Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα του Δία είναι εύκολα ορατή με τηλεσκόπιο από τη Γη. Εδώ διακρίνεται κάτω αριστερά στον δίσκο του πλανήτη.

Η Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα (αγγλ. Great Red Spot) είναι μια επίμονη περιοχή υψηλών πιέσεων («βαρομετρικό υψηλό σύστημα») στην ατμόσφαιρα του πλανήτη Δία, που συντηρεί μια αντικυκλωνική θύελλα, τη μεγαλύτερη σε ολόκληρο το Ηλιακό Σύστημα, 22 μοίρες νοτίως του ισημερινού του Δία. Παρατηρείται συνεχώς από το έτος 1830 και μετά.[1] Παλαιότερες παρατηρήσεις, από το 1665 έως το 1713 πιστεύεται ότι αφορούν την ίδια θύελλα. Αν αυτό αληθεύει, τότε υπάρχει εδώ και τουλάχιστον 360 έτη.[2]

Παρατηρησιακή ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνα που έλαβε το διαστημόπλοιο Pioneer 10 το 1974, με μια εντονότερα χρωματισμένη Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα από από αυτή που παρατηρήθηκε με το Voyager 1, πέντε χρόνια αργότερα.
Εικόνα που έλαβε το διαστημόπλοιο Voyager 1 το 1979. Το λευκό οβάλ ακριβώς κάτω από τη Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα έχει περίπου τη διάμετρο της Γης.

Η Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα μπορεί να υπήρχε αρκετά πριν το 1665, αλλά η σημερινή κηλίδα παρατηρείται μόνο μετά το 1830 και έχει μελετηθεί καλά μόνο μετά από μία έντονη εμφάνισή της το 1879. Η θύελλα που παρατηρούσαν οι αστρονόμοι τον 17ο αιώνα ίσως να ήταν διαφορετική θύελλα από αυτή που βλέπουμε σήμερα.[3] Δυστυχώς ένα μακρό χρονικό κενό χωρίζει τη σημερινή περίοδο παρατηρήσεων μετά το 1830 από την ανακάλυψη του 17ου αιώνα. Το εάν η αρχική κηλίδα διαλύθηκε και ξανασχηματίστηκε, εάν ξεθώριασε ή εάν απλώς το παρατηρησιακό αρχείο είναι ανεπαρκές, αυτό θα παραμείνει άγνωστο.[4]

Συχνά η πρώτη παρατήρηση της Μεγάλης Ερυθράς Κηλίδας αποδίδεται στον Ρόμπερτ Χουκ, ο οποίος περιέγραψε μία κηλίδα στον πλανήτη τον Μάιο του 1664. Ωστόσο, είναι πιθανό ότι η κηλίδα αυτή βρισκόταν σε μια άλλη λωρίδα, τη Βόρεια Ισημερινή Λωρίδα, ενώ η Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα βρίσκεται στη Νότια Ισημερινή Λωρίδα (οι ανοικτόχρωμες «ταινίες» στην ορατή επιφάνεια του Δία ονομάζονται «ζώνες», ενώ οι σκουρόχρωμες ονομάζονται «λωρίδες»). Πολύ πειστικότερη είναι η περιγραφή του Τζοβάνι Ντομένικο Κασίνι, που γράφει για μια «μόνιμη κηλίδα» το επόμενο έτος.[5] Με διακυμάνσεις στην ευκρίνειά της, η κηλίδα του Κασίνι παρατηρείτο από το 1665 έως το 1713, αλλά το μετέπειτα κενό παρατηρήσεων 118 ετών καθιστά την ταύτιση της «νέας» με την «παλιά» κηλίδα αβέβαιη.[6]

Υπάρχει και μία παλαιότερη αναφορά, από τον επίσης Ιταλό Τζοβάνι Ριτσιόλι, κατά την οποία το 1635 ο Λέανδρος Μπάντιος (Bandtius), αββάς του Dunisburgh, «κάτοχος ενός ασυνήθιστου τηλεσκοπίου», παρατήρησε μία μεγάλη κηλίδα και την περιέγραψε ως «ωοειδή, ίση με το ένα έβδομο της διαμέτρου του Δία στο μέγιστο μήκος της». Σύμφωνα με τον Ριτσιόλι, «αυτά τα χαρακτηριστικά διακρίνονται σπανίως, και μόνο από τηλεσκόπιο εξαιρετικής ποιότητας σε μεγάλη μεγέθυνση».

Μια επιμέρους προβληματική πτυχή αφορά μία κηλίδα στον Δία που ζωγράφισε σε έναν πίνακά του το 1711 ο Ντονάτο Κρέτι (σήμερα ο πίνακας βρίσκεται στο Βατικανό).[7][8] Μέρος μιας σειράς πινάκων που φιλοτεχνήθηκαν υπό την επίβλεψη του αστρονόμου Εουστάκιο Μανφρέντι ώστε να είναι ακριβείς, αυτό το έργο είναι η πρώτη γνωστή απεικόνιση της Μεγάλης Ερυθράς Κηλίδας (μάλλον αυτής) με ερυθρό χρώμα. Κανένα χαρακτηριστικό στην ορατή επιφάνεια (νέφη) του Δία δεν είχε περιγραφεί γραπτώς ως ερυθρό μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα.[8]

Κατά τον 21ο αιώνα η Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα μειώνεται σε διαστάσεις. Στις αρχές του 2004 είχε περίπου το μισό μήκος από ό,τι εκατό χρόνια νωρίτερα (24.000 έναντι 40.000 χιλιόμετρα. Αν αυτή η τάση εξακολουθήσει με τον ίδιο ρυθμό, η κηλίδα θα λάβει κυκλικό σχήμα μέχρι το έτος 2040, παρότι αυτό θεωρείται απίθανο εξαιτίας των δυνάμεων που ασκούνται στο υλικό της από τα γειτονικά ατμοσφαιρικά ρεύματα..[9] Το 2019 η Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα άρχισε να «θρυμματίζεται» στο ένα άκρο της, με τα «κομματάκια» να αποσπώνται και να διαλύονται.[10]

Μία μικρότερη κηλίδα, το «Οβάλ BA», που σχηματίσθηκε τον Μάρτιο του 2000 από τη συγχώνευση τριών λευκών ωοειδών σχηματισμών[11], απέκτησε κόκκινη απόχρωση και οι αστρονόμοι τη βάφτισαν «Μικρή Ερυθρά Κηλίδα» ή «Red, Jr.». Το 2006 η Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα και το Οβάλ BA φάνηκε ότι πλησίαζαν να συγχωνευθούν.[12] Από το 2002 οι δύο θύελλες περνούν κοντά η μία από την άλλη, καθώς ανήκουν σε διαφορετικές λωρίδες, οπότε η Έιμυ Σάιμον του Κέντρου Γκόνταρντ, προέβλεψε ότι η εγγύτερη προσέγγισή τους θα συνέβαινε στις 4 Ιουλίου 2006. Συνεργάσθηκε με ομάδα αστρονόμων ήδη από τον Απρίλιο του 2006 για να τις μελετήσει. Στις 20 Ιουλίου 2006 οι δύο θύελλες απεικονίσθηκαν με το Αστεροσκοπείο Τζέμινι να περνούν η μία κοντά από την άλλη, χωρίς τελικώς να συγχωνευθούν.[13] Τον Μάιο του 2008 μία τρίτη θύελλα κοκκίνισε επίσης.[14]

Η Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα δεν θα πρέπει να συγχέεται με τη «Μεγάλη Σκοτεινή Κηλίδα» (Great Dark Spot), που παρατηρήθηκε κοντά στον Βόρειο Πόλο του Δία το έτος 2000 από το διερχόμενο διαστημόπλοιο Κασσίνι-Χόιχενς.[15] Υπάρχει επίσης η Μεγάλη Σκοτεινή Κηλίδα στην ατμόσφαιρα του πλανήτη Ποσειδώνα, αλλά αυτή είναι μάλλον ένα άνοιγμα στα νέφη, παρά μια θύελλα, και φαίνεται να έχει εξαφανισθεί από το 1994, αν και μία παρόμοια είχε εμφανισθεί βορειότερα.

Παρατηρήσεις με διαστημόπλοια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοντινή απεικόνιση της Μεγάλης Ερυθράς Κηλίδας στις 11 Ιουλίου 2017 από το διαστημόπλοιο Juno, από ύψος περίπου 8 χιλιάδων χιλιομέτρων

Στις 25 Φεβρουαρίου 1979, από απόσταση 9,2 εκατομμυρίων χιλιομέτρων από τον Δία[16], το διαστημόπλοιο Voyager 1 μετέδωσε την πρώτη λεπτομερή εικόνα της Μεγάλης Ερυθράς Κηλίδας. Λεπτομέρειες των νεφών διαστάσεων μέχρι 160 χιλιομέτρων ήταν ορατές σε αυτή.

Το διαστημόπλοιο Juno, που μπήκε σε πολική τροχιά γύρω από τον Δία το 2016, πέρασε πάνω από την Κηλίδα όταν προσέγγισε τον πλανήτη στις 11 Ιουλίου 2017, λαμβάνοντας αρκετές εικόνες της από απόσταση περίπου 8 χιλιάδων χιλιομέτρων πάνω από την επιφάνεια.[17][18] Κατά τη διάρκεια της αποστολής Juno το σκάφος θα συνεχίσει να μελετά τη σύσταση και την εξέλιξη της διικής ατμόσφαιρας, και ειδικότερα της Μεγάλης Ερυθράς Κηλίδας.[17]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Karl Hille (4 Αυγούστου 2015). «Jupiter's Great Red Spot: A Swirling Mystery». NASA. Ανακτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2017. 
  2. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Beebe1.
  3. Rogers (1995), σελ. 6
  4. Rogers (1995), σελ. 188
  5. Staff (2003). «Donato Creti, Astronomical observations». Musei Vaticani. Vatican Museums. Ανακτήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2019. 
  6. 8,0 8,1 Hockey (1999), 40-1.
  7. Beatty, J. Kelly (2002). «Jupiter's Shrinking Red Spot». Sky and Telescope 103 (4): 24. http://www.saburchill.com/HOS/astronomy/034.html. Ανακτήθηκε στις 2007-06-21. 
  8. Paul Scott Anderson (10 Ιουνίου 2019). «Is Jupiter's Great Red Spot disintegrating?». EarthSky. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2019. 
  9. Sanchez-Lavega, A. (Φεβρουάριος 2001). «The Merger of Two Giant Anticyclones in the Atmosphere of Jupiter». Icarus 149 (2): 491-495. doi:10.1006/icar.2000.6548. Bibcode2001Icar..149..491S. 
  10. Phillips, Tony. «Huge Storms Converge». Science@NASA. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Φεβρουαρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2007. 
  11. Michaud, Peter. «Gemini Captures Close Encounter of Jupiter's Red Spots». Gemini Observatory. http://www.gemini.edu/index.php?option=content&task=view&id=196. Ανακτήθηκε στις 2007-06-15. 
  12. Shiga, David. «Third red spot erupts on Jupiter». New Scientist. https://www.newscientist.com/article/dn13963-third-red-spot-erupts-on-jupiter/. Ανακτήθηκε στις 2008-05-23. 
  13. Phillips, Tony. «The Great Dark Spot». Science at NASA. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2007-06-15. https://web.archive.org/web/20070615100054/https://science.nasa.gov/headlines/y2003/12mar_darkspot.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-06-20. 
  14. Smith et al (1979), σσ. 951-972
  15. 17,0 17,1 Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα junospots.
  16. Chang, Kenneth (5 Ιουλίου 2016). «NASA's Juno Spacecraft Enters Into Orbit Around Jupiter». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 12 Ιουλίου 2017.