Μάχη του Τζαμρούντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη του Τζαμρούντ
The Second Afghan War 1878-1880 Q69819.jpg
Το φρούριο του Τζαμρούντ (περ. 1880)
Χρονολογία30 Απριλίου 1837
ΤόποςΤζαμρούντ, Αυτοκρατορία των Σιχ (νυν Πακιστάν)
ΑποτέλεσμαΑμφίρροπο
Αντιμαχόμενοι
Εμιράτο του Αφγανιστάν
Αυτοκρατορία των Σιχ
Ηγετικά πρόσωπα
Ουαζίρ Ακμπάρ Χαν
Χάρι Σινγκ Νάλουα  

Η μάχη του Τζαμρούντ ήταν ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων του Εμιράτου του Αφγανιστάν και της Αυτοκρατορίας των Σιχ, η οποία διεξήχθη στις 30 Απριλίου[1] του 1837 στην πόλη Τζαμρούντ του σημερινού Πακιστάν κατά τη διάρκεια της γ΄ περιόδου των Αφγανοσιχικών Πολέμων. Παρά τον θάνατο του επικεφαλής του στρατού των Σιχ, στρατηγού Χάρι Σινγκ Νάλουα και τις απώλειες που αυτοί υπέστησαν, η τελική έκβαση της μάχης θεωρείται αμφισβητούμενη.

Πρελούδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη σχετίζεται με την απόπειρα του εμίρη του Αφγανιστάν, Ντοστ Μοχαμάντ Χαν, να ανακτήσει τα εδάφη που είχε απολέσει κατά τα προηγούμενα χρόνια, όπως το στρατηγικής σημασίας πέρασμα Χαϊμπέρ και η πόλη Πεσαβάρ[1][2][3]. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, ισχυρά στρατεύματα με επικεφαλής[1][4] τον γιο του Ντοστ Μοχαμάντ, Ουαζίρ Ακμπάρ Χαν (μετέπειτα εμίρης και ο ίδιος για περίπου μια τριετία μέχρι τον πρόωρο θάνατό του) επιτέθηκαν στο φρούριο Τζαμρούντ, ανάμεσα στην είσοδο του περάσματος Χαϊμπέρ και το Πεσαβάρ, το οποίο υπεράσπιζαν περίπου 800 άνδρες υπό τον Μαχάν Σινγκ Μιρπούρι, καθώς ο κύριος όγκος των στρατευμάτων των Σιχ είχε μεταβεί στη Λαχόρη[3].

Μόλις έγινε γνωστή η αφγανική επιδρομή και η επακόλουθη πολιορκία, στάλθηκαν προς ενίσχυση των πολιορκημένων δυνάμεις πεζικού, ιππικού (κυρίως άτακτοι) και πυροβολικού υπό την ηγεσία του στρατηγού Χάρι Σινγκ Νάλουα[5]. Οι ενισχύσεις προς τους πολιορκημένους έφτασαν μετά από ολιγοήμερη πορεία και σύμφωνα με μια εκδοχή οδήγησαν στην προσωρινή παύση των εχθροπραξιών[6].

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη γενική αρχηγία των αφγανικών δυνάμεων είχε ο γιος του εμίρη του Αφγανιστάν, Ουαζίρ Ακμπάρ Χαν[4], ο οποίος υπολογίζεται πως είχε υπό τις διαταγές του 7000 ιππείς, 2000 άνδρες του πεζικού, αρκετά κανόνια, καθώς και την υποστήριξη αρκετών χιλιάδων ατάκτων προερχόμενων από τοπικές φυλές[7] που είχαν εκτοπιστεί εξαιτίας της εδαφικής επέκτασης των Σιχ[3]. Στο πλευρό του ήταν ακόμη ο αδελφός του Μοχαμάντ Αφζάλ Χαν και άλλοι στρατηγοί. Η συνολική του δύναμη των Αφγανών ανερχόταν σε περίπου 20.000 άνδρες[3].

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, στην ηγεσία των δυνάμεων των Σιχ βρισκόταν ο επιφανής[4] στρατιωτικός Χάρι Σινγκ Νάλουα, ο οποίος είχε καταφθάσει με ένα στράτευμα που αποτελείτο από περίπου 10.000 άνδρες, ήτοι 6000 πεζούς και 4000 ιππείς, καθώς και πυροβολικό[6] προς ενίσχυση του Μαχάν Σινγκ Μιρπούρι και των στρατιωτών του.

Η μάχη ξεκίνησε όταν ο Σινγκ Νάλουα διέταξε κατά μέτωπον επίθεση η οποία ανάγκασε την πλειοψηφία των εχθρικών δυνάμεων σε οπισθοχώρηση, ωστόσο η προέλαση των Σιχ περιορίστηκε εξαιτίας της σθεναρής άμυνας που αντέταξαν περίπου 2.000 Αφγανοί υπό τον Αφζάλ Χαν, ενώ στη συνέχεια καθηλώθηκαν από δυνάμεις του ιππικού. Αυτή η εξέλιξη έδωσε στους Αφγανούς τη δυνατότητα να ανασυνταχθούν και να προχωρήσουν σε ισχυρή αντεπίθεση που ανέτρεψε τους Σιχ[3], οι οποίοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν εντός του φρουρίου[8], έχοντας υποστεί σημαντικές απώλειες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και ο Σινγκ Νάλου[3], ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα και υπέκυψε στα τραύματά του μεταφερόμενος μακριά από το πεδίο της μάχης.

Ωστόσο οι Αφγανοί δεν κατάφεραν να εκπορθήσουν το φρούριο, ούτε να προωθηθούν προς το Πεσαβάρ και εν τέλει, αφού προχώρησαν σε λεηλασίες, αποχώρησαν μετά από μερικές ημέρες ενόψει της άφιξης νέων εχθρικών στρατευμάτων.

Αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις δεδομένα βαριές απώλειες που υπέστη ο στρατός των Σιχ στο πεδίο της μάχης, το αποτέλεσμα της σύγκρουσης θεωρείται αμφίρροπο[9]. Αν και αμφότερες οι πλευρές διεκδίκησαν τη νίκη, καμία δεν πέτυχε τους αντικειμενικούς στόχους της, καθώς αφενός το Εμιράτο του Αφγανιστάν απέτυχε να καταλάβει το Τζαμρούντ[3] και να ανοίξει τον δρόμο για την ανάκτηση της ευρύτερης περιοχής του Πεσαβάρ[8] και αφετέρου ματαιώθηκαν οι βλέψεις του μαχαραγιά της Αυτοκρατορίας των Σιχ, Ραντζίτ Σινγκ, για περαιτέρω εξάπλωση προς το Αφγανιστάν[3].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Joseph Davey Cunningham, A History of the Sikhs. From the Origin of the Nation to the Battles of the Sutlej, John Murray, London 1849, σελ. 224.
  2. A. Hamish Ion, E. J. Errington (ed.), Great Powers and Little Wars. The Limits of Power, Royal Military College of Canada - Greenwood Publishing Group, 1993, σελ. 44.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 Tom Lansford (ed.), Afghanistan at War. From the 18th-Century Durrani Dynasty to the 21st Century, ABC-CLIO, 2017, σελ. 229-230.
  4. 4,0 4,1 4,2 J.A. Norris, The First Afghan War 1838-1842, Cambridge University Press, Cambridge 1967, σελ. 109.
  5. Autar Singh Sandhu, General Hari Singh Nalwa, Cunningham Historical Society, Lahore 1935, σελ. 74-78, 80.
  6. 6,0 6,1 Singh Sandhu,1935, σελ. 80.
  7. Singh Sandhu,1935, σελ. 77.
  8. 8,0 8,1 Jean Marie Lafont, Maharaja Ranjit Singh, Atlantic Publishers & Distri, 2002, σελ. 43.
  9. Tom Lansford (ed.), 2017, σελ. 253.