Μεσολιθικός οικισμός Μαρουλάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο μεσολιθικός οικισμός Μαρουλάς βρίσκεται στην Κύθνο κοντά στον σύγχρονο οικισμό Λουτρά και χρονολογείται στην 9η χιλιετία π.Χ, μεταξύ του 8.800 έως 8.600 π.Χ.[1] Σύμφωνα με τον ανασκαφέα, η θέση χρησιμοποιήθηκε για λίγους αιώνες κατά την αρχή της 9ης π.Χ. χιλιετίας.[1] Ο οικισμός διεκδικεί το πρωτείο του αρχαιότερου οικισμού στη νησιωτική περιοχή του Αιγαίου Πελάγους.[2]

Η θέση αυτή είχε επισημανθεί από το 1975 ως προ-νεολιθικός οικισμός όμως η άποψη εκείνη αμφισβητήθηκε έντονα μέχρι την πρώτη έρευνα στον χώρο το 1995.[3][4] Η ανασκαφική έρευνα συνεχίστηκε μεταξύ των ετών 2001 έως 2005 από το Πανεπιστήμιο του Αιγαίου και την ΚΑ’ Εφορεία των Κυκλάδων καλύπτοντας την έκταση των 2.500 τμ.[3] Η ανασκαφική δραστηριότητα αποκάλυψε αρχιτεκτονικές κατασκευές, ταφές, αποθέτες με καύσεις, λίθινα εργαλεία και διατροφικά κατάλοιπα ζώων και φυτών.[3][5]

Γίνονται προσπάθειες για αποκατάσταση, προστασία και αξιοποίηση του οικισμού ως αρχαιολογικό χώρο.[6]

Γενικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαρουλάς είναι ο μοναδικός μεσολιθικός οικισμός σε ανοιχτό επίπεδο χώρο του οποίου σώζονται αρχιτεκτονικά στοιχεία.[7] Ενώ η επιφάνεια της θάλασσας βρισκόταν 40-50 μέτρα (ή 50-60 μέτρα[8]) πιο χαμηλά στη μεσολιθική περίοδο, σήμερα ο οικισμός βρίσκεται δίπλα στο κύμα και έχει πλέον καταστραφεί σημαντικό μέρος του.[5] Φαίνεται πως είναι ο μοναδικός μεσολιθικός οικισμός στο Αιγαίο που εν μέρει διασώθηκε από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας καθώς τότε δεν ήταν παραθαλάσσιος.[5]

Αρχιτεκτονικές κατασκευές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα, τα οικήματα του Μαρουλά είχαν κυκλικό σχήμα με διάμετρο 3 έως 4 μ και το δάπεδό τους επιστρωνόταν με πέτρες, ενώ κάποια από αυτά χρησιμοποιήθηκαν περισσότερες από μία φορές.[3] Οι κατασκευές αλλού εντοπίζονται συγκεντρωμένες, όπως συμβαίνει στο κεντρικό τμήμα του οικισμού και αλλού κατανέμονται πιο αραιά.[3] Αριθμούνται 31 (ή 15[8]) τέτοιες κατασκευές.[5] Οι περισσότερες και πιο κατεστραμμένες οικίες βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του οικισμού, η οποία γειτνιάζει με τη θάλασσα.[3]

Ο τύπος του κυκλικού οικήματος στον Μαρουλά, κατοικήθηκε από ομάδες θηρευτών-τροφοσυλλεκτών με αμφισβητούμενο, προς το παρόν βαθμό μονιμότητας[3] αν και φαίνεται πως γίνονταν ανακατασκευές, κάτι που δηλώνει μακροχρόνια χρήση τους.[5] Παρόμοιοι τύποι οικημάτων δεν συναντώνται στο πλαίσιο της Μεσολιθικής περιόδου της Νοτιανατολικής Ευρώπης.[3]

Ταφικές κατασκευές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Μαρουλά φαίνεται πως υπάρχει ποικιλομορφία ως προς τις κατασκευές χώρων ταφής αφού δύο τάφοι είχαν σκαφτεί στο μαλακό σχιστόλιθο, δύο άλλοι είχαν τη μορφή απλών αβαθών λάκκων ελλειψοειδούς σχήματος με μικρές πέτρες περιμετρικά και μία ταφή εντοπίστηκε σε αβαθή λάκκο στην περίμετρο του οποίου υπήρχαν πέτρες που στήριζαν μια μεγάλη πλάκα.[9] Σε όλες τις περιπτώσεις ο νεκρός ήταν τοποθετημένος σε συνεσταλμένη στάση και δεν συνοδευόταν από κτερίσματα.[9] Η παρουσία μακρών οστών και μιας σιαγόνας κάτω από τα δάπεδα δύο οικημάτων, όπως επίσης και της συγκέντρωσης οστών πάνω στο δάπεδο μιας κατασκευής, αλλά και η απουσία των κρανίων από ορισμένους σκελετούς, κάτι το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα της ύπαρξης δευτερογενών ταφών, παραπέμπουν σε ταφικές πρακτικές της Νατούφιας φάσης, ενώ η τοποθέτηση της πλάκας πάνω από τον νεκρό, θυμίζει αντίστοιχα παραδείγματα της Ain Mallaha και του El Wad.[9] Οι 26 ταφές του Μαρουλά (6 παιδιά, 19 ενήλικες, 8 άνδρες, 2 γυναίκες[10]) έρχονται να προστεθούν σε ένα περιορισμένο αριθμητικά σύνολο ταφών της Μεσολιθικής περιόδου του ελλαδικού χώρου, αφού ταφικές πρακτικές έχουν παρατηρηθεί μόνο στο Φράγχθι και τη Θεόπετρα.[9]

Λίθινα εργαλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα λίθινα εργαλεία του Μαρουλά κατασκευάστηκαν από τοπικό χαλαζία (80% του συνόλου), μηλιακό οψιανό (16, 8% του συνόλου) και πυριτόλιθο.[11] Η τυπολογία των εργαλείων περιλαμβάνει φολίδες μικρού μεγέθους από χαλαζία και οψιανό, οδοντωτά, πλευρικά ξέστρα, οπείς, μικρογλυφίδες και εγκοπές.[11] Υπάρχει η άποψη πως τα λίθινα εργαλεία του Μαρουλά εκφράζουν την απόπειρα των ομάδων να προσαρμοστούν στη χρήση των πρώτων υλών της περιοχής και συγκριμένα στον χαλαζία.[11] Ο Μαρουλάς παρουσιάζει ομοιότητες με άλλες μεσολιθικές θέσεις του ελλαδικού χώρου, όπως το Φράγχθι, κυρίως όσον αφορά την έμφαση στην παραγωγή φολίδων και στη μικρή συχνότητα παρουσίας μικρολιθικών εργαλείων.[11] Η χρήση του οψιανού δείχνει τη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο για την προμήθεια πρώτων υλών ή και έτοιμων εργαλείων από τη Μήλο.[12]

Κατάλοιπα ζώων και φυτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον χώρο του οικισμού εντοπίστηκαν κατάλοιπα γουρουνιών, λαγών, αλεπούς, κουναβιού και πτηνών[11] ενώ τρέφονταν και με ψάρια (τονοειδή), θαλάσσια όστρεα και χερσαία μαλάκια.[10] Τα καμένα και με ίχνη εγκοπών οστά των γουρουνιών μαρτυρούν την αξιοποίηση των συγκεκριμένων ζωικών ειδών στο πλαίσιο των διατροφικών πρακτικών.[11]

Η εξέταση των οστών των γουρουνιών, προκειμένου να διαφωτιστεί το ζήτημα της εξημέρωσης, δεν έφεραν στο φως αποτελέσματα, αφού το δείγμα ήταν μικρό και παρουσιαζόταν ποικιλομορφία ανάμεσα στα άτομα.[11] Είναι πιθανό, από τη στιγμή που οι πληθυσμοί των γουρουνιών δεν φαίνονται να ήταν γηγενείς στο νησί της Κύθνου, τα ζώα αυτά να μεταφέρθηκαν στον οικισμό από τους κατοίκους του Μαρουλά προκειμένου να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο της κυνηγετικής δραστηριότητας.[11]

Τα αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα περιορίζονται σε δείγματα σπόρων φυτών της ανοιχτής στέπας.[13] Ωστόσο, υπό μία άποψη, η παρουσία των μυλόλιθων και των γουδιών υποδεικνύει την παρουσία άγριων μορφολογικά δημητριακών. [13]Παρόλα αυτά, δεν έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα άγριων μορφολογικά δημητριακών στη θέση αυτή.[13]

Έπειτα από μελέτη των ευρημάτων από τους χοίρους και τα τονοειδή, με βάση την εποχικότητα των γεννήσεων και την περίοδο αλιείας τους αντίστοιχα, καταδεικνύει πως ο οικισμός ήταν σε χρήση τουλάχιστον από τα μέσα του χειμώνα ως το τέλος της άνοιξης.[14]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Αρβανιτάκη, σελ. 79-80
  2. «Στο φως ο αρχαιότερος οικισμός του Αιγαίου». ΤΑ ΝΕΑ. 5 Νοεμβρίου 2002. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουνίου 2022. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 Αρβανιτάκη, σελ. 80
  4. Καρελανίδου, σελ. 50
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Καρελανίδου σελ. 51
  6. «Συνεργασία για τον ευπρεπισμό και την αξιοποίησή του». Κοινή Γνώμη. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουνίου 2022. 
  7. Καρελανίδου, σελ.44
  8. 8,0 8,1 Τριανταφυλλόπουλος, σελ. 67
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 Αρβανιτάκη, σελ. 80-81
  10. 10,0 10,1 Καρελανίδου, σελ. 52
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 11,4 11,5 11,6 11,7 Αρβανιτάκη, σελ. 81
  12. Καρελανίδου, σελ. 53
  13. 13,0 13,1 13,2 Αρβανιτάκη, σελ. 82
  14. Καρελανίδου, σελ. 55-56

Βιβλιογραφικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]