Χαμένος Παράδεισος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χαμένος Παράδεισος
Milton paradise.jpg
ΣυγγραφέαςΤζον Μίλτον
ΤίτλοςParadise Lost
Le Paradis perdu
ΥπότιτλοςA Poem Written in Ten Books
ΓλώσσαΑγγλικά
Ημερομηνία δημιουργίας1667
Ημερομηνία δημοσίευσης1667
Είδοςεπική λογοτεχνία
ΧαρακτήρεςΣατανάς, Αδάμ, Θεός Πατέρας, Θεός ὁ υἱός, Αρχάγγελος Ραφαήλ, Αρχάγγελος Μιχαήλ, Βελίαλ, Αζαζήλ, Μαμωνάς, Μολώχ, Εύα και Αρχάγγελος Γαβριήλ
ΕπόμενοΞανακερδισμένος Παράδεισος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Χαμένος Παράδεισος, ή αλλιώς Απολεσθείς Παράδεισος (αγγλικά: Paradise Lost), είναι ένα έπος του Άγγλου ποιητή Τζον Μίλτον (John Milton), γραμμένο σε δεκασύλλαβο ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο στίχο (blank verse). Θέμα του έχει την απώλεια του Παραδείσου, τόσο από το πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, τον Αδάμ και την Εύα, όσο και από τους επαναστάτες αγγέλους με αρχηγό τους τον Σατανά. Δημοσιεύτηκε το 1667 και περιείχε αρχικά δέκα βιβλία (άσματα), τα οποία στη β' έκδοση (1674) έγιναν δώδεκα. Θεωρείται ως το σπουδαιότερο έργο του Μίλτον και ένα από τα σημαντικότερα της αγγλικής και γενικότερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ιστορία της συγγραφής και έκδοσης του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύνθεση του Χαμένου Παραδείσου άρχισε πιθανότατα το 1657-58 και τελείωσε το καλοκαίρι του 1665, όταν ο Μίλτον έδωσε το χειρόγραφο στον φίλο του, Thomas Elwood, για να το διαβάσει. Δεν είναι γνωστή η σειρά με την οποία γράφηκαν τα επιμέρους τμήματα του έργου, αλλά εικάζεται ότι της εκδόσεως του έργου προηγήθηκαν πολλές αναθεωρήσεις του από τον ποιητή. Το έργο εκδόθηκε το 1667, διαιρεμένο σε δέκα μέρη (βιβλία). Η τιμή κάθε αντιτύπου ήταν τρία σελίνια, και ο Μίλτον πήρε πέντε λίρες από τον εκδότη και άλλες πέντε όταν εξαντλήθηκε η πρώτη έκδοση (1300 αντίτυπα), ενώ η χήρα του, όταν πούλησε τα δικαιώματα, πήρε 8 λίρες. Στη δεύτερη έκδοση του 1680, ημερομηνία του θανάτου του ποιητή, τα δέκα βιβλία έγιναν δώδεκα, με το έβδομο και δέκατο βιβλίο να έχουν κοπεί στα δύο. Σε κάθε βιβλίο ο ποιητής είχε προσθέσει και περίληψη της υπόθεσής του (Argument), ενώ προηγείτο σημείωμα στο οποίο υπερασπιζόταν τον ανομοιοκατάληκτο ηρωικό αγγλικό στίχο, αποκηρύσσοντας την ομοιοκαταληξία.

Η μεγάλη φιλοδοξία του Μίλτον, όπως προκύπτει από τα έργα του Mansus και Epitaphium Damonis ήταν να συγγράψει ένα εθνικό έπος για τον βασιλιά Αρθούρο. Μόλις επέστρεψε από το ταξίδι του στην Ιταλία έκαμε έναν κατάλογο περίπου εκατό θεμάτων, με υποθέσεις παρμένες από την βιβλική ή την βρετανική ιστορία, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη συγγραφή δραματικών έργων. Από τα θέματα αυτά προέκρινε την ιστορία του Αδάμ και της Εύας και έκαμε διάφορα σχεδιάσματα για μια τραγωδία με θέμα την πτώση των πρωτοπλάστων. Στην πορεία, ο σχεδιασμός του άλλαξε και από τραγωδία το έργο μετεξελίχθηκε σε ολόκληρο έπος, καθώς ο ποιητής έκρινε ότι έτσι θα είχε μεγαλύτερη ελευθερία ως προς την ανάπτυξη του θέματος, περιλαμβάνοντας σε αυτό όχι μόνο την ιστορία της δημιουργίας του κόσμου και της πτώσης των αγγέλων και του ανθρώπου, αλλά και την ζωή και τον θάνατο του Χριστού, καθώς και όλη την παγκόσμια ιστορία μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Επιπλέον, σύμφωνα με τα αναγεννησιακά πρότυπα, το έπος θεωρείτο ως το μέγιστο των ποιητικών ειδών. Παρά ταύτα μεγάλα τμήματα του έργου είναι καθαρά δραματικά στην ανάπτυξή τους.[1]

Σύνοψη του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χαμένος Παράδεισος, όπως και τα μεγάλα έπη της αρχαιότητας, η Ιλιάδα, η Οδύσσεια και η Αινειάδα αρχίζει in medias res, με τους αγγέλους που επαναστάτησαν κατά του Θεού (εκπεσόντες άγγελοι) να βρίσκονται ήδη ριγμένοι στο πυρ της Κόλασης (η ιστορία της εξέγερσής τους κατά του Θεού, καθώς και η δημιουργία του κόσμου από τον Θεό είναι θέματα που αναπτύσσονται αργότερα στο έργο). Ο αρχηγός των εκπεσόντων αγγέλων, ο Σατανάς, τους εμψυχώνει και οργανώνει την ανασύνταξή τους. Σε συμβούλιο στην κόλαση αποφασίζεται η αποστολή του Σατανά στον νεοδημιουργημένο κόσμο, για να ερευνήσει τις πιθανότητες για αντεκδίκηση κατά των πλασμάτων του Θεού. Ο Σατανάς, φτάνοντας στη γη, βρίσκει το πρώτο ανθρώπινο ζεύγος στον Παράδεισο της Εδέμ και μαθαίνει για την απαγόρευση της βρώσης του καρπού του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού, που τους επιβλήθηκε από το Θεό με ποινή τον θάνατο. Με δόλιο τρόπο καταφέρνει να τους παρασύρει, παρά τις προδοποιήσεις που τους είχαν γίνει. Το έργο τελειώνει με την έξωση του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο, αφότου προηγήθηκε η διαβεβαίωση της λύτρωσης του ανθρώπου μέσω του Ιησού Χριστού, καθώς και η φανέρωση στον Αδάμ όλης της πορείας της ανθρώπινης ιστορίας μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.

Περίληψη ανά βιβλίο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σατανάς εγείρων τους εκπεσόντες αγγέλους, Χαμένος Παράδεισος, I,314 επ. Έργο του Τζον Μάρτιν (John Martin)

Βιβλίο I (Ένέργειες των εκπεσόντων αγγέλων στην Κόλαση)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επαναστάτες άγγελοι κείτονται ηττημένοι μέσα στην πύρινη λίμνη της Κόλασης, κεραυνοβολημένοι από την θεϊκή ισχύ. Ο αρχηγός τους, Σατάν (ο Σατανάς, ο διάβολος), όταν συνέρχεται, απευθύνεται στον Βεελζεβούβ (ή Βελζεβούλ), τον δεύτερο στην τάξη εκπεσόντα άγγελο. Του λέει πως δεν μετανιώνει που επαναστάτησε και πως το μίσος του για τον Θεό είναι αμείωτο, το ίδιο και ο πόθος του για εκδίκηση. Ο Βεελζεβούβ αναρωτιέται σε τι ωφελεί ο πόθος για εκδίκηση, αν είναι να υφίστανται την αιώνια τιμωρία. Ο Σατάν του απαντά ότι δεν πρόκειται ο ίδιος να υποταχθεί ποτέ και ότι ο σκοπός τους πρέπει να είναι να αντιπαρατίθενται με κάθε μέσο στο θέλημα του Θεού, πράττοντας το κακό.

Ο Σατάν έπειτα σηκώνεται όρθιος, τεράστιος ως Τιτάνας, αντικρίζοντας σε όλο το τρομαχτικό της μεγαλείο την Κόλαση, την οποία χαιρετίζει ως το βασίλειό του, όπου αυτός και οι δικοί του θα ζουν ελεύθεροι. Με δυνατή φωνή αφυπνίζει τις αμέτρητες τάξεις των αγγέλων του, που κείτονταν κι αυτοί μέσα στις φλόγες. Σηκώνονται όλοι ορθοί, ως φοβερός στρατός σε παράταξη, βαδίζοντας τώρα πάνω στο καιόμενο έδαφος. Είναι στην πραγματικότητα αυτοί που λατρεύτηκαν ως θεοί αργότερα στην γη Χαναάν και στις γύρω περιοχές, οι θεοί των Χαναναίων, των Αιγυπτίων και των Ελλήνων, εκτενής απαρίθμηση των οποίων και γίνεται. Πλάι στο Σατάν στέκει ο υπασπιστής του, Αζαζήλ, ο οποίος κρατά το λάβαρο.

Ο Σατάν επιθεωρεί τα εκατομμύρια των πιστών αγγέλων του και τους απευθύνει τον λόγο του. Τους στερεώνει την ελπίδα της επανάκτησης των Ουρανών και αναφέρεται σε κάποια αρχαία φήμη για έναν νέο κόσμο και για ένα νέο είδος πλάσματος που θα δημιουργούσε ο Θεός για να τον υπηρετεί. Προς τον νέο αυτό κόσμο θα έπρεπε να στραφούν, βγαίνοντας από την Κόλαση. Για να ανακαλύψουν την αλήθεια της προφητείας και να αποφασίσουν τι θα πράξουν, τους προτείνει την σύγκληση συμβουλίου.

Ο Μαμμών (Μαμωνάς) και το πλήρωμά του κατασκευάζουν τότε το Πανδαιμόνιο, το ανάκτορο του Σατανά, το οποίο εγείρεται μες από την άβυσσο. Τα άπειρα πλήθη των επαναστατών αγγέλων συρρικνώνονται για να χωρέσουν στις σάλες του. Ο Σατάν και οι μεγάλοι αρχηγοί μπαίνουν με τα υπερμεγέθη σώματά τους σε μια μεγάλη αίθουσα και κάθονται εκεί σε συμβούλιο.

Ο Σατανάς προεδρεύων του συμβουλίου της Κολάσεως στο Πανδαιμόνιο, Χαμένος Παράδεισος, II, 1 επ. Έργο του Τζον Μάρτιν (John Martin)

Βιβλίο II (Συμβούλιο στο Πανδαιμόνιο και οι πύλες της Κόλασης)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συμβούλιο αρχίζει και μετά από μια εισαγωγή του Σατάν παίρνουν τον λόγο οι μεγάλοι αρχηγοί. Ο Μολώχ είναι υπέρ ενός νέου πολέμου για την κατάληψη των Ουρανών, μιας και το μόνο που θα είχαν να χάσουν ήταν να ριχτούν ξανά στην Κόλαση. Ο Βελίαλ (Βελίαρ) είναι αντίθετος, καθώς μια νέα επίθεση θα εξόργιζε τον Παντοδύναμο, που θα πολλαπλασίαζε τα μαρτύριά τους. Αντιθέτως αν έμεναν ήσυχοι, ίσως ο Θεός να μείωνε τα βάσανά τους. Ο Μαμμών αντικρούει αυτό το επιχείρημα λέγοντας πως το να νικηθεί ο Θεός απεδείχθη αδύνατον και το να μειωθούν τα βάσανά τους προϋποθέτει την υποταγή τους σε αυτόν. Γι’ αυτό προτείνει να μείνουν στην Κόλαση και ίσως να συνηθίσουν τη νέα τους κατάσταση.

Ο Βεελζεβούβ, απηχώντας την άποψη του Σατανά, τους επισημαίνει ότι νέος πόλεμος αποκλείεται και πως πρώτο μέλημά τους πρέπει να είναι πώς να ξεφύγουν από την Κόλαση, την φυλακή τους. Γι’ αυτό πρέπει να διερευνήσουν την αλήθεια εκείνης της προφητείας περί της δημιουργίας από τον Θεό ενός άλλου κόσμου και ένα άλλου είδους πλάσματος, του ανθρώπου, που έμελλε να δημιουργηθεί την περίοδο αυτή. Στον κόσμο αυτό θα μπορούσαν να πετύχουν κάτι, είτε να τον καταστρέψουν ή να τον εξουσιάσουν. Ο ίδιος ο Σατάν, παίρνοντας τον λόγο, αναλαμβάνει να κάνει μοναχός του το δύσκολο ταξίδι για να ανακαλύψει αυτόν τον νέο κόσμο και τον επευφημούν όλοι.

Πετώντας μέχρι τον πύρινο θόλο της Κόλασης, ο Σατάν βρίσκει τις πύλες της κλειστές και βλέπει δύο αποτρόπαια πλάσματα να τις φυλάσσουν: την Αμαρτία και τον Θάνατο. Ο Θάνατος κρατώντας λόγχη και τόξο, εμποδίζει τον Σατάν να περάσει τις πύλες. Η Αμαρτία παρεμβαίνει τότε στη διένεξη. Συστήνεται στον Σατάν ως η κόρη του, που είχε ξεπηδήσει πάνοπλη από την κεφαλή του, τότε που αυτός ήταν ακόμη στους Ουρανούς. Ήταν τόσο θελκτική που ο πατέρας της την ερωτεύτηκε κι αυτή έμεινε έγκυος μαζί του. Μεταμορφωμένη τώρα από τη μέση και κάτω σε ερπετό, είχε πέσει κι αυτή μαζί με τον Σατάν στην Κόλαση, όπου γέννησε τον γιο τους, τον Θάνατο.

Ο Σατάν μιλά κολακευτικά στην κόρη και τον γιο του, εξηγώντας τους τον σκοπό της αποστολής του. Ευχαριστημένοι αυτοί, ανοίγουν τις πύλες, αποκαλύπτοντας το χαώδες διάστημα μεταξύ της Κόλασης και των Ουρανών. Ο Σατάν αρχίζει μιαν δύσκολη πορεία στην άβυσσο, κατευθυνόμενος από το Χάος, τον κυβερνήτη της περιοχής αυτής, που του δείχνει τον δρόμο προς τον νέο κόσμο που αναζητούσε.

Ο Θεός δέχεται τη Θυσία του Υιού Του, Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο ΙΙΙ, υδατογραφία του Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake)

Βιβλίο III (Εθελούσια Θυσία του Υιού του Θεού και έλευση του Σατανά στον κόσμο)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θεός, καθισμένος στο θρόνο του στους Oυρανούς, έχοντας δίπλα του τον Μονογενή του Υιό και γύρω του τους αγγέλους, ατενίζει τον πρόσφατα πλασμένο κόσμο. Κοιτάζει πρώτα το ανθρώπινο ζεύγος στον Παράδεισο και στη συνέχεια βλέπει τον Σατανά να πετά προς τον νέο αυτό κόσμο. Τον δείχνει στον Υιό του, προβλέποντας την επιτυχία του διαβόλου να πλανήσει τον άνθρωπο. Λέει ότι ο άνθρωπος πλάστηκε ελεύθερος και ικανός να αντισταθεί στον πειρασμό του Σατανά - επομένως η πτώση του θα είναι σφάλμα δικό του, όχι του Θεού. Επειδή όμως ο άνθρωπος θα πέσει από υπαιτιότητα του διαβόλου και όχι δική του, θα βρει τη χάρη, σε αντίθεση με τον Σατανά και τους αγγέλους του, που θα καταδικαστούν αιώνια.

Ο Υιός δοξάζει τον Πατέρα του για την ευσπλαχνία του προς τον άνθρωπο, μα ο Θεός προσθέτει ότι η χάρη μπορεί να παρασχεθεί στον άνθρωπο μόνο αν η ικανοποιηθεί η προσβολή κατά του θεϊκού μεγαλείου, όπως επιτάσσει η δικαιοσύνη. Ο άνθρωπος θα παραβεί την θεϊκή εντολή, θέλοντας να αποκτήσει την αθανασία, γι’ αυτό και ο ίδιος και οι απόγονοί του πρέπει να πεθάνουν. Για να του παρασχεθεί η χάρη, πρέπει να βρεθεί κάποιος αντάξιος να ξεπληρώσει την προσβολή και να πεθάνει για χάρη του. Ο Θεός ρωτά τα ουράνια πλήθη αν υπάρχει κανείς που θα γινόταν θνητός χάριν του ανθρώπου και όλοι σωπαίνουν.

Τότε ο Υιός του Θεού προσφέρεται να πεθάνει χάριν του ανθρώπου, γνωρίζοντας ότι δεν θα παραμείνει υπό την εξουσία του θανάτου για πολύ, αλλά αντιθέτως θα καταργήσει τον ίδιο τον Θάνατο, φέρνοντας όσους εκλεκτούς λυτρωθούν στους Ουρανούς και εξορίζοντας στην Κόλαση τους εχθρούς του Θεού για πάντα. Θαυμασμός καταλαμβάνει τα ουράνια πλήθη για την προσφερόμενη θυσία του Υιού. Ο δε Πατέρας, ευαρεστημένος με την προσφορά, εξαγγέλλει την ενσάρκωσή του Υιού του και την γέννησή του από μία παρθένο, προαναγγέλλει την εξύψωσή του πάνω από κάθε όνομα σε ουρανούς και σε γη και προστάζει όλους τους αγγέλους να τον λατρέψουν. Στους Ουρανούς αντηχούν τώρα τα ωσαννά των αγγέλων προς τον Υιό του Θεού.

Στο μεταξύ ο Σατανάς έχοντας κατεβεί στο εξώτερο μέρος του καινούργιου κόσμου, που η σφαίρα του κρεμόταν με χρυσή αλυσίδα από τους Ουρανούς, περιπλανιόταν στις ερημικές εκτάσεις, ανάμεσα στις καταιγίδες που προκαλούνταν από το Χάος. Ξάφνου βλέπει την λαμπρή πύλη που οδηγεί από τον κόσμο αυτό στους Ουρανούς μέσω μιας μεγάλης σκάλας που η βάση της ήταν κάτω στην γη, στον Παράδεισο της Εδέμ. Από την πύλη αυτή ο Σατάν έχει διαμιάς τη θέα όλου του ωραίου αυτού κόσμου, των άστρων, των πλανητών και της γης, που βρίσκονται στις δικές τους ξεχωριστές σφαίρες, όλες στο εσωτερικό της τεράστιας σφαίρας του κόσμου. Το βλέμμα του ελκύει ο ήλιος και διευθύνεται προς αυτόν.

Εκεί βρίσκεται ο Αρχάγγελος Ουριήλ, κυβερνήτης της σφαίρας του ηλίου. Παίρνοντας την μορφή κάποιου κατώτερου αγγέλου, ο Σατάν εμφανίζεται στον Ουριήλ και υποκρίνεται ότι έχει μιαν ένθερμη επιθυμία να δει την νέα δημιουργία του Θεού και ιδίως τον άνθρωπο που τοποθέτησε ο Θεός εκεί. Ζητεί από τον Ουριήλ να μάθει τον ακριβή τόπο κατοικίας του ανθρώπου και αυτός, ανυποψίαστος, του δείχνει την γη και τον τόπο που βρίσκεται ο επίγειος Παράδεισος. Ο Σατάν χαιρετά υποκλινόμενος και κατεβαίνει πάνω στο όρος Νιφάτης, απέναντι από την Εδέμ.

Ο Σατανάς βλέπει τις περιπτύξεις του Αδάμ και της Εύας (Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο IV, έργο του Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake)

Βιβλίο IV (Άφιξη του Σατανά στην Εδέμ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σατάν, βλέποντας την Εδέμ, διακατέχεται από αμφιβολία για την επιτυχία της επιχείρησης που ανέλαβε και φθονεί την ευτυχία των πρωτοπλάστων. Στρέφει το βλέμμα του στον ήλιο, που του θυμίζει τους Ουρανούς από όπου εξέπεσε. Αντιλαμβάνεται ότι συγχώρεση από τον Θεό δεν πρόκειται να υπάρξει και ως εκ τούτου, αποχαιρετώντας κάθε ελπίδα και φόβο, αποβάλλει κάθε καλό μέσα του, ενστερνιζόμενος εντελώς το κακό. Λόγω των διαλογισμών του αυτών η επίπλαστη όψη αγγέλου που είχε πάρει παραμορφωνόταν, αποκαλύπτοντας τον πραγματικό του εαυτό.

Φτάνοντας στον επίγειο Παράδεισο, ο Σατάν υπερπηδά τους ψηλούς τοίχους του και στέκεται με την μορφή ενός κορμοράνου πάνω στο Δέντρο της Ζωής. Βλέπει τον Αδάμ και την Εύα να βαδίζουν ολόγυμνοι και θαυμάζει την έξοχη μορφή τους και την ευτυχισμένη τους κατάσταση. Μοιάζει προς στιγμήν να μετανιώνει που απεργάζεται την πτώση τους δίχως να τον έχουν αδικήσει, αλλά αμέσως δικαιολογεί την πρόθεσή του με την αναγκαιότητα να εκδικηθεί τον Θεό. Καταφέρνει να πλησιάσει τον Αδάμ και την Εύα και να κρυφακούσει τι συζητούν μεταξύ τους. Ο Αδάμ υπενθύμιζε στην Εύα ότι ο καρπός του Δέντρου της Γνώσεως είναι απαγορευμένος γι’ αυτούς και η τιμωρία, αν παραβούν την εντολή, είναι ο θάνατος.

Ο Σατάν βλέπει την Εύα να αγκαλιάζει τρυφερά τον σύντροφό της και βασανισμένος από τη θέα του ευτυχισμένου ζευγαριού σκέφτεται πώς να τους εξαπατήσει για να γευθούν από τον καρπό εκείνου του απαγορευμένου δέντρου και να πεθάνουν. Στο μεταξύ ο Ουριήλ κατεβαίνει στη γη το δειλινό και συναντά τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, ο οποίος επόπτευε την πύλη του Παραδείσου. Τον ενημερώνει πως κάποιο κακό πνεύμα είχε δραπετεύσει από την άβυσσο και υπό την μορφή ενός καλού αγγέλου είχε κατεβεί στον Παράδεισο, αλλά έγινε αντιληπτό από τους διαβολικούς μορφασμούς του. Ο Γαβριήλ του υποσχέθηκε να τον ανακαλύψει ευθύς το πρωί και ο Ουριήλ επέστρεψε στη σφαίρα του ηλίου.

Φτάνει η νύχτα και ο Αδάμ και η Εύα επιστρέφουν στην κατοικία τους, μια ολάνθιστη φυλλωσιά, για να αναπαυθούν από τις εργασίες της ημέρας. Ο Γαβριήλ διατάζει δυο αγγέλους να πάνε στον τόπο διαμονής του Αδάμ και της Εύας, να δουν μήπως το κακό εκείνο πνεύμα βρισκόταν εκεί προξενώντας τους κάποιο κακό ενώ κοιμούνταν. Αυτοί βρίσκουν τον Σατανά να κάθεται οκλαδόν με μορφή βατράχου πλάι στο αυτί της Εύας και να την βάζει σε πειρασμό μέσω ενός ονείρου. Με ένα άγγιγμα του δόρατος ο Σατάν παίρνει την πραγματική του μορφή. Τον συλλαμβάνουν και τον φέρνουν στον Γαβριήλ.

Ο Γαβριήλ ρωτά τον Σατανά πώς δραπέτευσε από την αιώνια τιμωρία του και γιατί παρενοχλεί τα ευδαίμονα αυτά πλάσματα. Ο Σατάν του απαντά χλευαστικά λέγοντάς του ότι προφανώς οι πύλες της Κόλασης δεν είχαν κλειστεί τόσο καλά - και ποιος φυλακισμένος δεν θέλει να δραπετεύσει; Όσο για τον Αδάμ και την Εύα, δεν τους έκανε κάτι κακό. Ο Γαβριήλ τον απειλεί πως θα τον ρίξει ο ίδιος αλυσόδετο ξανά στην Κόλαση. Ο Σατάν είναι έτοιμος για μάχη, όταν με θεϊκή παρέμβαση αφήνεται να φύγει.

Ο Αρχάγγελος Ραφαήλ μιλά στους πρωτόπλαστους, Αδάμ και Εύα, Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο V, υδατογραφία του Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake)

Βιβλίο V (Διήγηση της αποστασίας και της εξέγερσης των αγγέλων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άλλο πρωί η Εύα, ταραγμένη, διηγείται στον Αδάμ το όνειρό της: ένας ωραίος άγγελος της πρόσφερε στον ύπνο της τον θελκτικό καρπό του απαγορευμένου δέντρου κι εκείνη έφαγε. Το όνειρο δεν αρέσει στον Αδάμ, αλλά δεν τον ανησυχεί. Προσεύχονται και οι δύο στον Θεό δοξάζοντάς τον για τα έργα του και για τα αγαθά που τους προσφέρει και έπειτα πηγαίνουν στις καθημερινές εργασίες τους. Ο Θεός τότε στέλνει τον Αρχάγγελο Ραφαήλ στον Αδάμ για να τον προειδοποιήσει να είναι προσεχτικός, διότι ένας εχθρός του ενεδρεύει για να του κάνει κακό.

Ο Ραφαήλ κατεβαίνει από τους Ουρανούς και ο Αδάμ τον καλωσορίζει καλώντας τον στο τραπέζι τους, ενώ η Εύα σπεύδει να τον εξυπηρετήσει. Ο Ραφαήλ τους υπενθυμίζει ότι η ευτυχισμένη τους κατάσταση εξαρτάται από την υπακοή τους στο Θεό. Στην ερώτηση του Αδάμ, πώς είναι δυνατόν να παρακούσουν τον Πλάστη τους, ο Ραφαήλ απαντά ότι στον άνθρωπο, όπως και στους αγγέλους, δόθηκε ελεύθερη βούληση για υπακοή στο Θεό ή όχι. Μάλιστα, κάποιοι άγγελοι είχαν εκπέσει από τους Ουρανούς, έχοντας φανεί ανυπάκουοι στον Θεό. Ο Ραφαήλ, μετά από παράκληση του Αδάμ, διηγείται την ιστορία της εξέγερσης των αγγέλων κατά του Θεού.

Κάποια ημέρα, πριν τη δημιουργία αυτού του κόσμου, όταν μόνο οι Ουρανοί και το Χάος υπήρχαν, ο Θεός κάλεσε όλους τους αγγέλους ενώπιον του Θρόνου του. Όλοι προσήλθαν, λαμπροί, στις ιεραρχίες τους και με τα λάβαρά τους. Ο Θεός τους παρουσίασε τότε στα δεξιά του τον Υιό Του και εικόνα Του, τον Μεσσία, αυτόν που είχε στους κόλπους του και ο οποίος τους ήταν άγνωστος έως τότε. Τους κάλεσε να τον προσκυνήσουν, ως αντιβασιλέα των Ουρανών. Εάν κάποιος παράκουε την εντολή του αυτή, θα παράκουε και Αυτόν τον ίδιο. Όλοι υπάκουσαν στα λόγια του Θεού την ημέρα εκείνοι και εόρτασαν το γεγονός με άσματα και χορούς.

Τη νύχτα όμως (γιατί και στους Ουρανούς υπάρχει ημέρα και νύχτα), όταν όλοι αναπαύονταν στις κατοικίες τους, ένας από τους μεγαλύτερους αγγέλους, που τώρα αποκαλείται Σατάν, δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Γεμάτος φθόνος για τον Υιό του Θεού, τον Χριστό, που τόσες μεγάλες τιμές του παραχώρησε ο Πατέρας του, θεώρησε τον εαυτό του μειωμένο (καθώς είχε ο ίδιος μεγάλη θέση στους Ουρανούς) και έβαλε στο νου του να φύγει μακριά από τον Θρόνο του Θεού με όλες τις λεγεώνες των φιλικών του αγγέλων. Τους κάλεσε λοιπόν σε ένα όρος, στα βόρεια μέρη των Ουρανών, όπου είχε το ανάκτορό του, για να προετοιμαστούν να υποδεχθούν τον Υιό του Θεού που δήθεν θα τους επισκεπτόταν.

Ο Θεός τότε έδειξε στον Υιό του χαμογελώντας τον Σατανά που προετοίμαζε μάταια εξέγερση εναντίον τους και του ανέθεσε το έργο να την καταστείλει. O Υιός, γαλήνιος και γνωρίζοντας το μίσος του Σατανά εναντίον του, αποδέχθηκε αυτό το έργο που θα τον δόξαζε. Στο μεταξύ ο Σατανάς κάλεσε τις λεγεώνες του (το ένα τρίτο όλων των αγγέλων) να μην δεχτούν υποταγή στον Υιό του Θεού για να μη χάσουν την ελευθερία τους και κατάφερε να τους πείσει. Στα λόγια του αντιτάχθηκε μόνο ο Αβδιήλ, ένα πιστό σεράφ. Ο Σατάν τον άφησε με περιφρόνηση να φύγει και ο Αβδιήλ φεύγοντας τον προειδοποίησε για την τιμωρία που τον περίμενε, αφού είχε επαναστατήσει κατά του Θεού.

Η ρίψη των επαναστατών αγγέλων στην Κόλαση, Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο VI, υδατογραφία του Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake)

Βιβλίο VI (Διήγηση της πτώσης των αποστατών αγγέλων)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μυριάδες των αγγέλων του Θεού με επικεφαλής τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ βάδιζαν τώρα με τάξη για να πολεμήσουν τον Σατανά και τους αγγέλους του που επέλαυναν φρενήρεις. Ο Σατανάς πρόβαλε στο μέσον της παράταξής του πάνω σε λαμπρό άρμα, περιστοιχισμένος από Χερουβείμ και εξυψωμένος ως Θεός. Ο Αβδιήλ, εξοργισμένος με το θέαμα, τον κατηγόρησε με δυνατή φωνή για την υπερηφάνειά του και του πέταξε το δόρυ του, που τον πέτυχε κάνοντάς τον να οπισθοχωρήσει. Οι στρατιές των Ουρανών αλάλαξαν με ωσαννά και η σάλπιγγα του Μιχαήλ ήχησε. Οι αντίπαλοι ανταπέδωσαν με τρομερή κραυγή και η μάχη άρχισε.

Εκατομμύρια αγγέλων συγκρούστηκαν στους Ουρανούς. Η κλαγγή των σπαθιών, ο θόρυβος των αρμάτων και ο συριγμός των πύρινων βλημάτων που εκτοξεύονταν εκατέρωθεν δημιουργούσαν φοβερό θόρυβο. Η μάχη ήταν αμφίρροπη. Ο Γαβριήλ μαχόταν με τον Μολώχ, ενώ ο Μιχαήλ, ο Ουριήλ και ο Ραφαήλ κατατρόπωναν τους αντιπάλους τους. Ο Σατανάς κινήθηκε εναντίον του Μιχαήλ και τότε αυτός του έκοψε με την σπάθα του το χέρι. Τότε ο Σατάν ένιωσε για πρώτη φορά τον πόνο. Ταπεινωμένος και γεμάτος θυμό βγήκε από την μάχη, αν και η πληγή του θεραπεύτηκε μόνη της, όπως συνέβαινε με τους αγγέλους, που ήταν όντα αθάνατα. Οι αποστάτες άγγελοι ετράπησαν καταπτοημένοι σε φυγή, ενώ οι πιστοί άγγελοι βάδιζαν εναντίον τους ακλόνητοι.

Είχε φτάσει όμως η νύχτα. Ενώ οι άγγελοι του Θεού στρατοπέδευσαν επί τόπου, αυτοί του Σατανά αποσύρθηκαν μακριά και συσκέπτονταν τι να κάμουν. Ο Σατάν πρότεινε να χρησιμοποιήσουν υλικά από το έδαφος των Ουρανών, θειάφι και νίτρο, για να κατασκευάσουν μηχανές μιμούμενες τον κεραυνό του Θεού. Την άλλη μέρα, όταν η μάχη ξανάρχισε, οι διαβολικές μηχανές, τριπλή σειρά κιόνων πάνω σε τροχούς, ξερνούσαν φλόγα ρίχνοντας τεράστιες σιδερένιες μπάλες που σκόρπιζαν τους αγγέλους του Θεού. Αυτοί τότε ξεριζώνοντας ολόκληρα βουνά καταπλάκωσαν τα μηχανήματα και τις λεγεώνες του Σατανά, που ανταπόδωσαν με τον ίδιο τρόπο, έτσι που οι Ουρανοί έβαιναν προς ολοκληρωτική καταστροφή.

Τότε ο Θεός στράφηκε προς τον Υιό Του, λέγοντάς του ότι η μάχη διαρκεί ήδη δύο ημέρες, αλλά η τρίτη ημέρα θα ανήκει σε Εκείνον, τον Χριστό. Η δόξα του τερματισμού αυτού του μεγάλου πολέμου είναι μόνο του Υιού Του, μόνο αυτός θα τον τελειώσει. Ο Χριστός του απάντησε: Πατέρα, όποιον μισείς Εσύ και εγώ τον μισώ. Μπορώ, ως Εικόνα Σου κατά πάντα, να γίνω τόσο τρομερός όσο κι εσύ, όπως είμαι τόσο μειλίχιος όσο κι εσύ. Με την ισχύ σου θα απαλλάξω γρήγορα τα Ουράνια από τούτους τους αντάρτες ρίχνοντάς τους κάτω στην απαίσια κατοικία τους. Έτσι είπε ο Υιός του Θεού και ανέβηκε στο ζωντανό άρμα του Θεού Πατρός που το κινούσουν τέσσερεις χερουβικές μορφές, λέγοντας στις λεγεώνες του να μην κινητοποιηθούν, γιατί αυτή ήταν η δική του μάχη.

Ο Υιός του Θεού, φοβερός, κατεδίωξε μόνος τα πλήθη των επαναστατών με τον κεραυνό του. Αδύναμοι αυτοί να αντισταθούν οπισθοχώρησαν σε εκατομμύρια προς τα τείχη των Ουρανών και κατακρημνίστηκαν μέσα σε τρόμο και σε σύγχυση στην άβυσσο. Για εννέα ημέρες έπεφταν μέχρις ότου τους δέχθηκε η Κόλαση κλείνοντας από πάνω τους. Ο Μεσσίας επέστρεψε τότε μέσα σε δόξα στον Πατέρα του. Αυτός ο Σατάν, που επαναστάτησε κατά του Θεού, είναι ο εχθρός που θέλει την πτώση σου (είπε ο Ραφαήλ στον Αδάμ), ώστε να μοιραστεί μαζί σου τη δυστυχία του. Μείνε μακριά από τους πειρασμούς του, για να μην γίνεις σύντροφος των συμφορών του. Θυμήσου το τρομαχτικό του παράδειγμα για να μην αμαρτάνεις.

Η δημιουργία του φωτός, Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο VII, έργο του Τζον Μάρτιν (John Martin)

Βιβλίο VII (Διήγηση της εξαημέρου δημιουργίας του κόσμου)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις ο Ραφαήλ τελείωσε, ο Αδάμ τον παρακάλεσε να τους πει πότε, πώς και για ποιαν αιτία ο Δημιουργός έπλασε τον κόσμο αυτόν. Ο Ραφαήλ του διηγήθηκε ότι μόλις ο Εωσφόρος (όπως ήταν γνωστός ο Σατάν πριν την πτώση του) και οι λεγεώνες του ρίχτηκαν στην άβυσσο, ο Θεός εξέφρασε στον Υιό Του την θέλησή του να δημιουργήσει έναν νέο κόσμο, καθώς και ένα γένος αναρίθμητων ανθρώπων, ως επανόρθωση της ζημιάς που προκάλεσε ο Σατάν, για να μην επαίρεται ότι κατάφερε να αδειάσει τους Ουρανούς από αγγέλους. Έπειτα ανέθεσε στον Υιό και Λόγο Tου την δημιουργία του κόσμου. Αγαλλίαση κατέλαβε τα Ουράνια και η ουράνια πύλη άνοιξε για να βγει θριαμβευτικά ο Βασιλιάς της Δόξας. Ο Υιός πάνω στα φτερά των Χερουβείμ και ακολουθούμενος από τους αγγέλους του εισήλθε στο Χάος, που οι άνεμοι και οι τρικυμίες του ευθύς ειρήνευσαν.

Με χρυσό διαβήτη ο Υιός καθόρισε τα όρια και την περιφέρεια του κόσμου και ποίησε πρώτα τον ουρανό και την γη, ύλη άμορφη και έρημη. Βαθύ σκότος επικρατούσε. Δημιούργησε τότε ο Θεός το φως και ευθύς τα πλήθη των αγγέλων ξέσπασαν σε ύμνους. Και είδε ο Θεός ότι το φως ήταν καλό και ονόμασε το φως ημέρα και το σκότος νύχτα. Αυτή ήταν η πρώτη ημέρα του κόσμου. Και έγινε εσπέρα και πρωί και είπε πάλι ο Θεός: ας γίνει το στερέωμα και ας χωρίσει τα επάνω ύδατα από τα ύδατα τα κάτω. Και έφτιαξε ο Θεός το αέρινο στερέωμα με τα κρυστάλλινα ύδατα πάνω του ως προφύλαξη του κόσμου από το Χάος και το ονόμασε ουρανό. Αυτή ήταν η δεύτερη ημέρα. Είπε τότε ο Θεός: ας συναχθούν τα κάτω ύδατα σε ένα μέρος και ας φανεί η ξηρά. Και ο Θεός ονόμασε την ξηρά γη, ενώ το σύναγμα των υδάτων θάλασσα. Και Θεός είπε και έβγαλε η γη χλωρό χορτάρι και δέντρο με καρπό. Αυτή ήταν η τρίτη ημέρα.

Και είπε ξανά ο Θεός: Ας γίνουν φώτα στον ουρανό να ξεχωρίζουν την ημέρα από τη νύχτα και να είναι ως σημεία για καιρούς, για ημέρες και ενιαυτούς και για να φωτίζουν στον ουρανό και να δίνουν φως στη γη. Και έφτιαξε o Θεός τον μεγάλο φωστήρα για να εξουσιάζει την ημέρα και τον μικρό για να εξουσιάζει τη νύχτα και έφτιαξε τα άστρα του ουρανού. Αυτή ήταν η τέταρτη ημέρα. Και είπε ο Θεός: ας βγάλουν τα ύδατα ερπετά, ψυχές ζώσες και πετεινά και ας πετάξουν πάνω από τη γη στο στερέωμα του ουρανού. Και έκανε ο Θεός τα κήτη τα μεγάλα και κάθε είδος ζώου θαλάσσιου και πτηνού. Αυτή ήταν η πέμπτη ημέρα. Πρόβαλε τότε η έκτη και τελευταία ημέρα της Δημιουργίας. Και είπε ο Θεός: ας βγάλει η γη ψυχή ζώσα, κατά γένος αυτής, τετράποδα και ερπετά, και θηρία της γης κατά το γένος τους το καθένα. Η γη υπάκουσε και έγιναν τότε τα αναρίθμητα ζώα, από το λιοντάρι και την τίγρη μέχρι τη μέλισσα, το σκουλήκι και τον όφι, το φρονιμότερο από τα θηρία της γης.

Και τότε είπε ο Θεός: ας ποιήσουμε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα μας και καθ’ ομοίωσή μας, και ας εξουσιάζουν αυτοί στα ψάρια και τα πετεινά της θάλασσας και τα κτήνη και σε όλη τη γη και στα ερπετά που έρπουν στη γη. Έτσι είπε, και έπλασε εσένα, Αδάμ, εσένα, ω άνθρωπε, άρρενα και το ταίρι σου θήλυ και σας ευλόγησε λέγοντας να αυξάνεστε και να πληθύνεστε και να γεμίσετε και να εξουσιάσετε την γη και όσα αυτή περιέχει. Και σε έφερε στον άλσος της τρυφής, τον κήπο αυτό, φυτεμένο με τα δέντρα του Θεού, που οι καρποί τους όλοι είναι ελεύθεροι για βρώση εκτός από τον καρπό του δέντρου που δίνει τη γνώση του καλού και του κακού. Την ημέρα που θα φας από αυτόν θα πεθάνεις. Φυλάξου λοιπόν μήπως σε αιφνιδιάσει η Αμαρτία και ο ακόλουθός της, ο Θάνατος.

Εδώ έπαψε ο Θεός και είδε όλα όσα έπλασε και ιδού τα πάντα ήταν καλά λίαν. Όλα τα έργα του τελείωσαν την έκτη μέρα. Ο Δημιουργός τότε ακούραστος ανέβηκε, υπό τις επευφημίες της θριαμβευτικής πομπής των αγγέλων Του, στους Ουρανούς των Ουρανών για να επισκοπεί το εξαήμερο λαμπρό έργο του από τον Θρόνο Του. Εισήλθε λοιπόν ο Υιός στους Ουρανούς την έβδομη ημέρα, και κάθισε μαζί με τον Πατέρα Του, ο οποίος ήταν πάντοτε μαζί του, ως πανταχού παρών, αν και αόρατος. Αναπαυόμενος τώρα, ευλόγησε και αγίασε την έβδομη ημέρα. Τώρα εργάζονταν μόνο οι χοροί των αγγέλων, που εόρταζαν με αλληλούια το Σάββατο υμνώντας τα έργα του Ιεχωβά. Ο Ραφαήλ τότε ρώτησε τον Αδάμ αν υπήρχε κάτι άλλο που θα ήθελε να μάθει.

Η δημιουργία της Εύας, Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο VIII, έργο του Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake)

Βιβλίο VIII (Διήγηση της δημιουργίας του Αδάμ και της Εύας)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αδάμ ρώτησε τότε τον Ραφαήλ γιατί τα ουράνια σώματα διανύουν καθημερινά τεράστιες αποστάσεις γύρω από την μικρή και ακίνητη γη, σαν να την υπηρετούν, ενώ θα μπορούσε να κινείται αυτή. Ο Ραφαήλ απάντησε ότι ο ήλιος και η σελήνη δεν υπάρχουν για να υπηρετούν τη γη, αλλά, τον κάτοικο της γης, τον άνθρωπο. Αλλά τι αλλάζει κι αν ο ήλιος είναι το κέντρο του κόσμου και η γη κινείται γύρω του; Ή αν η σελήνη κατοικείται; Ή κι αν υπάρχουν κι άλλοι ήλιοι και σελήνες να φωτίζουν ίσως άλλα πλάσματα; Ας χαίρεσαι, του είπε, τον Παράδεισο, που σου έδωσε ο Θεός και την ωραία σου Εύα. Να είσαι ταπεινά σοφός και να σκέφτεσαι μονάχα ό,τι αφορά εσένα και το είναι σου. Μη σκέφτεσαι για τα μυστικά του ουρανού του Θεού, αλλά Αυτόν να υπηρετείς και να φοβάσαι!

Ο Αδάμ διηγήθηκε τότε στον Ραφαήλ την δική του ιστορία. Το πρώτο πράγμα που θυμόταν ήταν πως ξύπνησε σαν από ύπνο βαθύ πάνω στην ανθισμένη χλόη. Για λίγο έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό. Έπειτα σηκώθηκε και αντίκρισε γύρω του τον κόσμο. Προσπάθησε να μιλήσει και ευθύς η γλώσσα του υπάκουσε. Θέλησε να γνωρίσει τον Πλάστη Του. Τότε τον πήρε ο ύπνος και είδε σε όνειρο κάποιον με θεϊκή μορφή που τον οδήγησε σε έναν υπέροχο κήπο πάνω σε ένα δασώδες βουνό. Τότε ξύπνησε και είδε ότι όλα αυτά ήταν αληθινά. Αυτή η Θεϊκή Παρουσία, ο οδηγός του, εμφανίστηκε ανάμεσα στα δέντρα και συστήθηκε ως ο Πλάστης του. Ο Αδάμ τον προσκύνησε. Αυτός του είπε τότε ότι του δίνει τον Παράδεισο για να τρώει από κάθε καρπό εκτός από αυτόν του δέντρου που φέρνει τη γνώση του καλού και του κακού.

Αν παρέβαινε την εντολή, θα πέθαινε, όντας θνητός από εκείνη τη μέρα και εξόριστος σε έναν κόσμο θλίψης. Τα αυστηρά του λόγια αντηχούσαν ακόμα στα αυτιά του Αδάμ. Έπειτα παίρνοντας Εκείνος τη συνήθη προσηνή του όψη, είπε ότι του δίνει όλη την γη, να την κατέχει αυτήν και τα πλάσματά της, που τα έφερε ενώπιον του Αδάμ για να τα ονομάσει. Ο Αδάμ όμως αισθανόταν μοναξιά. Τα άλλα πλάσματα δεν ήταν αληθινή συντροφιά, ως μη ίσα με αυτόν. Κάθε ζώο είχε το ταίρι του, έτσι ήθελε κι αυτός ένα. Παρακάλεσε γι’ αυτό το Θεό. Μα κι εγώ μόνος μου είμαι, του απάντησε Εκείνος, δίχως να έχω κάποιον ίσο μου. Ταπεινά αποκρίθηκε ο Αδάμ ότι αυτός δεν είναι τέλειος σαν τον Θεό, αλλά ελλιπής και έχει ανάγκη από τον όμοιό του για να βοηθηθεί και να απαλύνει τις ελλείψεις του.

Ο Θεός ευχαριστήθηκε με την απάντηση. Ήξερε ότι ο άνθρωπος δεν είναι καλό να είναι μόνος. Θα του έφερνε την συντροφιά που προόριζε γι’ αυτόν, όπως τη λαχταρούσε. Τότε ο Αδάμ κοιμήθηκε, όμως σε έκσταση είδε τι συνέβη: η ένδοξη εκείνη μορφή άνοιξε την αριστερή μεριά του και πήρε μια πλευρά, ζεστή με τα αίματα της ζωής. Η πληγή ήταν πλατιά, όμως αμέσως επουλώθηκε. Την πλευρά Εκείνος την μορφοποίησε και στα χέρια Του αναπτύχθηκε σε ένα πλάσμα αξιαγάπητο, όμοιο με τον άνδρα αλλά διαφορετικού φύλου. Χάρηκε πολύ ο Αδάμ και ευχαρίστησε τον Δημιουργό. Αυτή, βλέποντας τον Αδάμ, τον ακολούθησε στην νυφική ευνή τους με παρθενική αιδώ, όντας ενήμερη για τις ιερές τελετές του γάμου, αλλά και για το τι είναι τιμή. Εδώ ο Αδάμ ένιωσε πρώτη φορά το πάθος.

Ένιωθε αδύναμος μπροστά της και ό,τι κι αν έλεγε εκείνη του έμοιαζε συνετό, χρηστό, σοφότατο, σαν να είχε πλαστεί πρώτη αυτή και όχι δεύτερη. Ο Ραφαήλ του είπε: Όμορφη είναι και άξια της τρυφεράδας, της εκτίμησης και της αγάπης σου - όχι της υποταγής σου. Να έχεις αυτοεκτίμηση, εδραιωμένη στο δίκαιο και στο ορθό και τότε θα σε αναγνωρίζει αυτή ως κεφαλή της. Η αγάπη δεν είναι σαρκική. Είναι έλλογη και συνετή και είναι η σκάλα που σε οδηγεί στα Ουράνια. Οι άγγελοι αγαπιούνται μεταξύ τους, κι ας μην είναι σάρκα. Να αγαπάς εσύ πάνω από όλα Εκείνον και να υπακούς το θέλημά Του. Πρόσεχε μήπως το πάθος επηρεάσει την κρίση σου και πράξεις κάτι που αλλιώς η ελεύθερη βούλησή σου δεν θα ανεχόταν. Μείνε τέλειος και μην αμαρτήσεις! Αυτά είπε στον Αδάμ ο Ραφαήλ και επέστρεψε στα Ουράνια.

Πειρασμός και πτώση της Εύας, Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο IX, έργο του Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake)

Βιβλίο IX (Το προπατορικό αμάρτημα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σατανάς, έχοντας κάνει στο μεταξύ τον γύρο της γης οκτώ φορές, επέστρεψε την επόμενη νύχτα στην Εδέμ ως ομίχλη. Πάντα φθονερός, σκεφτόταν ότι μόνο με την καταστροφή του ανθρώπου, του κυρίου αυτού του κόσμου, θα βρει την γαλήνη. Από το ταξίδι του γύρω από τη γη είχε ξεχωρίσει τον όφι, το φίδι, το πιο φρόνιμο από τα ζώα της γης, και αποφασίζει τώρα να κρυφτεί μέσα σε αυτόν. Με αυτόν τον τρόπο ακόμα και τα πιο δολερά τεχνάσματά του θα εκλαμβάνονταν ως ανυστερόβουλα επιχειρήματα, καθώς θα εκφράζονταν μέσω του ευφυούς όφεως. Βρίσκει έτσι μέσα στον Παράδεισο τα μεσάνυχτα τον όφι να κοιμάται και εισδύει εντός του, ενώνοντας τον δικό του εαυτό με αυτόν του φιδιού, που εξακολουθούσε τον ύπνο του.

Το άλλο πρωί η Εύα προτείνει στον Αδάμ να φροντίσουν τα φυτά του κήπου δουλεύοντας χωριστά. Ο Αδάμ εκφράζει επιφυλάξεις από φόβο μήπως ο δολερός τους εχθρός θα προσπαθούσε να την παρασύρει, αν την έβρισκε μόνη. Η Εύα επιμένει, προσβεβλημένη που ο Αδάμ αμφέβαλλε για την πίστη και τη σταθερότητά της και ο Αδάμ εν τέλει υποχωρεί. Ο όφις βρίσκει την Εύα μόνη, όπως το έλπιζε. Προς στιγμήν στέκεται να την κοιτά έκθαμβος. Συνέρχεται και γεμάτος μίσος την πλησιάζει. Αρχίζει να την κολακεύει, εκθειάζοντάς την για το κάλλος και την υπεροχή της. Η Εύα ρωτά τότε τον όφι πώς απέκτησε ανθρώπινη ομιλία και ο όφις της απαντά ότι καθώς περιπλανιόταν στον κήπο είδε ένα υπέροχο δέντρο και γεύθηκε τον καρπό του. Μετά από αυτό απέκτησε ομιλία και λογική, που δεν τις διέθετε μέχρι τότε.

Η Εύα του ζητά να την φέρει στο δέντρο αυτό και ανακαλύπτει πως είναι το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού. Λέει τότε στον όφι ότι ο Θεός τους απαγόρευσε τον καρπό του. Αυτός τάχα απορώντας τη ρώτησε γιατί. Η Εύα απαντά ότι αν έτρωγαν από τον καρπό αυτό, θα πέθαιναν. Ο όφις πονηρά της λέει ότι ο ίδιος γεύθηκε τον καρπό και δεν πέθανε. Η δε γνώση του καλού και του κακού οδηγεί σε μια πιο ευτυχή ζωή. Ο Θεός δεν θα τους τιμωρήσει για κάτι τέτοιο, διότι αν το κάνει, δεν θα είναι δίκαιος και αν δεν είναι δίκαιος δεν θα είναι Θεός. Για άλλο λόγο θέλει ο Θεός να μην φάνε από τον καρπό του δέντρου: γιατί τότε θα ανοιχθούν οι οφθαλμοί τους και θα γίνουν ως θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό. Όπως εγώ, το φίδι, μπορώ να μιλώ τώρα ως άνθρωπος, έτσι και εσείς από άνθρωποι, θα γίνετε θεοί, λέει στην Εύα.

Τα λόγια του φάνηκαν πειστικά στην Εύα. Δίστασε προς στιγμήν, αλλά τελικά πήρε ένα καρπό από το δέντρο και τον έφαγε. Η γη αμέσως ένιωσε το πλήγμα και η φύση στέναξε. Ενώ η Εύα συνέχιζε λαίμαργα να τρώει, ο ένοχος όφις απομακρυνόταν. Μόλις η Εύα τελείωσε, ευχαριστημένη από την γεύση, αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να δώσει και στον Αδάμ. Στο μεταξύ αυτός την έψαχνε, έχοντας κακό προαίσθημα γιατί η Εύα είχε αργοπορήσει. Την βρήκε στο απαγορευμένο δέντρο και αυτή του διηγήθηκε τι συνέβη και έφαγε από τον καρπό. Η Εύα του είπε να φάει κι αυτός, για να μην χωριστούν, αφότου αυτή θεοποιούνταν και εκείνος όχι. Ο Αδάμ έμεινε σαστισμένος, τρομαγμένος, χλωμός και στο τέλος ξέσπασε εναντίον της. Αλλά από τον έρωτά του γι’ αυτήν, αποφάσισε να χαθεί μαζί της και έφαγε κι αυτός.

Ικανοποιημένοι τώρα και οι δύο τους από την γεύση του απαγορευμένου καρπού, άρχισαν τις ερωτοτροπίες. Αφού χαρήκανε τον έρωτα, βρίσκοντας στις τέρψεις του παρηγοριά για το αμάρτημά τους, ένας ύπνος βαρύς τους έπιασε. Ξυπνώντας συνειδητοποίησαν πως τα μάτια τους είχαν ανοιχθεί. Η αθωότητά τους είχε χαθεί, αφήνοντάς τους γυμνούς. Ντροπιασμένοι, κάθονταν επί μακρόν δίχως να μιλούν από την κατάπληξη. Ο Αδάμ άρχισε να κατηγορεί την Εύα για την κατάστασή τους και πρότεινε να φτιάξουν καλύμματα από φύλλα για να κρύψουν τα μεσαία μέρη τους που ήταν προσβλητικά για την αιδώ. Έφτιαξαν έτσι περιζώματα από φύλλα ινδικής συκής. Δεν έβρισκαν όμως ανάπαυση και κατηγορούσε συνεχώς ο ένας τον άλλον, δίχως κανείς τους να κατακρίνει τον εαυτό του.

Ο Θεός δια του Υιού κρίνει τον Αδάμ και την Εύα, Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο X, έργο του Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake)

Βιβλίο X (Συνέπεις της παρακοής και της πτώσης του ανθρώπου)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θεός έστειλε τον Υιό Του και μέλλοντα Λυτρωτή των ανθρώπων, για να κατακρίνει τον Αδάμ και την Εύα. Οι πρωτόπλαστοι άκουσαν το απόγευμα τη φωνή αυτού, που περπατούσε στον κήπο, και κρύφτηκαν. Ο Αδάμ παραδέχτηκε ότι έφαγε από τον απαγορευμένο καρπό που του έδωσε η Εύα, η δε Εύα ότι εξαπατήθηκε από τον όφι και έφαγε. Ο Θεός δια του Υιού καταράστηκε τον όφι και όρισε να υπάρχει αιώνια έχθρα ανάμεσα σ’ αυτόν και τη γυναίκα και το σπέρμα της, το οποίο θα τον συνέτριβε με την φτέρνα του, αυτόν και τη γενιά του. Στην Εύα είπε ότι θα φέρνει τα παιδιά της μέσα σε λύπη και ότι θα την εξουσιάζει ο άντρας. Στον Αδάμ ότι θα τρώει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του, έως ότου επιστρέψει στην γη από όπου ελήφθη: διότι γη ήταν και στην γη θα επιστρέψει. Έπειτα ο Υιός τους έντυσε με δέρματα ζώων και στη συνέχεια επέστρεψε στον Πατέρα Του.

Η Αμαρτία και ο Θάνατος, που μέχρι τότε κάθονταν στις πύλες της Κολάσεως, αντελήφθησαν την επιτυχία του Σατανά σε αυτό τον νέο κόσμο και αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν, φτιάχνοντας μία μεγάλη γέφυρα στα ίχνη της πορείας του στο χάος, μέχρις ότου συνάντησαν τον ίδιο αυτόν, περήφανο για την επιτυχία του, καθώς επέστρεφε στην Κόλαση. Μετά τα αμοιβαία συγχαρητήρια για το έργο καθενός, εκείνοι συνέχισαν το ταξίδι τους προς τον κόσμο, ενώ αυτός πέρασε την πύλη της Κόλασης, ορθάνοιχτη τώρα. Φτάνοντας τώρα στο Πανδαιμόνιο, ο Σατάν αφηγείται σε μια γενική συνέλευση πώς ξεγέλασε τον άνθρωπο παίρνοντας την μορφή όφεως. Αντί όμως για ιαχές επιδοκιμασίες, ακούει ένα γενικό σφύριγμα, λες αποδοκιμασίας, από το ακροατήριό του, που μεταμορφώθηκαν από τον Θεό ξαφνικά όλοι, μαζί και μ’ αυτόν τον ίδιο, σε ερπετά. Τυραννισμένα αυτά από πείνα δοκίμασαν να φάνε από τους καρπούς ενός υπέροχου δέντρου, που ξάφνου εμφανίστηκε στην κόλαση, αλλά το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να γεμίσουν τα στόματά τους με απαίσιες στάχτες.

Στο μεταξύ η Αμαρτία και ο Θάνατος έφτασαν στον κόσμο και άρχισαν το καταστρεπτικό τους έργο: ο Θάνατος να κατατρώγει κάθε τι το ζωντανό που θερίζει ο χρόνος, κάνοντας και το ένα ζώο να στρέφεται κατά του άλλου για να το καταβροχθίσει, η δε Αμαρτία να μολύνει τις σκέψεις, τις όψεις, τα λόγια και τις πράξεις του ανθρώπου, μέχρις ότου να τον κάνει ώριμη λεία του Θανάτου. Ο Θεός βλέποντάς τους, προλέγει την τελική νίκη του Υιού του επάνω τους, και την ανανέωση των πάντων. Προστάζει τους αγγέλους του να επιφέρουν διάφορες αλλαγές στις κινήσεις των άστρων και των πλανητών (πράγμα που δημιούργησε την εναλλαγή των εποχών, αντί για την αιώνια άνοιξη που επικρατούσε ως τότε), καθώς και στα μετεωρολογικά φαινόμενα, τους ανέμους και τους κεραυνούς, ως αποτέλεσμα της πτώσης του ανθρώπου.

Ο Αδάμ βλέποντας τις συνέπειες της παρακοής του θρηνεί πικρά, καθώς αντιλαμβάνεται ότι αυτές θα επιπέσουν και πάνω στους απογόνους του, που θα τον καταριούνται γι’ αυτήν. Ακόμα και τα ζώα, που τον κοιτούσαν πρόσχαρα, απομακρύνονταν τώρα από φόβο και έχθρα. Αναρωτιέται γιατί ο Θεός τον έπλασε, αν ήταν να εκπέσει έτσι. Μήπως τον ρώτησε καν ο Θεός αν ήθελε να γεννηθεί; Ας επιστρέψει λοιπόν στη γη, από όπου ελήφθη. Έτσι θα έβρισκε ανακούφιση από τους πόνους του. Γιατί όμως ζει ακόμα; Μήπως ο θάνατος θα είναι η απλώς διαιώνιση της δυστυχίας του; Ή μήπως δεν θα εξαφανιστεί ολοκληρωτικά, αλλά το πνεύμα του θα ζει ακόμα; Αυτό όμως του φάνηκε παράλογο: θα πεθάνει όλος, αλλιώς ο θάνατος θα ήταν αθάνατος. Τέτοια συλλογιζόταν ο Αδάμ, ξαπλωμένος στο κρύο χώμα, και καταριόταν τον εαυτό του.

Η Εύα, βλέποντάς τον έτσι λυπημένο, θλιμμένη και η ίδια, δοκίμασε να τον παρηγορήσει, αλλά ο Αδάμ την απώθησε, αποκαλώντας την φίδι, ίδιο με τον Σατανά. Η Εύα, δακρυσμένη, τον ικέτεψε να μην την εγκαταλείψει κι αυτή θα ζητούσε από τον Θεό να πέσει η κατάρα μόνο σ’ εκείνη. Ο Αδάμ τη συμπόνεσε, χάνοντας όλον το θυμό του και σκεπτόμενος ότι θα έπρεπε να υπομείνουν μαζί τα βάσανα του αργόσυρτου θανάτου που τους περίμενε. Η Εύα, απελπισμένη, του πρότεινε ως λύση την αυτοκτονία, για να μην φέρουν στον κόσμο απογόνους που θα δυστυχήσουν. Αυτό ο Αδάμ το απέρριψε, μιας και θα εξόργιζε κι άλλο τον Θεό. Της θύμισε την υπόσχεσή του, ότι το σπέρμα της θα συνέτριβε τον όφι, πράγμα που δεν θα γινόταν αν πέθαιναν χωρίς απογόνους. Την παρότρυνε να ικετέψουν μαζί τον Ύψιστο να τους συγχωρέσει. Αυτό και έκαναν, προσπέφτοντας ταπεινά, μετανοημένοι.

Ο Κόσμος πριν τον Κατακλυσμό, Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο XI, πίνακας του Ουίλιαμ Έτυ (William Etty)

Βιβλίο XI (Κάθοδος των Χερουβίμ και αφήγηση των μελλόντων μέχρι τον Κατακλυσμό)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προσευχές του Αδάμ και της Εύας έφτασαν στον Ουρανό και ο Υιός του Θεού τις παρουσίασε στον Πατέρα Του, μεσιτεύοντας για χάρη τους. Ο Θεός έκανε δεκτή την παράκληση του Υιού Του, μα διακήρυξε ενώπιον όλων των αγγέλων ότι ο άνθρωπος δεν έπρεπε να διαμένει άλλο στον Παράδεισο, καθώς απέκτησε γνώση του καλού και του κακού και μπορούσε να απλώσει το χέρι και στο Δέντρο της Ζωής και να ζήσει αιώνια ή τουλάχιστον να διανοηθεί κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό πρόσταξε τον Αρχάγγελο Μιχαήλ με μια ομάδα Χερουβείμ να απομακρύνει το αμαρτωλό ζεύγος από τον Παράδεισο και να τους απαγγείλει αιώνια εξορία γι’ αυτούς και τους απογόνους τους, χωρίς να καμφθεί από τα παρακάλια τους. Όμως, για να μη μείνουν εντελώς απαρηγόρητοι, είπε στον Μιχαήλ να τους αποκαλύψει τα μέλλοντα, όπως τον διαφωτίζει ο ίδιος.

Ο Μιχαήλ με την συνοδεία των Χερουβίμ κατήλθε στην Εδέμ. Ήταν πρωί και ο Αδάμ έλεγε στην Εύα πως είχε διακρίνει κάποια προειδοποιητικά δυσοίωνα σημεία σε ουρανό και γη: έναν αετό να κυνηγά δυο μικρότερα πουλιά κι ένα λιοντάρι να καταδιώκει ένα ελάφι και μια ελαφίνα. Τότε είδαν τους αγγέλους να κατεβαίνουν ολόλαμπροι πάνω σε έναν κοντινό λόφο. Ο Μιχαήλ, σαν άνθρωπος, φορώντας πανοπλία και στρατιωτικό μανδύα και έχοντας στο πλάι του κρεμασμένη τη ρομφαία, προχώρησε μεγαλοπρεπής προς το μέρος τους. Ο Αδάμ κίνησε να τον προϋπαντήσει και ο αρχάγγελος του ανήγγειλε ότι έπρεπε τώρα να εγκαταλείψουν τον Παράδεισο. Ο Αδάμ έμεινε εμβρόντητος και η Εύα, που άκουγε αθώρητη ως τότε, άρχισε να θρηνεί που θα έπρεπε να αφήσει τον τόπο όπου αυτή και ο Αδάμ έζησαν ευτυχισμένοι.

Ο Αδάμ είπε στον Μιχαήλ ότι, αν μπορούσε με ικεσίες να αλλάξει την θεϊκή ετυμηγορία, θα το έκαμε. Αυτό που τον έθλιβε περισσότερο ήταν που θα αποχωριζόταν το μέρος που είχε συναντήσει τον Θεό και Πλάστη του και είχε μιλήσει μαζί του. Ο Μιχαήλ του απάντησε ότι όλη η γη και ο ουρανός και η θάλασσα ανήκουν στον πανταχού παρόντα Θεό. Εξάλλου στον άνθρωπο έχει δοθεί όλη η γη, να την κατέχει και να την κυβερνά. Προτού όμως αναχωρήσεις από την Εδέμ, είπε ο Μιχαήλ στον Αδάμ, έχω σταλεί να σου δείξω τι θα γίνει στις μέλλουσες ημέρες, σε εσένα και στους απογόνους σου, για να είσαι προετοιμασμένος. Να αναμένεις να δεις την χάρη του Θεού να αντιμάχεται την αμαρτωλότητα των ανθρώπων, του είπε. Έπειτα, αφού βύθισε την Εύα σε ύπνο, ο Μιχαήλ οδήγησε τον Αδάμ πάνω σε ένα όρος, για να του δείξει τα μέλλοντα.

Ο Μιχαήλ έδειξε πρώτα στον Αδάμ, που κοιτούσε σε έκσταση, τα πρώτα αποτελέσματα της παράβασής του: τον φόνο του Άβελ από τον αδελφό του Κάιν, οι δύο όντας τέκνα του ίδιου του Αδάμ και της Εύας. Θρήνησε ο Αδάμ βλέποντας τον φριχτό τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να επιστρέψει στο χώμα. Ο Μιχαήλ του έδειξε τότε όλες τις μορφές που θα είχε ο θάνατος και ο Αδάμ ρώτησε γιατί να υφίσταται τέτοια δεινά η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Αυτήν την εικόνα, απάντησε ο Μιχαήλ, εγκατέλειψαν οι άνθρωποι, παίρνοντας την εικόνα εκείνου που υπηρετούν. Έδειξε τότε στον Αδάμ τις ασχολίες των ανθρώπων: άλλοι θα ήταν ποιμένες, άλλοι σιδηρουργοί, άλλοι στραμμένοι στην λατρεία του Θεού. Οι τελευταίοι, κατεβαίνοντας από τα όρη στις πεδιάδες, θα συναντούσαν λαό σε σκηνές και γυναίκες ωραίες και θα έκαναν σχέση μαζί με αυτές.

Αυτή η τελευταία όραση άρεσε στον Αδάμ. Ο Μιχαήλ όμως του είπε ότι ο λαός αυτός ήταν η γονή του Κάιν και οι άλλοι, οι υιοί του Θεού, ο ευλαβής λαός των βουνών, θα λοξοδρομούσαν με την επαφή μαζί τους και με τις κόρες τους. Έδειξε τότε ο Μιχαήλ στον Αδάμ τη βίαια, πολεμική γενιά των Γιγάντων, που θα έβγαζαν αυτοί οι παράταιροι γάμοι, τότε που θα αυξανόταν η αδικία ανάμεσα στους ανθρώπους, Του έδειξε μετά τον δίκαιο Ενώχ που θα ελέγξει τους ανθρώπους για την ασέβειά τους, προλέγοντας ότι ο Θεός θα τους κρίνει για τις αμαρτίες τους και που ο Θεός θα τον πάρει κοντά του, εξαιρώντας τον από τον θάνατο. Έπειτα ο Μιχαήλ έδειξε στον Αδάμ την εξόντωση της ασεβούς αυτής ανθρωπότητας με τον Κατακλυσμό και τη σωτηρία του Νώε και των τριών υιών του στην Κιβωτό. Μεγάλη λύπη ένιωσε τότε ο Αδάμ γι' αυτή τη συμφορά των απογόνων του.

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ βγάζει τον Αδάμ και την Εύα από την πύλη του Παραδείσου, Χαμένος Παράδεισος, βιβλίο XII, έργο του Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake)

Βιβλίο XII (Αφήγηση των μελλόντων ως την Δευτέρα Παρουσία και έξωση από τον Παράδεισο)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άγγελος Μιχαήλ συνεχίζει την αφήγηση του δείχνοντας στον Αδάμ τι θα ακολουθήσει μετά τον Κατακλυσμό. Αναφέρει τον γίγαντα κυνηγό Νεμρώδ και τον Πύργο της Βαβέλ, την επικράτηση της ειδωλολατρίας στους ανθρώπους, ώσπου φτάνει στον Αβραάμ, που θα γίνει γενάρχης πολλών λαών και πατριάρχης του Ισραήλ, λαού από τον οποίον θα γεννηθεί αυτός που θα συντρίψει το σπέρμα του όφεως, κατά την επαγγελία του Θεού προς τον ίδιο τον Αδάμ. Έπειτα αναφέρεται στους πατριάρχες Ισαάκ και Ιακώβ και τους δώδεκα γιους του Ιακώβ, από τους οποίους θα κατάγονται οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Μιλά έπειτα για την διαμονή των Εβραίων στην Αίγυπτο, την καταπίεσή τους εκεί, τον Μωυσή και τον αδερφό του, Ααρών, τις δέκα πληγές του Φαραώ και την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο.

Συνεχίζοντας ο Μιχαήλ αναφέρεται στη διαμονή των Εβραίων στην έρημο κάτω από το όρος Σινά, στην παράδοση των Δέκα Εντολών στον Μωυσή από τον Θεό, στην κατασκευή της Κιβωτού της Διαθήκης και τέλος στην άφιξή των Εβραίων στην Γη της Επαγγελίας. Αναφέρεται έπειτα εν συντομία στον Ιησού του Ναυή και την κατάκτηση της γης Χαναάν από τους Εβραίους. Έπειτα, λέει στον Αδάμ για τους Κριτές και τον βασιλιά Δαβίδ, από τον οποίον θα προέλθει ο βασιλεύς των βασιλέων, ο προρρηθείς στον ίδιο τον Αδάμ και στον Αβραάμ, που δεν θα υπάρχει τέλος στη βασιλεία του. Αναφέρεται επίσης στον ναό του Σολομώντα και στη βαβυλώνια αιχμαλωσία, καθώς και στην επιστροφή των Εβραίων και την κατασκευή του δεύτερου ναού.

Φτάνει τώρα ο Μιχαήλ στη ενσάρκωση και γέννηση του Χριστού από την Παρθένο. Λέει στον Αδάμ για το άστρο της Βηθλεέμ, τους βοσκούς και τους μάγους εξ ανατολών. Ο Αδάμ δοξάζει την ένωση Θεού και ανθρώπου στο πρόσωπο του Χριστού και ρωτά τον Μιχαήλ πώς θα γίνει η συντριβή του Σατανά από Αυτόν. Ο Μιχαήλ απαντά ότι δεν θα πρόκειται για ένοπλη αναμέτρηση, αλλά για την εκπλήρωση αυτού που απέτυχε να κάνει ο Αδάμ: την υπακοή στο νόμο του Θεού, που επιβλήθηκε υπό την τιμωρία του θανάτου. Έτσι, ο Μεσσίας θα υπομείνει τον θάνατο, την τιμωρία για το αμάρτημα του Αδάμ και των αμαρτημάτων των απογόνων του. Θα εξαγγείλει την αιώνια ζωή σε όσους πιστέψουν στην απολύτρωσή Του. Ζώντας μισούμενος και βλασφημούμενος, θα συλληφθεί, θα κριθεί και θα καταδικαστεί σε επονείδιστο σταυρικό θάνατο από το ίδιο του το έθνος.

Με τον σταυρό του θα εκμηδενίσει την αμαρτία και τον θάνατο, τα δύο όπλα του Σατανά, σταυρώνοντας μαζί και όλες τις αμαρτίες όσων πιστέψουν προς Αυτόν. Την τρίτη ημέρα θα εγερθεί από τον τάφο του, έχοντας με τον θάνατό του ξεπληρώσει το λύτρο της σωτηρίας του ανθρώπου. Μετά την Ανάστασή Του δεν θα παραμείνει επί πολύ με τους μαθητές Του, αλλά, αφού τους αποστείλει σε όλα τα έθνη της γης για να τους διδάξουν όσα έμαθαν από αυτόν και να τους βαπτίσουν για την σωτηρία τους, θα αναληφθεί στους Ουρανούς, υπερυψωμένος στα δεξιά του Πατρός Του, από όπου θα επανέλθει στο τέλος των καιρών, για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, επιβραβεύοντας τους πιστούς με μακαριότητα σε Ουρανό και Γη - γιατί τότε και η γη θα είναι όλη Παράδεισος, πιο ευτυχισμένος από ό,τι ήταν η Εδέμ. Ο Αδάμ, αν και όλος χαρά, ρωτά ανήσυχος τι θα συμβεί στους πιστούς ως το τέλος των καιρών.

Ο Μιχαήλ λέει τότε στον Αδάμ για την αποστολή του Παρηγορητή, του Αγίου Πνεύματος που θα μείνει στους πιστούς για να τους οδηγήσει στην αλήθεια με τα δώρα που θα φέρει στους βαπτισμένους. Τους Αποστόλους, ωστόσο, θα τους διαδεχθούν λύκοι κακοί που θα διαστρέψουν την ορθή διδασκαλία, μέχρις ότου κάποιοι να αποτολμήσουν να ανορθώσουν την αληθινή λατρεία αντί για την ψευδή ευλάβεια. Έτσι θα πορευτεί ο κόσμος, μέχρι ο Χριστός να επανέλθει από τις νεφέλες, αφανίζοντας τον διεστραμμένο κόσμο για να φτιάξει νέο ουρανό και νέα γη, καιρούς που θα διαρκούν αιώνια, θεμελιωμένους στη δικαιοσύνη, στην ειρήνη και την αγάπη. Ο Μιχαήλ τελείωσε την αφήγησή του λέγοντας στον Αδάμ ότι μαθαίνοντας αυτά κατέχει πια έναν Παράδεισο μακράν πιο ευτυχισμένο από αυτόν που τώρα αφήνει, προσθέτοντας ότι έφτασε η ώρα πια να αναχωρήσουν αυτός και η Εύα από την Εδέμ.

Ο Αδάμ κατεβαίνει το όρος μαζί με τον Μιχαήλ και βρίσκει την Εύα ξυπνητή, γαληνεμένη και έτοιμη να ακολουθήσει τον Αδάμ, έχοντας δει καθησυχαστικά όνειρα, σταλμένα από τον Θεό. Ο Μιχαήλ οδηγεί τώρα τον Αδάμ και την Εύα έξω από την πύλη του Παραδείσου, πιάνοντάς τους από το χέρι. Στραμμένοι αυτοί για λίγο πίσω βλέπουν τα φοβερά Χερουβίμ να παίρνουν τις θέσεις τους για να φυλάσσουν το μέρος και αντικρίζουν την πύρινη ρομφαία του Θεού να περιστρέφεται, γεμίζοντας φλόγες όλο το μέτωπο της Εδέμ. Όλος ο κόσμος ήταν μπροστά τους για να διαλέξουν πού να μείνουν Σκουπίζοντας τα λίγα δάκρυά τους, με βήματα αργά και πιασμένοι χέρι-χέρι, ακολούθησαν οι δυο τους τον μοναχικό τους δρόμο.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Milton, Poetical Works, edited by Douglas Bush, Oxford University Press, Oxford, 13th impression, 1992, ISBN 9780192810533
  • John Milton, Le Paradis perdu, traduction de Chataubriand, Gallimard, 1995 ISBN 9782070328383

Εξωτερικοί Σύνδεσμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Paradise Lost, illustrated by Gustave_Doré

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Milton, Poetical Works, edited by Douglas Bush, Oxford University Press, Oxford, 13th impression, 1992, σελ. 201-203