Οστεοπαθητική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Οστεοπαθητική εστιάζει στη διόρθωση δομικών αλλαγών στο μυοσκελετικό σύστημα για να βελτιώσει τη συνολική λειτουργικότητα του σώματος. Για να αποκατασταθεί η δομική ισορροπία και να βοηθηθεί η ανάκτηση της υγείας του ασθενούς, ο οστεοπαθητικός συνδυάζει χειρισμούς στις αρθρώσεις, φυσιοθεραπεία και διόρθωση της στάσης του σώματος. Η αντίληψη της οστεοπαθητικής είναι ολιστική, εστιάζεται δηλαδή στο σύνολο του σώματος, έτσι ο γιατρός λαμβάνει υπόψη του τους ψυχολογικούς παράγοντες, τον τρόπο ζωής και τη διατροφή για την αντιμετώπιση μιας ασθένειας και τη διατήρηση της υγείας. Από την εποχή που την ίδρυσε ο Αμερικανός γιατρός Andrew Taylor Still (τέλη 19ου αιώνα), η οστεοπαθητική έχει αναμείξει όλες τις πλευρές της συμβατικής ιατρικής με τις βασικές αρχές της, για τη σημασία της δομής του σώματος και της προδιάθεσής του προς την υγεία παρά προς την ασθένεια. Οι γιατροί της οστεοπαθητικής εκπαιδεύονται για 4 χρόνια σε δικά τους ιατρικά κολέγια και συνεχίζουν έπειτα σε σχολή ιατρικής ή οστεοπαθητικής. Στις ΗΠΑ, δικαιούνται να συνταγογραφούν φάρμακα, να χειρουργούν και να εξειδικεύονται σε όλες τις ιατρικές υποειδικότητες, όπως στην καρδιολογία, τη νευρολογία, ή τη μαιευτική και τη γυναικολογία. Αν εξαιρέσει κανείς την έμφαση που δίνουν στις μυοσκελετικές λειτουργίες και την ευθυγράμμιση (έμφαση που μπορεί να ποικίλλει από γιατρό σε γιατρό), οι περισσότεροι οστεοπαθητικοί ενεργούν όπως και κάθε συμβατικός γιατρός.