένας από τους αναστημένους, χωρίς αυτός να γνωρίζει ποιος ήταν. Στο μεταξύ οι δύο μαθητές που είχαν δει στον δρόμο προς Εμμαούς τον Ιησού, ήρθαν και το είπαν στους αποστόλους, που ήταν συναγμένοι όλοι εκτός από τον Θωμά. Τώρα αυτός που είχε ερωτήματα ήταν ο Λεββαίος. Ο Πέτρος προσευχήθηκε για να φανεί ο Μεσσίας ανάμεσά τους. Τότε ο Ιησούς εμφανίστηκε σε αυτούς λέγοντας, Ειρήνη υμίν! Τους μίλησε, έφαγε μαζί τους και τους εμφύσησε το Άγιο Πνεύμα, λέγοντάς τους να διαδώσουν παντού το ευαγγέλιό του, μαθητεύοντας και βαπτίζοντας. Θα μπορούν να θεραπεύουν, να εκβάλλουν τα δαιμόνια από τους δαιμονισμένους και να κάνουν θαύματα στο όνομά του. Και μακάριοι αυτοί που θα πιστέψουν και θα βαπτιστούν, καταραμένοι αυτοί που θα μείνουν άπιστοι.

Δέκατο πέμπτο άσμα (Εμφανίσεις των αναστηθέντων κεκοιμημένων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αναστημένοι που είχα συγκεντρωθεί στο όρος Θαβώρ με εντολή του αναστηθέντος Χριστού, κατεβαίνουν τώρα από το βουνό για να εμφανιστούν στους ανθρώπους, αρχίζοντας έτσι το κήρυγμα της Ανάστασης. Στην Παναγία εμφανίζεται η ίδια η Εύα. Μεταξύ των υπολοίπων προς τους οποίους εμφανίζονται είναι και η γυναίκα του Πιλάτου Πορτία, ο μετέπειτα απόστολος Βαρνάβας, ο Στέφανος ο μετέπειτα πρωτομάρτυρας, ο τυφλός που είχε θεραπεύσει ο Ιησούς, η Τσίντλι, η αναστημένη θυγατέρα του Ιαείρου, και ο Σεμίδα, ο αναστημένος γιος της χήρας από τη Ναΐν, καθώς και η Ταβιθά, που αργότερα θα την ανάσταινε ο Πέτρος. Ο Αβραάμ και ο Μωυσής θέλουν να εμφανιστούν στον Σαούλ, αλλά ο Γαβριήλ τους το απαγορεύει, καθώς σε αυτόν πρόκειται να εμφανιστεί ο ίδιος ο Χριστός.

Δέκατο έκτο άσμα (Ο Χριστός ως Κριτής των νεκρών και των δαιμόνων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεσσίας συγκεντρώνει ξανά αναστημένους και αγγέλους στο Όρος Θαβώρ, το όρος της κρίσεως. Τους αποκαλύπτεται ως Κριτής και Κύριος του κόσμου και κρίνει τις ψυχές των προσφάτως αποθανόντων. Κρίνονται ολόκληρες ομάδες, καθώς και ατομικές περιπτώσεις, από όλα τα έθνη του κόσμου. Τέλος, ο Χριστός πηγαίνει στις πύλες της Κόλασης και κοιτάζει, τρομερός, τα πλήθη των δαιμόνων, διαλύοντας τον θρόνο του Σατανά και μετατρέποντας τους περισσότερους δαίμονες, όπως τον Βελίαλ, τον Μολώχ, τον Μαγώγ και τον Αδραμελέχ, σε ζωντανά απαίσια σκέλεθρα, που προσπαθούσαν να σηκωθούν στα πόδια τους ενώ τους χτυπούσε η πύρινη λαίλαπα της Κόλασης. Ο Σατανάς είχε πέσει καταγής, απελπισμένος, αλλά χωρίς να μετατραπεί σε σκέλεθρο. Ο Αββαδόνα είχε εξαιρεθεί επίσης από τη φριχτή μεταμόρφωση. Ο Μολώχ και ο Μαγώγ θέλησαν να αλληλοκαταστραφούν, παρά να ζουν ως απαίσιοι σκελετοί, όμως το μόνο που κατάφεραν είναι να μένουν αιώνια καρφωμένοι στα βάθη ενός γκρεμού της Κόλασης, κατεστραμμένοι, αλλά ακόμα ζωντανοί.

Δέκατο έβδομο άσμα (Εμφανίσεις του Χριστού και των αναστηθέντων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θωμάς επιστρέφει στην οικία όπου είναι συγκεντρωμένοι οι μαθητές και τους ακούει να υμνούν την ανάσταση του Κυρίου. Ο ύμνος τους τον κάνει να κλάψει. Ωστόσο, τους είπε ότι αν δεν τον δει και δεν θέσει τον δάκτυλο επί των ήλων του εσταυρωμένου, ψηλαφώντας τις πληγές του, δεν θα πιστέψει. Αυτοί χλομιάζουν μόλις τον ακούνε. Ο Μεσσίας τότε εμφανίζεται στον Θωμά, που πέφτει στα πόδια του. Ο Μεσσίας λέει στον Θωμά να ψηλαφήσει τις πληγές του, για να βεβαιωθεί ότι είναι αυτός, για να μην είναι άπιστος. Ο Θωμάς το κάνει και αναφωνεί: ο Κύριός μου και ο Θεός μου! Μακάριοι αυτοί που δεν θα δουν και θα πιστέψουν, είναι η απάντηση του Κυρίου. Ο Μεσσίας στη συνέχεια κατεβαίνει στην άβυσσο μαζί με τον Γαβριήλ και τα Σεραφείμ και επισκέπτεται τα πνεύματα αυτών που τους είχε κηρυχθεί η έλευση του Μεσσία και είχαν πεθάνει κατά τον Κατακλυσμό. Αυτά τα πνεύματα τώρα ικέτευαν το Σωτήρα να τους λυπηθεί. Ο Μεσσίας έκανε την εκλογή και πήρε ορισμένα από αυτά τα πνεύματα μαζί του, πολλά όμως όχι.

Στο μεταξύ πολλοί αναστημένοι εμφανίζονται πλάι στον τάφο του Σωτήρα σε διάφορους ευσεβείς ανθρώπους. Ο Λάζαρος τώρα προσκαλεί κάποιους πιστούς και κάποιους προσκυνητές που είχαν έρθει για τη γιορτή του Πάσχα σε γεύμα στον κήπο του. Τους μιλά για τα πάθη του Σωτήρα και για την Ανάστασή του. Στη διάρκεια της συνεστίασης εμφανίζονται σε ορισμένους προσκεκλημένους κάποιοι αναστηθέντες. Έπειτα ο Λάζαρος πηγαίνει στον τάφο της Μαρίας, της αδερφής του, που η ψυχή της ήταν ακόμα εκεί. Αυτή του διηγείται ότι την επισκέφθηκαν κάποιοι αναστημένοι. Αν και ξέρει ότι ο Χριστός πρόκειται να εμφανιστεί και στον Λάζαρο, δεν του λέει τίποτα. Εμφανίσεις αναστηθέντων γίνονται και στον Σεμίδα (που αμφέβαλλε ακόμα), στον αρχηγό της φρουράς του τάφου του Ιησού, στον πλούσιο νεανία που δεν είχε ακολουθήσει τον Ιησού και στον λεπρό που είχε θεραπεύσει ο Ιησούς.

Δέκατο όγδοο άσμα (Όραμα της Δευτέρας Παρουσίας)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αδάμ πέφτει στα πόδια του Μεσσία και τον παρακαλεί να του δείξει, εν μέρει έστω, την τελική λύτρωση του ανθρώπινου γένους. Η παράκλησή του εισακούεται και βλέπει σε οπτασία ένα μέρος από την ανάσταση των νεκρών και την τρομερή γενική Έσχατη Κρίση κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Ο Αδάμ διηγείται στους αναστημένους και τους αγγέλους για την τρομερή τιμωρία που περιμένει τους διώκτες των Χριστιανών, τους καταφρονητές της θρησκείας, τους άδικους, τους τυράννους, τους καταπιεστές, τους πολεμοχαρείς, τους άπιστους, τους ειδωλολάτρες και τους κακούς βασιλείς στην Κόλαση, η οποία τότε θα κλείσει για πάντα τις πύλες της. Ο Αδάμ κάνει επίσης λόγο για των Ενώχ και την Μαρία, την μητέρα του Σωτήρα, και για τους επτά Μάρτυρες, κατά την Έσχατη Κρίση, για την ανάσταση των δικαίων και για την είσοδό τους στον Παράδεισο, στη Βασιλεία των Ουρανών.

Δέκατο ένατο άσμα (Τέλος του Οράματος. Η μοίρα του Αββαδόνα. Τελευταίες εμφανίσεις του Χριστού)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αδάμ αποκρύπτει από τους ακροατές του ότι η Εύα κατά τη διάρκεια της Κρίσης ζητούσε έλεος για όλους τους ανθρώπους, τα παιδιά της. Είδε ακόμα ο Αδάμ τον Ιωάννη να κρίνει, με διαταγή του Μεσσία, τους υπερήφανους τω πνεύματι χριστιανούς, που πίστευαν ότι είναι αγνότεροι και ανώτεροι από τους πραγματικά δίκαιους. Αυτούς τοιυς είδε να τιμωρούνται, αλλά όχι με απόλυτη καταδίκη, πράγμα που υπονοούσε την πιθανότητα καλυτέρευσης της θέσης τους στο μέλλον. Η Κρίση για τους ανθρώπους τώρα τελείωσε και οι τιθέμενοι εξ ευωνύμων του Κριτή μεταφέρονται από τους αγγέλους του θανάτου στον τόπο της τιμωρίας τους.

Ο Αδάμ συνεχίζει να διηγείται το όραμα, αναφέροντας ότι τελευταίος προσήλθε ενώπιον του Κριτή, σιωπηλός και ολομόναχος, ο άγγελος Αββαδόνα, περιμένοντας την καταδίκη του. Ένας άγγελος του θανάτου τον πλησίαζε ολοένα και περισσότερο. Ο Αββαδόνα απευθύνεται τώρα στον Κριτή, όχι για να ικετεύσει, αλλά για να ζητήσει από τον Μεσσία να τον καταστρέψει με το χέρι του, ρίχνοντας τον κεραυνό του καταπάνω του, καταπάνω σε αυτόν που ήταν ο πιο εγκαταλειμμένος από όλα τα πλάσματά του. Άγγελοι και άνθρωποι μένουν βουβοί, όταν παύει ο Αββαδόνα. Και οι κεραυνοί που ηχούσαν ασταμάτητα από τον Θρόνο του Κριτή κατά τη διάρκεια της Κρίσης είχαν πάψει κι αυτοί. Ήσουν από αυτούς που με εγκατέλειψαν, Αββαδόνα!, ακούστηκε η φωνή του Κριτή.

Ο Αββαδόνα ανανέωσε τότε την παράκλησή του προς τον Κύριο για πλήρη εξαφάνιση, ώστε να πάψει η αθλιότητά του. Πρηνής με το πρόσωπο στο χώμα περίμενε την τιμωρία του ενώπιον όλων. Τα μαύρα σύννεφα πύκνωναν πάνω του και οι άγγελοι του θανάτου περίμεναν ένα νεύμα του Κριτή, όταν εκείνος ακούγεται να λέει: Έλα, Αββαδόνα, στον Λυτρωτή σου! Ευθύς πλησιάζει ο Αββαδόνα, γεμάτος χαρά, παίρνοντας την παλιά λαμπρή του όψη, ως άγγελος του Θεού. Τότε τρέχει και τον αγκαλιάζει ο παλιός του φίλος, ο άγγελος Αβδιήλ, μη μπορώντας να συγκρατηθεί άλλο. Αλλά και όλοι οι άλλοι υποδέχονται με Ωσαννά τον άγγελο που ήταν νεκρός και έζησε. Αυτός τότε ύμνησε με λόγια απερίγραπτης ομορφιάς τον Δημιουργό του.

Συνεχίζοντας την διήγησή του ο Αδάμ ανέφερε ότι τώρα ο Θρόνος του Κριτή έλαμψε και οι άγιοι ανυψώθηκαν στους ουρανούς. Οι έσχατοι της στρατιάς του Κυρίου ήταν αυτοί που είχαν χαθεί στον Κατακλυσμό. Αλλά και η γη άλλαξε, μετατρεπόμενη σε νέα Εδέμ. Εδώ το όραμα παύει. Αυτή ήταν η απολύτρωση του Αδάμ, που του φανέρωσε σε όραμα ο Μεσσίας.

Ο Ιησούς κατεβαίνοντας από το Όρος Θαβώρ εμφανίστηκε κατόπιν στον Πέτρο, στον Βαρθολομαίο, τον Λεββαίο και τους γιους του Ζεβεδαίου, Ιάκωβο και Ιωάννη, που ψάρευαν στη Θάλασσα της Τιβεριάδας, που στην αρχή δεν τον αναγνώρισαν. Όταν έγινε αυτό, τους είπε να τον ακολουθούν και να εξαπλώσουν παντού το μήνυμα τού Ευαγγελίου του. Αργότερα, ο Μεσσίας εμφανίστηκε σε πεντακόσιους συγκεντρωμένους στο όρος Θαβώρ, μεταξύ των οποίων η μητέρα του, Μαρία, ο Λάζαρος και η Μαρία η Μαγδαληνή, οι οποίοι στη συνέχεια έψαλαν ύμνους στον Λυτρωτή. Ο Μεσσίας εμφανίστηκε και στον Ιάκωβο μόνο του στο Θαβώρ. Έπειτα εμφανίστηκε στους δώδεκα και στους εβδομήντα, καθώς και στον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, στο Όρος των Ελαιών.

Ο Ιωάννης μόνος του είχε μια αποκάλυψη για την έλευση του Αγίου Πνεύματος. Έχει έρθει η ώρα για την Ανάληψη του Μεσσία στους Ουρανούς. Ο Λεββαίος θλίβεται για την επικείμενο χωρισμό από τον Ιησού. Ο Θωμάς μπαίνει επικεφαλής των μαθητών καθώς μεταβαίνουν στη Γεθσημανή. Ο Ιησούς εμφανίζεται σε αυτούς και ανεβαίνουν μαζί το Όρος των Ελαιών. Στην κορυφή του βρίσκονται οι συνοδοί του θριάμβου του Ιησού, ψυχές, αναστημένοι και άγγελοι, οι οποίοι είναι παρόντες αόρατοι.

Ενώ ο Ιησούς συνομιλεί με τους μαθητές, ο Λάζαρος οδηγείται ενδόξως από τον φύλακα άγγελό του στο Όρος των Ελαιών. Μία νεφέλη κατεβαίνει. Ο Ιησούς ευλογεί τους μαθητές και ανέρχεται μέσα στη νεφέλη στους Ουρανούς, από όπου θα επιστρέψει, για να κρίνει ζώντες και νεκρούς. Ο Ελόα, που ως ο Άγγελος Φύλακας της γης παραμένει στη γη, και ο Σαλήμ συνομιλούν με τους μαθητές. Αυτοί μετά επιστρέφουν στην Ιερουσαλήμ, όπου περιμένουν την έκχυση του Αγίου Πνεύματος.

Εικοστό άσμα (Ανάληψη και Θρίαμβος του Χριστού)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεσσίας ανέρχεται στους Ουρανούς, ενώ ο Γαβριήλ προπορεύεται. Οι άγγελοι, οι αναστημένοι και οι ψυχές από όλα τα έθνη, οι οποίες τον συνοδεύουν, εξυμνούν τον Μεσσία σε θριαμβευτικά άσματα, με συνοδεία από άρπες και σάλπιγγες. Υμνούν τον Μεσσία ως τον προορισμένο, προ πάντων των αιώνων, λυτρωτή των ανθρώπων, ως τον Αμνό του Θεό που εξιλέωσε τους ανθρώπους από τις αμαρτίες, ως Μεσίτη και ως αυτόν που αποκάλυψε το όνομα του Θεού Πατέρα στους Ουρανούς. Τον υμνούν επίσης επειδή ο κόσμος δημιουργήθηκε μέσω αυτού και διότι μέσω αυτού όλη η κτίση ανακαινίζεται και η θεϊκή χάρη και η ευσέβεια των δικαίων αυξάνονται. Ακόμα, τον αινούν ως χαρά και παρηγοριά των λυτρωμένων.

Καθώς η θριαμβευτική στρατιά ανεβαίνει στα ουράνια, προστίθενται σε αυτήν οι ψυχές των προσφάτως αποθανόντων ευσεβών ανθρώπων, οδηγημένες από τους αγγέλους τους. Οι ψαλμοί και ύμνοι στον Μεσσία συνεχίζονται: εξυμνείται ότι με την ανάσταση των νεκρών θα φέρει αναρίθμητες στρατιές ενώπιον του Θεού, και ότι από την εποχή του Αβρααάμ και μετά προστατεύει τον λαό του και εκδικείται τους εχθρούς του, με αναφορές στον Μωυσή και στην Έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο, καθώς και στον Ιησού του Ναυή και στην επιστροφή των Ιουδαίων από την Βαβυλώνια Αιχμαλωσία. Προφητεύεται ακόμα ότι ο Μεσσίας πρόκειται να κρίνει την Ιερουσαλήμ, όπως την έκρινε και στο παρελθόν για την απιστία της, επιφέροντας την πτώση της στους Ρωμαίους και την καταστροφή της.

Οι ύμνοι συνεχίζονται. Ο Μεσσίας είναι αυτός που θα κάνει μακάριους τους πάντες και ότι η αγάπη προς αυτόν, που πέθανε χάρη των ανθρώπων και που είναι ο κυρίαρχος των κόσμων κάνει κάποιον άφατα ευτυχή. Καθώς η χορεία περνά κοντά από ένα αστέρι, αυτό αλλάζει όψη από τον ένα πόλο στον άλλο και οι κάτοικοι του έρχονται μέσα σε χαρά και αναμιγνύονται με τη στρατιά του θριάμβου. Τώρα πετούν κοντά σε εκείνη την γη των αθώων ανθρώπων, οι οποίοι βλέποντας τον Μεσσία τον χαιρετούν ως Συντελεστή των Πάντων.

Ύμνοι και προσευχές εξακολουθούν. Ο Μεσσίας εξυμνείται επίσης που κατάργησε την Βαβέλ με τη σύναψη της Καινής Διαθήκης και που θα επιβραβεύσει τους μάρτυρες. Οι χορείες ψέλνουν ότι θα αποκαλύψει στη νήσο Πάτμο την κρίση για τις επτά εκκλησίες και ότι θα αναστήσει τους νεκρούς, είτε για να τους επιβραβεύσει είτε για να τους τιμωρήσει. Οι τελευταίοι ύμνοι για τον Κύριο και Ανακαινιστή του κόσμου από τους επτά πρώτους ανθρώπους. Η άφιξη του Μεσσία αναγγέλεται θριαμβευτικά στους Ουρανούς. Ο Μεσσίας φτάνει τελικά στο Θρόνο του Θεού και κάθεται εκ δεξιών του Πατρός.

Εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Klopstock, Friedrich Gottlieb: Der Messias. Ein Heldengedicht. Halle, 1749 (Gesänge I – III.
  • Klopstock, Friedrich Gottlieb: Der Messias. Bd. 1. Halle, 1751 (Gesänge I – V)
  • Klopstock, Friedrich Gottlieb: Der Messias. Bd. 2. Halle, 1756 (Gesänge VI – X)
  • Klopstock, Friedrich Gottlieb: Der Messias. Bd. 3. Halle, 1769 (Gesänge XI – XV)
  • Klopstock, Friedrich Gottlieb: Der Messias. Bd. 4. Halle, 1773 (Gesänge XVI – XX)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κείμενο από το zeno.org

Klopstock's 'Messiah, Carl E. Eggert, λήμμα της Encyclopedia Americana, 1920