Ντάμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:

Η λέξη Ντάμα (ετυμολογία, από το λατινικό domina , στο ιταλικό dama και το γαλλικό dame) μπορεί να αναφέρεται:

Επιτραπέζια παιχνίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έργα τέχνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλες χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ντάμα (γένος), γένος μυρηκαστικών θηλαστικών.
  • Ντάμα (τίτλος), τίτλος που αποδίδεται από τάγματα σε γυναίκες μέλη τους.
  • Ντάμα (χορός), σε ένα χορευτικό ζευγάρι ντάμα είναι η γυναίκα, που συνοδεύεται από τον καβαλιέρο άνδρα.
  • Ντάμμα, αλλιώς Ντάρμα, όρος του Βουδισμού.


Αυτή είναι μια σελίδα αποσαφήνισης, δηλαδή μια σελίδα που δείχνει άλλες που θα είχαν το ίδιο όνομα με αυτήν.
Εάν ακολουθήσατε μια σύνδεση εδώ, μπορεί να θελήσετε να επιστρέψετε και να διορθώσετε τον σύνδεσμο για να συνδέει προς την κατάλληλη συγκεκριμένη σελίδα.