Μόρφημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Μορφήματα στη γλωσσολογία ονομάζονται οι ελάχιστες μονάδες σημασίας που συναντάμε κατά τη μορφολογική ανάλυση μιας γλώσσας. Δηλαδή είναι τα στοιχεία που αν αναλυθούν σε άλλα μικρότερα, όπως οι συλλαβές και τα φωνήματα, αυτά τα μικρότερα στοιχεία δεν έχουν πλέον κάποιο νόημα. Διακρίνονται σε λεξικά μορφήματα και γραμματικά μορφήματα. Από το συνδυασμό των μορφημάτων προκύπτουν οι λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη "σπιτάκι" αναλύεται σε δύο μορφήματα: σπιτ-, -άκι. Το μόρφημα σπιτ- είναι λεξικό και το -άκι είναι γραμματικό.

Τα γραμματικά μορφήματα είναι οι ελάχιστες διαφοροποιητικές μονάδες (χρόνου, αριθμού, γένους κλπ), οι οποίες πραγματώνονται από τις μορφές, π.χ. μόρφημα: "πληθυντικός" , μορφές: "-ες" (ημέρ-ες ), "-οι" (άνθρωπ-οι) ,"-α" (δέντρα) κλπ.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γ.Μπαμπινιώτη, Θεωρητική γλωσσολογία
  • Γ.Μπαμπινιώτη, Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]