Μικρή Λογική (Χέγκελ)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η επονομαζόμενη Μικρή Λογική είναι ένα έργο του Γερμανού ιδεαλιστή φιλοσόφου Γκέοργκ Χέγκελ. Είναι το πρώτο μέρος της Εγκυκλοπαίδειας των φιλοσοφικών επιστημών σε επιτομή (συνοπτικά: Εγκυκλοπαίδεια), την οποία δημοσίευσε ο Χέγκελ το 1817, σε δεύτερη επαυξημένη έκδοση το 1827 και σε τρίτη, ακόμα πιο επαυξημένη έκδοση ένα έτος πριν από τον θάνατό του, το 1830. Η τρίτη και τελευταία έκδοση αποτελείται από 577 παραγράφους (§§ 1-577), από τις οποίες η Μικρή Λογική καταλαμβάνει τις πρώτες 244 (§§ 1-244).

Η Μικρή Λογική δεν συμπίπτει εντελώς, αλλά μπορεί να εκληφθεί ως μικρογραφία της «Μεγάλης Λογικής», όπως επονομάζεται η τρίτομη Επιστήμη της Λογικής (Wissenschaft der Logik), την οποία δημοσίευσε ο Χέγκελ με τους χαρακτηρισμούς: Αντικειμενική Λογική (1812-1813) και Υποκειμενική Λογική (1816). Επειδή το εκτεταμένο αυτό έργο είναι αρκετά δυσνόητο, ο Χέγκελ συνέγραψε για τους φοιτητές του μια συνοπτική μορφή ολόκληρου του Συστήματός του ονομάζοντάς την «Εγκυκλοπαίδεια» (χρησιμοποιώντας τον ελληνικό αυτό όρο, Encyklopädie, επειδή το έργο αποτελείται από ομόκεντρους κύκλους). Αυτή εμπλουτίστηκε εκδοτικά αφενός με τις Σημειώσεις που έγραψε ο Χέγκελ προς υποβοήθηση των φοιτητών, αφετέρου με προφορικές Προσθήκες (Zusätze) που κατέγραψαν κάποιοι φοιτητές κατά τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις.

Η Μικρή Λογική μεταφράστηκε στα ελληνικά αρχικά από τον Παύλο Γρατσιάτο στις αρχές του 20ού αιώνα[1] και πιο πρόσφατα από τον Γιάννη Τζαβάρα.[2]

Η διαλεκτική Λογική του Χέγκελ σηματοδοτεί την προσπάθεια να ξεπεραστεί τόσο η τυπική Λογική, την οποία δημιούργησε ο Αριστοτέλης με το Όργανον, όσο και η υπερβασιακή ή υπερβατολογική Λογική (transzendentale Logik), την οποία συμπεριέλαβε ο Ιμμάνουελ Καντ στην πρώτη Κριτική του (Kritik der reinen Vernunft, 1781). Έτσι, π.χ., στη θέση της αριστοτελικής «αρχής της ταυτότητας» (Α = Α) ο Χέγκελ τοποθετεί στο ξεκίνημα της Λογικής του το αξίωμα Α = μη-Α, λέγοντας: «Είναι = μηδέν». Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα η Λογική ως επιστημονική περιοχή καλλιεργήθηκε γόνιμα στον χώρο των Μαθηματικών, όπου προέκυψαν - μεταξύ άλλων - η Συμβολική Λογική του Gottlob Frege, η Λογική πολλών τιμών (many-valued Logic) του Jan Lukasievicz και η αποκλίνουσα Λογική (deviant Logic) του Luitzen Brouwer.

Μέθοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο χαρακτηριστικό ολόκληρου του χεγκελιανού Συστήματος, συνεπώς και της Μικρής Λογικής, είναι η διαλεκτική μέθοδος, που είναι μια συνεχής κίνηση εννοιών σε τρία συνεχώς επανερχόμενα στάδια: θέση – αντίθεση – σύνθεση (και πάλι με ελληνικούς όρους: Thesis – Antithesis – Synthesis).

Πώς μπορούν να κινούνται οι έννοιες; Για να κατανοηθεί τούτο δεν αρκεί να χρησιμοποιήσουμε τη διάνοιά μας (Verstand), αλλά χρειάζεται η λογική μας ικανότητα (Vernunft), η οποία διαβλέπει ότι μέσα σε κάθε τι κρύβεται κάτι διαφορετικό ως άρνηση ή αντίθεσή του (π.χ., μέσα σε έναν άνθρωπο που σήμερα είναι (ζωντανός) κρύβεται το ότι σε εύλογο χρονικό διάστημα αυτός δεν είναι πια, άρα συνυπάρχει η μετάβασή του στο μη-Είναι). Αυτό δεν σημαίνει ότι η άρνηση αποκλείει την αρχική θέση, γιατί λογικά σκεπτόμενοι μπορούμε επίσης να διαβλέψουμε τη δυνατότητα να συνυφανθούν οι δύο έννοιες και να οδηγηθούν σε μια σύνθεσή τους, η οποία τις οδηγεί σε ανώτερο επίπεδο (αυτό δηλώνει ο γερμανικός όρος Aufhebung = «αναίρεση», με το νόημα μιας διατήρησης και ανύψωσης σε κάτι ανώτερο).

Δομή – Περίληψη περιεχομένων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μικρή Λογική αποτελείται: 1) από 83 εισαγωγικές παραγράφους (§§ 1-83), όπου γίνεται λόγος για τη Φιλοσοφία εν γένει, επεξηγείται το χεγκελιανό φιλοσοφικό Σύστημα και αντιπαρατίθεται προς την Αριστοτελική Μεταφυσική και την Καντιανή Κριτική Φιλοσοφία, και 2) από 161 παραγράφους (§§ 84-244) που υποδιαιρούνται σε τρία μέρη: α) Τη θεωρία περί του Είναι, β) Τη θεωρία περί της ουσίας, και γ) Τη θεωρία περί της έννοιας.

Σχεδιάγραμμα της χεγκελιανής Μικρής Λογικής
η ιδέα

καθ’ εαυτήν

και δι’ εαυτήν


Είναι

ποιότητα (§§ 84-98)
ποσότητα (§§ 99-106)
μέτρο (§§ 107-111)


ουσία

ουσία ως θεμέλιο της ύπαρξης (§§ 112-130)
φαινόμενο (§§ 131-141)
πραγματικότητα (§§ 142-159)


έννοια

υποκειμενική έννοια (§§ 163-193)
αντικειμενική έννοια (§§ 194-212)
ιδέα (§§ 213-244)
  • Η θεωρία περί του Είναι

Το ξεκίνημα της Λογικής γίνεται με το Είναι (Sein) ως κάτι απλό και «καθαρό», δηλαδή άσχετο από κάθε εμφάνισή του μέσα στη φύση, χωρίς να προϋποθέτει τίποτε και χωρίς να μεσολαβείται από κάτι άλλο. Πρόκειται για κάτι που τίθεται άμεσα και ως το ίδιο το άμεσο. Αυτό σημαίνει ότι είναι τόσο αυτονόητο, ώστε δεν χρειάζεται κάποιο βοήθημα για να τεθεί ως ξεκίνημα. Μπορεί να κατανοηθεί ως κατηγορούμενο του Απόλυτου ή του Θεού: ο Θεός είναι. Ο Χέγκελ παραπέμπει στο αρχαιοελληνικό ξεκίνημα της Οντολογίας, στον Παρμενίδη τον Ελεάτη, ο οποίος διαπίστωσε ότι το απόλυτο Ον είναι και δεν μπορεί παρά να είναι (§ 86 σημ.).

Επειδή το καθαρό Είναι δεν έχει κανένα προσδιορισμό και κανένα περιεχόμενο, είναι μια καθαρή αφαίρεση και μια απόλυτη άρνηση: είναι το απόλυτα αρνητικό, το μηδέν. Εμβαθύνοντας λοιπόν στο Είναι ανακαλύπτουμε μέσα του την απόλυτη άρνηση κι έτσι μεταβαίνουμε στο δεύτερο στάδιο, εξίσου άμεσο με το πρώτο: το μηδέν.

Με μια περαιτέρω εμβάθυνση, αυτή τη φορά μέσα στο μηδέν, αποκαλύπτεται το γίγνεσθαι. Αυτό μπορεί να κατανοηθεί, αν σκεφτούμε την αρχαιοελληνική πεποίθηση ότι τα όντα έγιναν από το μηδέν· το ίδιο το γίγνεσθαι είναι μια μετάβαση από το μη-Είναι στο Είναι. Έτσι ο Χέγκελ επιτυγχάνει την πρώτη διαλεκτική τριάδα της Λογικής: Είναι – μηδέν – γίγνεσθαι.

  • Η θεωρία περί της ουσίας

Όταν το Είναι παύει να είναι απλό και καθαρό, δηλαδή όταν μεσολαβείται και υπόκειται σε ανασκόπηση (Reflexion), μεταβαίνει στην ουσία. Ενώ αρχικά υπήρχε μια ενδιάθετη και εντός εαυτής κείμενη έννοια, κάτι «καθ’ εαυτό» (= δυνάμει), τώρα αυτή η εσωτερικότητα εκδιπλώνεται και εκ-τίθεται. Μπορεί επίσης να ειπωθεί ότι οδηγούμαστε στην ουσία, όταν θέτουμε το ερώτημα για την προέλευση του Είναι και ανασκοπούμε τα αιτιολογικά του θεμέλια. Οι όροι που προσδιορίζουν την ουσία έχουν διαπιστωθεί σε μεγάλο βαθμό ήδη από τον Καντ ως λογικές κατηγορίες κι έχουν βασικό χαρακτηριστικό τους τη διττότητα και την αλληλεξάρτηση: υπόσταση – συμβεβηκός, αιτία – αποτέλεσμα, δράση – αντίδραση.

  • Η θεωρία περί της έννοιας

Όλα όσα προηγήθηκαν έως εδώ μέσα στη Λογική, χαρακτηρίζονται από τον Χέγκελ (μέσα στη Μεγάλη Λογική) «Αντικειμενική Λογική», επειδή έτειναν να οργανώσουν τον κόσμο των αντικειμένων μονόπλευρα, δηλαδή ανεξάρτητα από το σκεπτόμενο υποκείμενο. Η θεωρία περί της έννοιας, που μένει να αναπτυχθεί, χαρακτηρίζεται «Υποκειμενική Λογική», όχι επειδή αφορά μόνο το ανθρώπινο υποκείμενο, αλλά επειδή αφορά την ενοποίηση της υποκειμενικότητας με την αντικειμενικότητα, η ενότητα των οποίων συγκροτεί την ιδέα. Και δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε έννοια ή ιδέα, αλλά πρόκειται για μια αυτοσυνείδηση του ανθρώπινου υποκειμένου κατά το μέτρο που αυτό νοεί τον εαυτό του.

Εδώ ο Χέγκελ επεξεργάζεται τις κρίσεις που εκφέρουμε, αλλά όχι με το μορφικό (= τυπικό) νόημα, με το οποίο τις εξετάζει η τυπική Λογική. Ο Χέγκελ εισδύει στη σχέση του κρίνοντος προς τα κρινόμενα και εμβαθύνει στη διασύνδεσή τους. Εδώ επεξεργάζεται και τους συλλογισμούς, αλλά αφού ασκήσει μια οξεία κριτική στους κενούς περιεχομένου, τυπικούς συλλογισμούς του τύπου: «Εάν Α είναι Β και Β είναι Γ, τότε Α είναι Γ».

Όταν η «έννοια» (που ορίζεται ως «η αλήθεια [= η συνύφανση] του Είναι και της ουσίας», δες § 159) πραγματώνεται αντικειμενικά, οδηγούμαστε στην ιδέα. Αυτή είναι μια αναδιαμόρφωση της μεσαιωνικής αντίληψης περί της αλήθειας, που την όριζε ως «αντιστοιχία της νόησης προς τα πράγματα» (adaequatio intellectus et rei). Μέσα στη χεγκελιανή έννοια της αλήθειας παίζει βαρύνοντα ρόλο η τελεολογία: τα όντα είναι αληθινά, όταν έχουν πραγματοποιήσει τον ενδιάθετο σκοπό τους.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μαλεβίτσης, Χρήστος: «Πραγματικότητα και μύθος στη διαλεκτική του Εγέλου». Ευθύνη 182 (1987), 54-59.
  • Μούκανος, Δημήτριος: «Η εγελιανή έννοια της άρνησης: αντίθεση ή αντίφαση;», στον τόμο: Ελληνική Φιλοσοφική Εταιρεία, Η διαλεκτική. Αθήνα 1988, 163-169.
  • Πάνου, Σταύρος: «Λογική του μηδενός». Φιλοσοφία. Επετηρίς του Κέντρου Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών 4 (1974), 59-67.
  • Χάις, Ρόμπερτ: Οι μεγάλοι διαλεκτικοί. Χέγκελ, Κίρκεγκαρντ, Μαρξ. Μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου, Αθήνα 1980.
  • Hibben, John Grier & Luft, Eric v.d.: Hegel’s Shorter Logic. An Introduction and Commentary. “Gegensatz Press”, 2013.
  • Lakebrink, Bernhard: Kommentar zu Hegels “Logik” in seiner “Enzyklopädie” von 1830. Band I: Sein und Wesen, Freiburg/München 1979. Band II: Begriff. Freiburg/München 1985.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γ. Γ. Εγέλου: Λογική. Μετάφρασις Παύλου Γρατσιάτου, Αθήναι 1915.
  2. Γκέοργκ Χέγκελ: Η επιστήμη της Λογικής (από την Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών, §§ 1-244). Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Γιάννη Τζαβάρα, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1991, 511 σελ., ISBN 960-248-081-5.