Νοεμβριανή Επανάσταση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Νοεμβριανή επανάσταση)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Γερμανική Επανάσταση ή Νοεμβριανή Επανάσταση[1] (Γερμανικά: Novemberrevolution) ήταν μια πολιτική σύγκρουση στη Γερμανική Αυτοκρατορία στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που είχε ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση της συνταγματικής μοναρχία του γερμανικού Kaiserreich από μια κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η επαναστατική περίοδος κράτησε από το Νοέμβριο του 1918 μέχρι την ίδρυση, τον Αύγουστο του 1919, μιας δημοκρατίας που αργότερα έγινε γνωστή ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Τα αίτια της επανάστασης ήταν οι ακραίες επιβαρύνσεις που υπέστη ο πληθυσμός κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών του πολέμου, η ισχυρή επίδραση της ήττας στην γερμανική αυτοκρατορία και οι κοινωνικές εντάσεις ανάμεσα στις λαϊκές τάξεις και την ελίτ των αριστοκρατών και αστών που κατείχαν δύναμη και μόλις είχαν χάσει τον πόλεμο.

Στις 3 Νοεμβρίου, ναύτες ύψωσαν την κόκκινη σημαία, στο πλευρό τους προσχώρησε και η φρουρά της πόλης με αποτέλεσμα την 4η Νοεμβρίου να γίνουν οι κύριοι της κατάστασης. Οι εργάτες και οι Σπαρτακιστές ενώθηκαν με τους επαναστάτες συγκροτώντας ένα ηγετικό μεικτό συμβούλιο για της αποφάσεις που θα λαμβάνονταν, κηρύχθηκε γενική απεργία και η επανάσταση διαδόθηκε γρήγορα σε άλλες μεγάλες πόλεις όπως στο Αννόβερο, στη Βρέμη και εξαπλώθηκε σε όλη την Γερμανία. Το Βερολίνο αντέδρασε κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο προκειμένου να εμποδίσει την επανάσταση. Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έστειλε τελεσίγραφο με το οποίο ζητούσε την παραίτηση του Κάιζερ και το σχηματισμό κυβέρνησης αναγκάζοντας τους να παραιτηθούν και να καταφύγουν στην Ολλανδία. Τότε ανακηρύχθηκε στην Γερμανία σοσιαλιστική δημοκρατία η οποία προκήρυξε εκλογές στις 19 Ιανουαρίου 1919. Τα Χριστούγεννα όμως του 1918 ξέσπασαν αιματηρές συγκρούσεις και κάποιοι ανεξάρτητοι βουλευτές παραιτήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από συντηρητικούς, κλείνοντας τον κύκλο αίματος ακολουθούμενο από την Εξέγερση των Σπαρτακιστών τον Ιανουάριο του 1919.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ρίζες της επανάστασης βρισκόταν στην ήττα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στις κοινωνικές εντάσεις που έφθασαν στα άκρα σύντομα μετά. Οι πρώτες πράξεις της επανάστασης προκλήθηκαν από τις πολιτικές της Ανώτατης Διοίκησης της Γερμανίας και από την έλλειψη συντονισμού με τη Ναυτική Διοίκηση. Ενόψει της ήττας, η Ναυτική Διοίκηση επέμενε να προσπαθήσει να επιταχύνει μια κλιμακωτή μάχη με το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό με τη ναυτική διαταγή της 24ης Οκτωβρίου 1918. Η μάχη δεν έγινε ποτέ. Αντί να ακολουθήσουν τις εντολές τους να ξεκινήσουν τις προετοιμασίες για την μάχη με τους Βρετανούς, οι Γερμανοί ναύτες ξεκίνησαν μια εξέγερση στα ναυτικά λιμάνια του Βιλχελμσχάφεν στις 29 Οκτωβρίου 1918, ακολουθούμενη από την ανταρσία του Κιέλου τις πρώτες ημέρες του Νοεμβρίου. Αυτές οι διαταραχές διέδωσαν το πνεύμα της πολιτικής αναταραχής στη Γερμανία και τελικά οδήγησαν στη διακήρυξη μιας δημοκρατίας στις 9 Νοεμβρίου 1918. Λίγο αργότερα, ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ παραιτήθηκε από το θρόνο του και εγκατέλειψε τη χώρα.

Οι επαναστάτες, εμπνευσμένοι από σοσιαλιστικές ιδέες, δεν παρέδωσαν τη δύναμη σε συμβούλια σοβιετικού τύπου, όπως είχαν κάνει οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία, επειδή η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD) αντιτάχθηκε στη δημιουργία τους. Το SPD επέλεξε αντί αυτού μια εθνική συνέλευση που θα αποτελούσε τη βάση για ένα κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης.[2] Φοβούμενο έναν γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο στη Γερμανία ανάμεσα σε μαχητικούς εργαζόμενους και αντιδραστικούς συντηρητικούς, το SPD δεν σχεδίαζε να απομακρύνει εντελώς τις παλαιές γερμανικές ανώτερες τάξεις από την εξουσία και τα προνόμιά τους. Αντί αυτού, επιδίωξε την ενσωμάτωσή τους στο νέο σοσιαλδημοκρατικό σύστημα. Σε αυτή την προσπάθεια, οι αριστεροί του SPD επιδίωξαν συμμαχία με την Ανώτατη Διοίκηση της Γερμανίας. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στον στρατό και στα Φράικορπς (εθνικιστικές πολιτοφυλακές) να καταπνίξουν με βία την κομμουνιστική εξέγερση των Σπαρτακιστών μεταξύ 4ης-15ης Ιανουαρίου 1919. Η ίδια συμμαχία πολιτικών δυνάμεων κατόρθωσε να καταστείλει τις εξεγέρσεις της αριστεράς σε άλλα μέρη της Γερμανίας, με αποτέλεσμα η χώρα να ειρηνεύσει εντελώς μέχρι τα τέλη του 1919.

Οι εκλογές για τη νέα Εθνοσυνέλευση της Βαϊμάρης διεξήχθησαν στις 19 Ιανουαρίου 1919. Η επανάσταση έληξε στις 11 Αυγούστου του 1919, όταν εγκρίθηκε το Σύνταγμα της Βαϊμάρης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Υδρόγειος, Εκδόσεις Δομική, σελ. 120
  2. Ralf Hoffrogge, Working-Class Politics in the German Revolution. Richard Müller, the Revolutionary Shop Stewards and the Origins of the Council Movement, Brill Publications 2014, ISBN 978-90-04-21921-2, pp. 93–100.
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα