Μακρομόριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ο όρος μακρομόρια αναφέρεται συνήθως σε μόρια υψηλού μοριακού βάρους, όπως στα πολυμερή και βιοπολυμερή.

Γενικά ως "βιολογικά μακρομόρια" χαρακτηρίζονται σύνθετες οργανικές ενώσεις μεγάλου μοριακού βάρους (103 - 109.) όπως είναι οι πρωτεΐνες, τα νουκλεϊκά οξέα, οι πολυσακχαρίτες και τα λιπίδια. Οι τρεις πρώτες κατηγορίες, (εκτός των λιπιδίων), χαρακτηρίζονται και πολυμερή, αποτελούμενες από επαναλαμβανόμενες απλές μονάδες καλούμενες μονομερή μακρομόρια. Συνεπώς τα δομικά υλικά των πολυμερών αποτελούν τα αντίστοιχα μονομερή αυτών.

Ειδικότερα οι πρωτεΐνες δομούνται από αμινοξέα, τα νουκλεϊκά οξέα από νουκλεοτίδια και οι πολυσακχαρίτες από μονοσακχαρίτες.

Σημειώνεται ότι τα μονομερή των διαφόρων ειδών μακρομορίων δεν είναι όμοια. Παρά ταύτα συνδέονται μεταξύ τους με τον ίδιο βασικό χημικό μηχανισμό που λέγεται "αντίδραση συμπύκνωσης". Κατά τον μηχανισμό αυτόν το ένα μονομερές χάνει ένα άτομο υδρογόνου (Η), ενώ το άλλο μια υδροξυλομάδα (-ΟΗ). Δηλαδή αφαιρείται ένα μόριο νερού.
Τελικά τα δύο μονομερή συνδέονται με ομοιοπολικό δεσμό που λόγω της σημειούμενης σταθερότητάς του θεωρείται ο πλέον διαδεδομένος δεσμός στους έμβιους οργανισμούς.

Πάντως στα μακρομόρια εκτός του ομοιοπολικού δεσμού που συνδέει τα μονομερή τους, απαντώνται και άλλοι δεσμοί όπως δεσμοί υδρογόνου, οι δισουλφιδικοί καθώς και οι υδρόφοβοι δεσμοί. Οι δεσμοί αυτοί, αν και δεν συμμετέχουν στην συνένωση των μονομερών, παίζουν σημαντικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση των μακρομορίων γενικότερα.